Μήπως ήρθε η στιγμή να το πάρεις επιτέλους προσωπικά;

Δεν έχει σημασία εάν το είπε ο σύντροφος, η μαμά, η κολλητή ή η συνάδελφός σου, καθώς η φράση «Μην το παίρνεις τόσο προσωπικά», 99 στις 100 φορές προσπαθεί κατά κάποιον τρόπο να γυρίσει όλη τη συζήτηση εναντίον σου. Ακόμη και αν το πρόσωπο που την ξεστόμισε έχει τις καλύτερες προθέσεις για εσένα, στην πραγματικότητα αυτό που επιδιώκει είναι να σε κάνει να δεις το εκάστοτε θέμα από μία άλλη ή -πιο συγκεκριμένα- από τη δική του/της οπτική. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως η συγκεκριμένη οπτική είναι και η σωστή ή η πιο συμφέρουσα για εσένα.

Για να είμαστε βέβαια εντελώς δίκαιες, υπάρχουν φορές που όντως οι αντιδράσεις μας είναι υπερβολικές και δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο, από το να μας το υπερτονίζει κάποιος, ειδικότερα όταν εμείς οι ίδιες το γνωρίζουμε πριν από όλους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το πιο πιθανό είναι να φέρουμε τον εαυτό μας σε μία θέση άμυνας, γεγονός που δεν βοηθάει καμία από τις δύο πλευρές και σίγουρα δεν οδηγεί στη λύση του προβλήματος.

Από την άλλη όμως, πότε και πώς μπορούμε να είμαστε σίγουρες, ότι εμείς είμαστε όντως αυτές που το «πήραμε προσωπικά» και ότι ο άλλος δεν προσπαθεί να χειραγωγήσει τη σκέψη και τις αντιδράσεις μας; Γιατί, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη των ειδικών, η φράση «Μην το παίρνεις προσωπικά» είναι μία από τις συχνότερες τακτικές που χρησιμοποιεί ένα χειριστικό πρόσωπο, ώστε να κατευθύνει το «θύμα» του προς την πραγματικότητα που εκείνο επιθυμεί.

Tαχυδακτυλουργικές φράσεις που χτυπάνε το «καμπανάκι»

Το μεγαλύτερο πρόβλημα που δημιουργούν φράσει όπως: «Μην τον παίρνεις προσωπικά», «Τώρα αντιδράς υπερβολικά», «Καλά, ούτε ένα αστείο δεν δέχεσαι;», είναι πως βάζουν το πρόσωπό που τις ακούει στη διαδικασία να αναρωτηθεί, εάν όντως υπερβάλει, εάν υπάρχει κάποιο «κομμάτι» που λείπει από το παζλ, το οποίο δεν μπορεί να βρει. Όταν ένα πρόσωπο αρχίσει να αμφιβάλει για τα ίδια του τα συναισθήματα ή για την αντίληψή του, είναι πολύ πιο εύκολο σε όποιον βρίσκεται στην απέναντι πλευρά, να του υποδείξει πως πρέπει να αισθανθεί, να του δώσει το «κομμάτι» που λείπει και εν τέλει, να το οδηγήσει στο συμπέρασμα που εκείνο επιθυμεί. Ωστόσο, αυτό που δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ, είναι πως ανεξάρτητα από το εάν οι άλλοι μας βρίσκουν υπερβολικές ή υπερευαίσθητες, υπάρχει μία ατράνταχτη αλήθεια πίσω από την οποιαδήποτε αντίδρασή μας -καλή ή κακή- και αυτή είναι το πώς μας έκανε η άλλη πλευρά να αισθανθούμε. Και αυτό είναι κάτι που καμία… ταχυδακτυλουργική φράση, δεν πρέπει επ' ουδενί να μας το στερήσει.

Μπαίνοντας στον φαύλο κύκλο της αμφιβολίας

Όπως ανέφερα ήδη πιο πάνω, ναι, υπάρχουν φορές που όλοι λίγο ή πολύ γινόμαστε υπερβολικοί, «πιανόμαστε» από τις λέξεις, παραφερόμαστε και αντιδρούμε με λάθος τρόπο, όμως όταν εμείς είμαστε κατ’ εξακολούθηση η πλευρά που «το πήρε προσωπικά», μάλλον όντως έχει έρθει η ώρα να το πάρουμε προσωπικά, γιατί μάλλον κάτι πάει πολύ λάθος. Είναι σημαντικό να καταλάβουμε πως όσο πιο συχνά μας λέει κάποιος ότι αντιδράσαμε υπερβολικά, τόσο πιο συχνά μας βάζει στη διαδικασία να αμφισβητήσουμε τον εαυτό μας, τη δική μας πραγματικότητα και τελικά να αποφανθούμε πως ίσως έχει δίκιο (#not). Κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβουμε, αρχίζουμε να αμφιβάλουμε για πράγματα που μέχρι πριν λίγο καιρό ήμασταν απόλυτα σίγουρες, ακόμη και για το ποιες είμαστε εμείς στ’ αλήθεια. Ειδικότερα στις περιπτώσεις που η άλλη πλευρά, μας γνωρίζει αρκετά καλά ώστε να ξέρει πού πρέπει να «στοχεύσει», ποιοι είναι οι φόβοι και οι ανασφάλειες μας, είναι ακόμη πιο πιθανό να πετύχει η ύπουλη μέθοδός του.

Το τελικό αποτέλεσμα που ρίχνει τις αντιστάσεις

Το πρόβλημα με την παραπάνω τακτική, δεν είναι μόνο το γεγονός πως μας βάζει στη διαδικασία να αμφιβάλουμε, αλλά πως σταδιακά, μέρα με τη μέρα «μολύνει» την εμπιστοσύνη που έχουμε στον εαυτό μας, την αυτοεκτίμησή μας και μας κάνει μία «μαριονέτα» στα χέρια του ανθρώπου από τον οποίο δεχόμαστε αυτή τη συμπεριφορά, ο οποίος μετατρέπεται σε έναν επίγειο «θεό» που έχει το αλάνθαστο. Όσο εμείς κάνουμε κύκλους στο φαύλο κύκλο της αμφιβολίας, τόσο πιο εύκολο είναι να πιστέψουμε τον άνθρωπο που έχουμε απέναντί μας, ακόμη και αν οι ισχυρισμοί του είναι εντελώς παράλογοι ή ανυπόστατοι. Παίζοντας διαρκώς το κακόβουλο παιχνίδι της «υπερβολικής αντίδρασης», ο άλλος μπορεί ανά πάσα ώρα και στιγμή να μετακινήσει την προσοχή μας και να μας αναγκάσει να παραβλέψουμε μία δική του λάθος συμπεριφορά, ρίχνοντας όλο το φταίξιμο σε εμάς. Αυτή η πρακτική μπορεί να συνοψιστεί και στη ευρέως διαδεδομένη φράση «Δεν φταίω εγώ που ΕΣΥ μόνο μου βγάζεις τον χειρότερο εαυτό μου».

Το σκοτεινό «μονοπάτι» του gaslighting

Ακόμη και αν πιστεύουμε πως τα πράγματα δεν μπορούν να γίνουν χειρότερα, στην πραγματικότητα αυτή η μορφή χειραγώγησης μπορεί όντως να γίνει πιο σκοτεινή, ειδικότερα όταν σε ένα δεύτερο, βαθύτερο επίπεδο «κρύβει» μία σειρά κεκαλυμμένων προσβολών. Η αλήθεια είναι πως το «θύμα» δύσκολα θα μπορέσει να διακρίνει εάν ο άνθρωπος που έχει απέναντί του, στην πραγματικότητα διαβάλει την προσωπικότητά του, όμως υπάρχουν κάποια συγκεκριμένα σημάδια, τα οποία δύσκολα περνάνε απαρατήρητα. Για παράδειγμα, όταν χρειάζεται να ζητάμε διαρκώς συγγνώμη από κάποιον, όταν κρύβουμε διαρκώς πληροφορίες από το στενό μας περιβάλλον (φίλους, οικογένεια) ή αισθανόμαστε την ανάγκη να δικαιολογήσουμε το συγκεκριμένο άτομο, όταν δυσκολευόμαστε να πάρουμε μία απόφαση που σχετίζεται μαζί του, τότε μάλλον έχει έρθει η στιγμή να «λύσουμε» το ξόρκι του gaslighting και να λάβουμε άμεσα τα μέτρα μας. Επιπλέον, όταν ακούμε φράσεις όπως «Δεν θέλω να ακουστώ κακός αλλά…», «Δεν θέλω να το πάρεις στραβά αλλά…» ή «Δεν είμαι εγώ αυτός που θα σου πει τι να κάνεις αλλά…», καλό θα ήταν, μετά τη λέξη «αλλά», να κλείνουμε τα αυτιά μας.

Πώς θα μπορέσουμε να λύσουμε το «ξόρκι» 

Ο μόνος τρόπος για να μπορέσουμε να επανέλθουμε από τα… μάγια του gaslighting, είναι πρώτα από όλα να αρχίσουμε να πιστεύουμε στον εαυτό μας και στα συναισθήματά μας. Πώς θα το καταφέρουμε; Παρατηρώντας λίγο περισσότερο τη συμπεριφορά του ανθρώπου που έχουμε απέναντί μας. Την επόμενη φορά, λοιπόν, που θα ακούσεις κάποιον να σου λέει «Μην το παίρνεις τόσο προσωπικά», μην βιαστείς να απαντήσεις «Ό,τι θέλω θα κάνω» και πάρε λίγα λεπτά σιωπής, για να διαπιστώσεις εάν είσαι όντως εσύ η υπερβολική ή απλώς, κάποιος προσπαθεί να σου ρίξει «στάχτη» στα μάτια. Ακόμη και αν η αντίδρασή σου δεν ήταν ανάλογη της κατάστασης και όντως ξέφυγες από τα όρια, το συναίσθημα που την πυροδότησε είναι ειλικρινές και οφείλεις να το ακούσεις. Έπειτα, το αμέσως επόμενο βήμα είναι να μιλήσεις σε έναν άνθρωπο που εμπιστεύεσαι απόλυτα, ιδανικά στο πρόσωπο που προσπαθούσες τόσο καιρό να δικαιολογήσεις τον άνθρωπο που σε χειραγωγούσε. Να είσαι σίγουρη πως η αγάπη και η κατανόησή του, θα γίνει το φως που θα σε βοηθήσει να απελευθερωθείς από τη σκοτεινή κατάσταση που βιώνεις. 

2 SHARES