Τρεις διάσημες Ελληνίδες που έγιναν «στόχος» από τα εγχώρια μέσα ενημέρωσης

Έπειτα από μία βαθιά «κατάδυση» στα άδυτα του διαδικτύου, από ατελείωτες ώρες και ημέρες ανελέητου ψαξίματος, άνοιξε-κλείσε καρτέλες στον browser, αιτήματα σε δεκάδες fan page και group, τελικά κατάφερα να ξετρυπώσω το δυσεύρετο «Framing Britney Spears» και να πατήσω -επιτέλους- το πολυπόθητο «play». Περίπου μία ώρα και δέκα λεπτά αργότερα, ήμουν αρκετά απογοητευμένη με τη Samantha Stark, αφού όσο κατατοπιστικό ή εμπεριστατωμένο και αν είναι το σοκαριστικό ντοκιμαντέρ που δημιούργησε για τη ζωή της Britney, δεν είναι αρκετά αποκαλυπτικό για κάποιον που την παρακολουθεί από όταν θυμάται τον εαυτό του. Όσοι «ορκιζόμαστε» με το αριστερό χέρι στην καρδιά και το δεξί στο εξώφυλλο του «Blackout», ξέραμε ήδη τι κουμάσι είναι ο Timberlake και δεν πέσαμε από τα σύννεφα σχετικά με τις δολοπλοκίες και το καθεστώς επιτροπείας που την κρατά υπό την κυριαρχία του πατέρα της τα τελευταία 13 χρόνια.

Παρόλα αυτά, νομίζω πως όλοι όσοι παρακολούθησαν το ντοκιμαντέρ, ακόμη και οι λιγότερο μυημένοι, ένιωσαν ακραίο θυμό για τον τρόπο με τον οποίο τα media μεταχειρίστηκαν το συγκεκριμένο πρόσωπο και θυμώνουν πολύ περισσότερο, όταν αναλογίζονται πόσο καθοριστικός υπήρξε ο ρόλος τους στο παρελθόν, ώστε να εγκλωβιστεί η Britney μέσα στο «χρυσό κλουβί» που έφτιαξε για εκείνη ο μπαμπάς της. Κλείνοντας τον υπολογιστή, μου ήρθαν δεκάδες παρόμοια περιστατικά στο μυαλό, καριέρες, προσωπικότητες, άνθρωποι που «κάηκαν» μπροστά στα μάτια μας, εξαιτίας μίας διαστρεβλωμένης εικόνας που κάποιοι άλλοι όρισαν για εκείνους. Κάποιοι από αυτούς κατάφεραν σε βάθος χρόνου να αποκαταστήσουν τα «εγκαύματα», άλλοι όπως η Amanda Bynes προσπαθούν ακόμη με δυσκολία να βρουν τον εαυτό τους, ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις όπως της Whitney Houston, που κανείς δεν θέλει να θυμάται.

Τι γίνεται όμως με την Ελλάδα; Υπάρχουν αντίστοιχα περιστατικά δημοσιγοραφικής αυθαιρεσίας στη χώρα μας; Παρακάτω έχω συγκεντρώσει τρείς χαρακτηριστικές εγχώριες περιπτώσεις, δηλαδή τρεις διάσημες Ελληνίδες που βίωσαν στο παρελθόν κάτι αντίστοιχο σε πολύ μικρότερη κλίμακα και με σαφώς λιγότερες συνέπειες, αφού έγιναν «στόχος» των μέσων ενημέρωσης και εν τέλει μίας ολόκληρης κοινωνίας. 

Η απόρρητη και αμφισβητούμενη καταγωγή της Ελένης Φουρέιρα

Πριν η Ελένη Φουρέιρα γίνει η «Ελληνίδα Μπιγιόνσε» των media, το -ευτυχώς αλώβητο- pop icon που είναι σήμερα, βρέθηκε ουκ ολίγες φορές στο στόχαστρο του εγχώριου τύπου, με αφορμή την καταγωγή της. Πίσω στο μακρινό 2004, πριν προσαρτηθεί στο γυναικείο μουσικό σχήμα Mystique, η Ελένη προσπαθούσε να βρει μία θέση στην ελληνική μουσική βιομηχανία. Ωστόσο, αυτό δεν ήταν διόλου εύκολο, αφού όπως έχει δηλώσει στο παρελθόν, η καταγωγή της ήταν μονίμως εμπόδιο, «έκρυψα ότι έχω γεννηθεί στην Αλβανία γιατί όταν πήγαινα στις δισκογραφικές, δεν ήθελαν καν να το ακούνε» και κάπως έτσι, άρχισε να διαδίδει τη φήμη πως κατάγεται από το Μεξικό. Αυτό βέβαια δεν εμπόδισε μεγάλο τηλεοπτικό κανάλι να προχωρήσει σε αποκαλύψεις ερήμην της, δημοσιοποιώντας στο βραδινό κεντρικό δελτίο την αστυνομική ταυτότητα (ναι το έγγραφο) της αγαπημένης τραγουδίστριας, δημιουργώντας περισσότερα ερωτηματικά και έντονες αντιδράσεις. Το ελληνικό κοινό χωρίστηκε σε δύο στρατόπεδα, σε εκείνους που κατηγόρησαν την ανερχόμενη σταρ για το τεράστιο ψέμα και τους λίγο πιο συγκαταβατικούς, οι οποίοι δικαιολογημένα αναρωτήθηκαν, ποιος νοιάζεται για την καταγωγή της εφόσον τα τραγούδια και η σκηνική της παρουσία είναι σούπερ;

Όπως ήταν επόμενο, περιστατικά σαν αυτό έγιναν «βούτυρο στο ψωμί» τηλεοπτικών εκπομπών, που έσπευσαν να ζητήσουν εξηγήσεις, να μάθουν περισσότερες λεπτομέρειες για την καταγωγή της, αναζητώντας το χωριό που μεγάλωσε στην Αλβανία, παίρνοντας δηλώσεις από συγχωριανούς, μακρινά ξαδέρφια και θείους της Ελένης. Το μιντιακό παραλήρημα βέβαια δεν περιορίστηκε εκεί, αφού έγινε εντατική έρευνα και μελέτη, σχετικά με το εξωτικό χρώμα του δέρματος, τα μακριά, σγουρά μαλλιά και την προφορά της, καταλήγοντας πάντα στο συμπέρασμα πως, είναι μία ψεύτρα που μας εξαπάτησε για να κερδίσει την εύνοια και την αγάπη του ελληνικού κοινού. Μόνο ελάχιστοι από όσους καταπιάστηκαν με το θέμα, μπήκαν στη διαδικασία να κατανοήσουν και στη συνέχεια, να εξηγήσουν στο αφελές και δύσπιστο κοινό, για ποιο λόγο ένα κορίτσι 18, 19, 20 χρονών, ένιωσε την ανάγκη να σκαρφιστεί ένα τέτοιο ψέμα. Η εύλογη απάντηση σε αυτό το ερώτημα ήρθε και από την ίδια πολλά χρόνια αργότερα, όταν σε μία συνέντευξή της, ανέφερε χαρακτηριστικά,

«Όταν είσαι παιδί και δεν έχεις σταθεί στα πόδια σου και είσαι μη αποδεκτός από την κοινωνία λόγω της καταγωγής σου δεν έχεις τη δύναμη – αν πρώτα ο κόσμος δεν σε γνωρίσει – να μπορέσεις να πεις ποιος είσαι. Φοβάσαι ότι δεν θα σου δοθεί η ευκαιρία».


Η «πρώτη κυρία» της μεταπολίτευσης Δήμητρα Λιάνη Παπανδρέου

Σε μία τηλεοπτική συνέντευξή της πίσω στο 2018, η Δήμητρα Λιάνη είχε αναφέρει πως, «Είμαι ένα κομμάτι της νεότερης ελληνικής ιστορίας» και όσο μεγαλόστομη και αν μοιάζει αυτή η παραδοχή, «κρύβει» ένα εξίσου μεγάλο κομμάτι αλήθειας. Ήταν Οκτώβρης του 1988, όταν ο πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου επέστρεψε από το Λονδίνο, έπειτα από την επέμβαση bypass στην οποία είχε υποβληθεί στο νοσοκομείο Χέρφιλντ. Καθώς κατέβαινε ακμαίος και καμαρωτός από τη σκάλα του αεροπλάνου χαιρετώντας με θέρμη τον λαό του, έκανε ένα θαρραλέο νεύμα στην ξανθιά παρουσία που στεκόταν λίγο πιο πάνω και πίσω του, προσκαλώντας την να τον ακολουθήσει, να κατέβουν μαζί από το αεροπλάνο και συγχρόνως, επισημοποιώντας τη φημολογούμενη μέχρι τότε σχέση του με τη Δήμητρα Λιάνη, μετέπειτα Παπανδρέου. Η μεγάλη ηλικιακή διαφορά, το πολυτελές σπίτι που έχτισαν στην Αγράμπελη, το γεγονός πως με την επάνοδό του στην εξουσία το 1993 η Λιάνη ανέλαβε τη διεύθυνση του πρωθυπουργικού γραφείου, πυροδότησε τους πολέμιους του Παπανδρέου -εντός και εκτός κόμματος-, οι οποίοι άρχισαν να εξαπολύουν ανελέητα «πυρά» εναντίον της, για να λάβουν τη σταράτη απάντηση του Παπανδρέου «Μην χτυπάτε τη Δήμητρα, χτυπήστε εμένα».

Βλέποντας κανείς σήμερα τα σκανδαλώδη «κίτρινα» δημοσιεύματα και τα πρωτοσέλιδα της εποχής, μόνο αποστροφή, ντροπή και αηδία μπορεί να νιώσει, ανεξάρτητα από τις πολιτικές του πεποιθήσεις ή τη γνώμη του για την πληθωρική προσωπικότητα της Δήμητρας Λιάνη. Πομπώδεις λεζάντες όπως, «Αυτή μας κυβερνά», «Ξύπνα δύστυχε Ανδρέα» σε bold γραμματοσειρά και από κάτω η φωτογραφία της Δήμητρα Λιάνη topless στην παραλία, δεν προκαλούν μόνο αμηχανία, αλλά μας κάνουν να νιώθουμε μία ανακούφιση για τα «άλματα» που έχουν γίνει στον δημοσιογραφικό χώρο από τη δεκαετία του ’90. Σε κάθε περίπτωση, αυτά αποτελούν μόνο ένα ελάχιστο δείγμα της χυδαιότητας και της απύθμενης συκοφαντίας με την οποία διαχειρίστηκε ο τύπος την τότε «πρώτη κυρία» αλλά και εν γένει την ιδιωτική ζωή του Έλληνα ηγέτη. Μάλιστα, ήταν τόσο μεγάλη η εμπάθεια που καλλιέργησαν τα μέσα για το πρόσωπο της Λιάνη εκείνη την εποχή, ώστε το 1997 που η “φεμινίστρια” (με άπειρα εισαγωγικά) Αναστασία Αθήνη χειροδίκησε εναντίον της στην παρουσίαση του βιβλίου «10 χρόνια και 54 ημέρες» στη Στοά του Βιβλίου, μπροστά σε κάμερες και δημοσιογράφους, αρκετός κόσμος έσπευσε να τη συγχαρεί δημόσια για την πράξη της.

Η αυθεντική «λαίδη» του ελληνικού πενταγράμμου Άντζελα Δημητρίου

Μπορεί οι μικρότεροι ηλικιακά να έχουν στο μυαλό τους την Άντζελα Δημητρίου ως την cult φιγούρα που τραγουδάει το κομμάτι «θα κάνω καμπάκ, καμπάκ στον ερωτά σου» και πρωταγωνίστησε το Πάσχα του 2016 στην αμφιλεγόμενη διαφήμιση γνωστού καταστήματος παιχνιδιών, όμως κάποτε, η «λαίδη» του λαϊκού τραγουδιού έβγαινε στις σκηνές των μεγαλύτερων κέντρων διασκέδασης και με τους στίχους «Κάνε στην άκρη να περάσω, απόψε θα σε ξεπεράσω…» έτριζαν πατώματα και έπεφταν τα γαρύφαλλα «καταιγίδα». Πριν φτάσει στην «κορυφή» και συνεργαστεί πλάι σε ονόματα όπως ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Στράτος Διονυσίου, η Πόλυ Πάνου, η Τζένη Βάνου, η Ρίτα Σακελλαρίου και ο Μανώλης Αγγελόπουλος, η Δημητρίου μεγάλωσε στο Περιστέρι σε μία φτωχή οικογένεια, για την οποία αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο στα 11 και να εργαστεί σε φάμπρικα, ώστε να συνεισφέρει στο οικογενειακό εισόδημα. Η «παραμυθένια» ιστορία του μάχιμου φτωχοκόριτσου που εκπληρώνει το όνειρό του και γίνεται η απόλυτη σταρ, θυμίζει παραγωγή της Φίνος Φιλμ, και ίσως να μην την αντιμετωπίζαμε σήμερα ως μία περσόνα που περιφέρει το πάλαι ποτέ σταριλίκι της, αλλά ως κάτι άξιο εκτίμησης, εάν δεν είχαν βάλει το «χεράκι» τους τα εγχώρια μέσα.

Ατυχείς δηλώσεις που έκανε στα μέσα των 90’s, ενώ τα τραγούδια της άρχισαν να ακούγονται στην Τουρκία και την Αραβία, έγιναν «τροφή» για τα τηλεοπτικά «παράθυρα», περνώντας έτσι ως ανέκδοτα μέσα στις παρέες. Όλοι γελάσαμε με το «Ουδέν καλό, αμπιγιέζ καλού», όμως το γέλιο μας κόπηκε, όταν μάθαμε από μετέπειτα δηλώσεις της κόρης της, Όλγας Κιουρτσάκη, πως όταν ήταν μικρή δεν ήθελε να πηγαίνει στο σχολείο, αφού οι συμμαθητές της κουτσομπόλευαν τη μητέρα της. Ωστόσο, όσο και αν προσπάθησαν κάποιοι να τη διαβάλουν, ο χρόνος έβαλε τα πράγματα στη θέση τους. Αφού, όπως είχε πει για εκείνη κάποτε η Μαλβίνα, «Το τραγικό σε αυτές τις ιστορίες είναι πως οι ίδιοι άνθρωποι μετά από 15-20 χρόνια, όταν θα τους έχει χτυπήσει ένα κιγκλίδωμα μιας μνήμης ρετρό, θα σε ξανά ανακαλύψουν και θα πουν “Ευλογημένη η εποχή της Άντζελας Δημητρίου” […]. Όπως γίνεται με όλα τα πράγματα στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες. Ό,τι τους καταδυναστεύει ως ρετρό επιστρέφει». Και μπορεί το ημερολόγιο να δείχνει 2021, όμως εμείς που μεγαλώσαμε με τα τραγούδια της να παίζουν στη διαπασών στα οικογενειακά γλέντια, όταν ακούμε τη φωνή της θέλουμε όντως να βάλουμε «φωτιά στα Σαββατόβραδα».

2 SHARES