Ένα διαχρονικό love story που όλες έχουμε ζήσει αλλά καμία δεν θέλει να θυμάται

Όταν η Γ. γνώρισε τον Α. ήμασταν όλες σίγουρες πως ήταν ό,τι καλύτερο της είχε συμβεί τα τελευταία τρία χρόνια -που παρέμενε πεισματικά single από επιλογή- ακόμη και αν εκείνη είχε κάποιες επιφυλάξεις στην αρχή. Η γνωριμία τους κυλούσε ανέλπιστα καλά, με τους αβίαστους, γρήγορους αλλά ομαλούς ρυθμούς που εξελίσσεται κάθε ιστορία, η οποία καταλήγει συχνά σε μία όμορφή σχέση: Το πρώτο φιλί, η αμηχανία των πρώτων ραντεβού, τα τυχαία «ηλεκτρισμένα» αγγίγματα καθώς περπατούσαν ο ένας δίπλα στον άλλον.

Αφού αντάλλαξαν μερικά μηνύματα στο Tinder και μερικά ακόμη στο Instagram, λοιπόν, η φίλη μου πήρε την απόφαση και την κατάσταση στα χέρια της, προτείνοντας να μοιράσουν τη μικρή χιλιομετρική απόσταση που τους χώριζε και να πάνε για έναν απογευματινό περίπατο.

Η πρώτη συνάντηση έφερε τη δεύτερη και την τρίτη, ενώ στο έκτο κατά σειρά ραντεβού, ο Α. εμφανίστηκε με ένα λευκό κρασί και μία χαρτοσακούλα γεμάτη maki, nigiri, sashimi, και άλλα ιαπωνικά καλούδια στην πόρτα του σπιτιού της. Περίπου πέντε ραντεβού αργότερα, είχε κέρδισε επίσημα μία θέση στην καρδιά της. Σύμφωνα με την Γ., όλο αυτό το διάστημα ο νεαρός την καλημέριζε και την καληνυχτούσε ανελλιπώς, ενώ δεν παρέλειπε μέσα στην ημέρα να της επισημαίνει με κάθε τρόπο ότι τη σκέφτεται, στέλνοντας τραγούδια γεμάτα νόημα από το YouTube, αστείες selfies και μοιράζοντας απλόχερα reactions στα stories της. Ήταν επίμονος, όμως όχι πιεστικός. Ήταν ρομαντικός και συνεσταλμένος, χωρίς να γίνεται cringey και το κυριότερο, είχε καταφέρει να βάλει τη Γ. στη διαδικασία να σκέφτεται πως, ίσως ο Α. να ήταν ο άντρα για τον οποίο θα άξιζε να «θυσιάσει» τη μοναξιά της.

«Έχω την εντύπωση πως έχεις απομακρυνθεί την τελευταία εβδομάδα…»

Δύο μήνες μετά και ενώ όλη η παρέα έχει γνωρίσει τον Α. στα γενέθλια της Γ., ως τον τύπο που «μάλλον είναι σε σχέση με τη Γ. απλώς δεν το έχουν πει», εκείνος κάνει το απόλυτο plot twist και αρχίζει να αποκτά μία παράξενη, αλλά κάπως γνώριμη στάση. Δεν σήκωνε το τηλέφωνο, αργούσε να απαντήσει στα μηνύματα και όταν το έκανε, δυσκολευόταν να συντάξει περισσότερες από δύο σειρές, ενώ απέφευγε συστηματικά επί μία εβδομάδα κάποια συνάντηση. Ένα δροσερό κυριακάτικο απόγευμα, λοιπόν, κάπου στα μέσα Μαρτίου, ο Α. και η Γ. κάθονταν σε ένα πεζούλι κοντά στο σημείο που βγήκαν τον πρώτο τους περίπατο, όταν εκείνη αποφασίζει για μία δεύτερη φορά να πάρει την κατάσταση στα χέρια της, λέγοντας πως, «έχω την εντύπωση πως έχεις απομακρυνθεί την τελευταία εβδομάδα και αναρωτιέμαι…». Όχι. Δεν είχε απλώς την εντύπωση: Ο Α. είχε όντως απομακρυνθεί.

Τα γενέθλιά της σε συνδυασμό με μία συνάντηση που είχαν λίγες ημέρες νωρίτερα με ένα φιλικό ζευγάρι, τον έβαλαν στη διαδικασία να σκεφτεί πως είναι μπερδεμένος, πως δεν είναι έτοιμος να προχωρήσει σε κάτι πιο σοβαρό, αφού όπως είπε, μόλις τον Νοέμβριο είχε βγει από μία σοβαρή σχέση με την οποία, μάλιστα, συγκατοικούσε. Εάν ήμουν η Γ. θα απαντούσα ένα μακρόσυρτο «whaaat» όμως, εκείνη πήρε μία βαθιά ανάσα και αποφάσισε να βάλει τα πράγματα και τον A. στη θέση τους. Του εξήγησε πως δεν την ενδιαφέρει να συνεχίσουν με casual όρους, πως εφόσον θέλουν άλλα πράγματα, καλό θα ήταν οι δρόμοι τους να χωρίσουν εδώ. Έτσι και έγινε. Μπήκε στο αυτοκίνητο και με πήρε τηλέφωνο κλαίγοντας, λέγοντας πως δεν περίμενε αυτή την εξέλιξη, πως τον πρώτο καιρό ο Α. έδειχνε να έχει άλλες προθέσεις, πως τον ήθελε πολύ, αλλά δεν ήταν διατεθειμένη να συμβιβαστεί με μία επώδυνη κατάσταση, που δεν θα την κάλυπτε.

Επιστρέφοντας στον τόπο του «εγκλήματος»

Ομολογώ πως ακούγοντας τη φίλη μου να κλαίει στο τηλέφωνο, ενώ συγχρόνως «έπλεκε» ένα αξιοζήλευτο, σπουδαίο μανιφέστο αυτοεκτίμησης, ένιωσα να φουσκώνω από περηφάνια. Όχι μόνο γιατί είχε βρει το θάρρος να αποχωρήσει εκφράζοντας τη δική της αλήθεια, αλλά γιατί ήξερα πως αυτό το μικρό βήμα ήταν μία προσπάθεια να πλησιάσει τη γυναίκα που ονειρευόταν να γίνει στο μέλλον. Τη γυναίκα που ξέρει τι θέλει και δεν αφήνει τον φόβο και την ανασφάλεια να τη δεσμεύουν σε μία σχέση που δεν είναι στα μέτρα της. Ωστόσο, ο Α. δεν έπαιρνε από λόγια. Τις επόμενες ημέρες προσπάθησε να της υπενθυμίσει την παρουσία του, κάνοντας reactions στα social media, στέλνοντας «κούφια» μηνύματα που δεν έλεγαν τίποτα ουσιαστικό, αλλά άνοιγαν έναν δίαυλο επικοινωνίας μεταξύ τους. Χρειάστηκε περίπου δύο εβδομάδες για να την πείσει να επιστρέψει στην κατάσταση που είχαν και εκείνη, να δεχθεί άτυπα τους όρους του.

Από αυτό το σημείο και έπειτα, το love story μετατράπηκε σε μία κλισέ αφήγηση που όλοι έχουμε ζήσει, όμως κανείς δεν θέλει να θυμάται. Ο Α. δεν έκανε βήμα πίσω, ενώ η Γ., όποτε βρισκόταν μαζί του περνούσε τελεία και στο διάστημα που ακολουθούσε μέχρι την επόμενη συνάντησή τους σκεφτόταν πως το μόνο που του αξίζει, είναι να τον πετάξει από τη ζωή της… σαν την τρίχα από το ζυμάρι. Έτσι και έγινε. Ένα βράδυ που είχε πάει από το σπίτι της, του δήλωσε πως δεν αντέχει άλλο αυτή την κατάσταση και πως θα ήταν καλύτερο να διακόψουν κάθε επικοινωνία. Παρόλα αυτά, η απόφασή της δεν εισακούστηκε. Έπειτα από λίγες ημέρες σιωπής και overthinking από τη μεριά της Γ., εκείνος άρχισε ξανά την ίδια τακτική, μέχρι να βρεθούν ξανά πλάι στον ίδιο καναπέ.

Διαβάζοντας όσα έχω γράψει παραπάνω και ενώ η Γ. συνεχίζει ακόμη και σήμερα να συναντάει τον Α., στους ίδιους σχεδόν ρυθμούς και υπό τους ίδιους όρους, εγώ συνεχίζω να μην διακρίνω το ηθικό δίδαγμα αυτής της χιλιοειπωμένης ιστορίας. Αυτό που ξέρω όμως, είναι πως δεν αξίζει για κανέναν Α. να βάζουμε τις επιθυμίες και τον εαυτό μας σε δεύτερη μοίρα, περιμένοντας πότε εκείνος θα είναι έτοιμος να μπει σε σχέση μαζί μας. Άλλωστε, όπως λέει και μία φίλη μου, «όταν κάποιος δεν είναι έτοιμος για εσένα την πρώτη φορά, δεν θα είναι ποτέ έτοιμος». Υπομένοντας καταστάσεις και συμπεριφορές, περιμένοντας υπομονετικά τον άλλο, ειδικότερα όταν δεν μας έχει ζητήσει χρόνο, το μόνο που θα καταφέρουμε είναι να χάσουμε δικό μας «πολύτιμο» χρόνο, μπόλικα αποθέματα ενέργειας, συναρπαστικά πράγματα, υπέροχους ανθρώπους που μας περιμένουν στην επόμενη γωνιά και το χειρότερο, ακόμη και τον ίδιο τον εαυτό μας.