Χρήσιμες συμβουλές για να μετατρέψεις το small talk σε μία ουσιαστική συζήτηση

Είμαι σίγουρη πως το αισθάνεσαι και εσύ. Από την ημέρα που επιστρέψαμε αισίως στην κανονικότητα που βιώνουμε την παρούσα περίοδο, είναι λες και η γάτα μας έχει φάει τη γλώσσα. Ποιες; Εμείς! Εμείς που η γλώσσα μας άλλοτε πήγαινε ροδάνι, που δεν σταματούσαμε μέχρι να εξαντλήσουμε κάθε θέμα συζήτησης, κάνοντας ατελείωτες αναλύσεις επί αναλύσεων μέσα από κάθε πιθανό πρίσμα ή οπτική, που παίζαμε ενεργά «μπάλα» σε μία κουβέντα με περισσότερους από δύο συμμετέχοντες και έπειτα από μία εκ βαθέων κουβέντα, ήταν λες και είχε έρθει ο κόσμος… ανάποδα, ξαφνικά δεν έχουμε να πούμε τίποτα και με κανέναν. Ίσως υπερβάλω λίγο, όμως βγαίνοντας -σχεδόν- αλώβητες από τη «lockdown» εποχή, είναι λες και ξεχάσαμε πως είμαστε κοινωνικά όντα, ενώ τα social skills μας είναι πιο σκουριασμένα από ποτέ.

Ειδικότερα όσες από εμάς δυσκολευόμασταν να κοινωνικοποιηθούμε, χωρίς να μας «τρώει» το μικρόβιο του social anxiety, πλέον ζοριζόμαστε αρκετά να συμμετέχουμε σε έναν διάλογο που απαιτεί κάτι περισσότερο από τη γνωστή small talk στιχομυθία, «Τι κάνεις/Καλά/Πάντα καλά». Ωστόσο, την ίδια στιγμή, αυτό που έχουμε ανάγκη περισσότερο από ποτέ, είναι να επικοινωνήσουμε. Να επικοινωνήσουμε ουσιαστικά, «ξετυλίγοντας» από μέσα μας αυτό το κουβάρι σκέψεων, συναισθημάτων, γεγονότων, το οποίο μας έχει σταθεί στον λαιμό και δεν μας αφήνει να βγάλουμε «κιχ». Ακριβώς για αυτό, παρακάτω έχω συγκεντρώσει μία λίστα από χρήσιμες συμβουλές που υπόσχονται πως θα μας βοηθήσουν να περάσουμε το small talk σε ένα βαθύτερο level, ώστε να μπορέσουμε να απολαύσουμε ξανά μία ουσιαστική συζήτηση, ένα δυνατό connection με τους ανθρώπους που μας περιβάλλουν.

#1 Ενθαρρύνουμε την περιέργειά μας δίνοντας «τροφή» για συζήτηση 

Ανεξάρτητα ποιος είναι ο συνομιλητής μας, η μητέρα, η κολλητή, ο γοητευτικός άγνωστος που μας προσέγγισε στο μπαρ, η μεσήλικη οδηγός ταξί που μας μεταφέρει στον προορισμό μας, μία συζήτηση μαζί του, είναι μία αφορμή για να μάθουμε κάτι καινούργιο, κάτι που ο συνομιλητής μας γνωρίζει, αλλά εμείς όχι ακόμα. Και ο μόνος τρόπος για να… αλιεύσουμε αυτό το «κάτι» καινούργιο, είναι να αναλάβει δράση η περιέργειά μας, καθώς η ερωτήσεις μας είναι που θα πυρτωδοτήσουν τον διάλογο και θα τον μετατρέψουν σε μία νοητή παρτίδα πινγκ-πόγνκ, από την οποία εμείς θα βγούμε κερδισμένες, αποκομίζοντας γνώσεις, σοφία και περισσότερο food for though. Συνεπώς, όσο έχουμε τα αυτιά μας ανοιχτά, όσο το ενδιαφέρον μας παραμένει προσηλωμένο στον συνομιλητή, χωρίς να παριστάνουμε πως τον ακούμε μέχρι να έρθει η στιγμή να μιλήσουμε, θα έχουμε δημιουργήσει τις ιδανικές συνθήκες για μία εποικοδομητική συζήτηση, η οποία ξεπερνά τα στεγανά του small talk. 

#2 Δεν επιδιώκουμε έτοιμες απαντήσεις που επιθυμούμε να ακούσουμε

Ας είμαστε ειλικρινείς. Όλες το έχουμε κάνει κάποια στιγμή, άθελά μας ή ηθελημένα. Ναι, πολλές φορές κάνουμε ερωτήσεις μέσα από τις οποίες οδηγούμε τον συνομιλητή μας προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση, μία μονολεκτική απάντηση, αφού κατά κάποιον τρόπο, η ίδια η ερώτηση αντανακλά αυτό που εμείς προσδοκούμε ή επιθυμούμε να ακούσουμε. Για παράδειγμα, όταν κάποιος μας περιγράφει πόσο πολύ δυσκολεύτηκε να ολοκληρώσει μία απαιτητική παρουσίαση που είχε για το γραφείο, η προβλεπόμενη αντίδραση είναι να τον ρωτήσουμε καταφατικά «Θα πρέπει να σε κούρασε πολύ», δείχνοντας πως συμπάσχουμε. Ωστόσο, εάν αντ’ αυτού ρωτούσαμε «Και πώς αισθάνεσαι με αυτό σήμερα», θα δίναμε τη δυνατότητα στον συνομιλητή να μας απαντήσει, χωρίς να υποκινείται από δικά βιαστικά και συμπεράσματα. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε πως ο τρόπος με τον οποίο διατυπώνουμε τις ερωτήσεις μας, παίζει καθοριστικό ρόλο στην ποιότητα μίας συζήτησης, αφού όσο πιο «ανοιχτό» είναι ένα ερώτημα, τόσο μεγαλύτερη σκέψη και προβληματισμό δημιουργεί στην απέναντι πλευρά, τόσο βαθύτερη θα είναι η απάντηση που θα λάβουμε.

#3 Καλλιεργούμε το εύφορο «έδαφος» που δημιουργεί η ενσυναίσθησή μας

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η ενσυναίσθηση είναι ένα «θείο» δώρο μίας οξυμένης συναισθηματικής νοημοσύνης, ένα σπάνιο προσόν που καθιστά ιδιαίτερα ξεχωριστούς και καλούς ακροατές τους ανθρώπους που τη διαθέτουν. Ουσιαστικά, είναι η ικανότητα ενός ανθρώπου να συναισθάνεται κάποιον άλλο, να «μπαίνει» στα παπούτσια του και να βλέπει τα πράγματα μέσα από τη δική του οπτική, τις δικές του εμπειρίες και τρόπο σκέψης, να τον συμπονά βαθιά και ουσιαστικά. Ομολογουμένως, δεν διαθέτουμε όλοι την ίδια ενσυναίσθηση όμως, όλοι έχουμε τη δυνατότητα να την εξασκήσουμε, βάζοντας για λίγο στην άκρη τις προκαταλήψεις, τα «κουτάκια» και τις απόψεις μας, κάνοντας μία τίμια προσπάθεια να κατανοήσουμε πώς νιώθει ο άνθρωπος με τον οποίο συνομιλούμε. Δεν έχει σημασία εάν θα συμφωνήσουμε ή όχι, καθώς σκοπός ενός διαλόγου δεν είναι να έρθουμε σε αντιπαράθεση με τον άλλο, αλλά πρωτίστως να τον καταλάβουμε για να μπορούμε μετέπειτα να απαντήσουμε, να βοηθήσουμε ή να τον συμβουλεύσουμε.

#4 Θυμόμαστε πως το πρόβλημα κάποιου δεν είναι ίδιο με ένα δικό μας 

Το μεγαλύτερο φάουλ που μπορούμε να κάνουμε, όταν κάποιος μας εκμυστηρεύεται έναν βαθύ και έντονο προβληματισμό του, ένα ζήτημα που αντιμετωπίζει στο γραφείο, το σπίτι ή τη σχέση του, είναι να παραληρήσουμε την ιστορία του με μία παρόμοια ιστορία που έχουμε βιώσει εμείς στο παρελθόν. Μπορεί να νομίζουμε πως η δική μας ιστορία λειτουργεί βοηθητικά και παρηγορητικά, μπορεί να έχουμε τις καλύτερες προθέσεις, όμως είναι πολύ πιθανό το πρόσωπο που στέκεται απέναντί μας, να αισθανθεί πως προσπαθούμε να μεταφέρουμε την προσοχή στο δικό μας ζήτημα. Ναι, μερικές εμπειρίες μπορεί να είναι σχετικές και παρόμοιες, αλλά δεν είναι ποτέ ίδιες, ακριβώς επειδή τα εμπλεκόμενα πρόσωπα είναι διαφορετικά. Καλό θα ήταν, λοιπόν, όταν θα μας έρθει στο μυαλό μία τέτοια ιστορία, την οποία αισθανόμαστε την ανάγκη να μοιραστούμε, να την κρατήσουμε για τον εαυτό μας, μέχρι να ολοκληρώσει ο συνομιλητής μας τη σκέψη του. Έπειτα, μπορούμε να τον συμβουλέψουμε σύμφωνα με την εμπειρία μας, αναφέροντας πως έχουμε βιώσει κάτι ανάλογο στο παρελθόν. Εάν ο άλλος θέλει να ακούσει την ιστορία μας, είναι βέβαιο πως θα το ζητήσει από μόνος του.

#5 Προσπαθούμε να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς κυρίως με τον εαυτό μας

Έχει σημασία να θυμόμαστε πως όσο πιο ειλικρινείς είμαστε με τον άνθρωπο που έχουμε απέναντί μας κατά τη διάρκεια μίας κουβέντας, τόσο πιο ουσιαστική θα είναι κουβέντα, τόσο πιο δυνατό θα είναι το connection που θα δημιουργηθεί μεταξύ μας. Ακόμη και τις φορές που γνωρίζουμε πως έχουμε απέναντί μας κάποιον που έχει διαφορετικές ιδέες και αντιλήψεις από ότι εμείς, εκεί είναι που δεν πρέπει με τίποτα να κάνουμε πίσω. Όχι γιατί εμείς έχουμε το αλάνθαστο και πρέπει να του το αποδείξουμε με κάθε τρόπο, αλλά γιατί μία συζήτηση ανάμεσα σε δύο εντελώς διαφορετικούς ανθρώπους, είναι πολύ πιο απρόβλεπτη, ενδιαφέρουσα και… εκρηκτική! Επιπλέον, οι άτυποι διαξιφισμοί μας με άλλους συνομιλητές, είναι μία ευκαιρία που μας δίνεται, μία πρόκληση για να διαπιστώσουμε μέχρι ποιο σημείο είμαστε ικανές να υποστηρίξουμε τη δική μας κοσμοθεωρία. Και δεν πρέπει να αφήνουμε τέτοιες ευκαιρίες να πηγαίνουν χαμένες, προσπαθώντας να κρυφτούμε πίσω από το δάχτυλό μας για να μην εκτεθούμε, καθώς μέσα από τέτοιες εποικοδομητικές κουβέντες μπορούμε να καλλιεργήσουμε ένα βαθύτερο αίσθημα εμπιστοσύνης για τον εαυτό μας, να ανοίξει το μυαλό μας σαν… αλεξίπτωτο και να μάθουμε περισσότερα πράγματα.