Πώς θα διαχειριστείς την αβάσταχτη ελαφρότητα της συναισθηματικής απιστίας

Καθώς η Μ. scrollαρε αχόρταγα στις συνομιλίες του Γ. στο Messenger, δεν μπορούσε με τίποτα να πιστέψει αυτό που έβλεπαν τα μάτια της. Σχεδόν μισή ώρα πριν, ο Γ. την είχε καλημερίσει δίνοντάς της ένα φιλί στο μέτωπο και είχε φύγει βιαστικός από το σπίτι για να πάει στο γραφείο, ξεχνώντας να κάνει log out τον λογαριασμό του στο Facebook από τον υπολογιστή της. Σύμφωνα με τη Μ., δεν θα είχε χρειαστεί να ψαχουλέψει τις συνομιλίες του, αν ο Γ. δεν είχε γίνει τόσο κρυψίνους τους τελευταίους μήνες, έπειτα από τρία χρόνια σχέσης. Το γεγονός πως ο Γ. δεν άφηνε το κινητό του εκτεθειμένο ή σε κοινή θέα κάθε φορά που περνούσαν χρόνο μαζί, σε συνδυασμό με την εξόφθαλμη επιμονή του να πληκτρολογεί κρυφά τον κωδικό κλειδώματος, καθώς και η επιλογή να μη φαίνεται το όνομα του αποστολέα όταν εμφανίζεται μία ειδοποίηση από το Messenger στην οθόνη του κινητού, της είχαν βάλει «ψύλλους» στα αυτιά.

Μέχρι να πάρει την απόφαση να αναζητήσει αποδείξεις και ονόματα στις διαδικτυακές συνομιλίες του Γ., βίωσε μία ανεπανάληπτη εσωτερική σύγκρουση, καθώς ήξερε πως αυτό που ήταν έτοιμη να κάνει, δεν θα ήθελε να της το κάνουν, ενώ ήταν μία πράξη κάθετα αντίθετη στις αρχές της. Παρόλα αυτά, ενέδωσε στον πειρασμό και ήρθε αντιμέτωπη με μία επώδυνη αλήθεια που την έπιασε απροετοίμαστη: Ο Γ. επί έξι μήνες συνομιλούσε νυχθημερόν με μία γνωστή - άγνωστη συνάδελφο από την προηγούμενη απασχόλησή του, ανταλλάσσοντας αστείες selfies, τραγούδια -που είχε στείλει και σε εκείνη-, φλερτάροντας σαν να μην υπάρχει αύριο. Για την ακρίβεια, ήταν λες και ένα εξάμηνο είχαν σχέση από απόσταση. Η πρώτη σκέψη της Μ. ήταν να του στείλει ένα κατεβατό που ο Γ. θα το… φυσάει και δεν θα κρυώνει, ζητώντας συγχρόνως εξηγήσεις, όμως η λογική και η ψυχραιμία υπερίσχυσαν, οπότε με πήρε τηλέφωνο.

Όταν η συναισθηματική απιστία μετατρέπει τη σχέση σε ναρκοπέδιο

Ακούγοντας τη Μ. να περιγράφει με στόμφο πόσο ανεπανόρθωτα την είχαν πληγώσει οι συνομιλίες που ανακάλυψε, θυμήθηκα τη φίλη μου την Α., η οποία έλεγε στο Λύκειο πως θα συγχωρούσε με ευκολία έναν άπιστο σύντροφο που είχε φυσική επαφή με κάποιο άλλο άτομο, όμως δεν θα συγχωρούσε έναν σύντροφο που την απατούσε νοητά με ένα τρίτο πρόσωπο, γιατί όπως σοφά είχε πει τότε, «η απιστία του μυαλού πονάει περισσότερο». Και μπορεί τότε να σκεφτόμουν από μέσα μου, «τι λέει», όμως η Α. είχε τελικά δίκιο.

Από την άλλη πλευρά βέβαια, ποια είναι η ειδοποιός διαφορά που διαχωρίζει μία βαθιά, στενή, οριακά παρεξηγήσιμη φιλία με μία παλιά συνάδελφο από μία κακόβουλη συναισθηματική απιστία; Η αλήθεια είναι πως τα όρια στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν είναι διόλου ευδιάκριτα, ειδικότερα για τους συμμετέχοντες. Ωστόσο, η σημαντική λεπτομέρεια που καθιστά μία τέτοια κατάσταση ως συναισθηματική απιστία, είναι το γεγονός πως αυτός που τη διαπράττει δεν θέλει επ’ ουδενί να μάθει η σχέση του για την ύπαρξη αυτής της κατά τα άλλα πλατωνικής ερωτικής επαφής.

Έτσι και αλλιώς, είναι απόλυτα θεμιτό και φυσιολογικό να μοιραζόμαστε συναισθήματα εγγύτητας και οικειότητας με ανθρώπους πέρα από τον σύντροφό μας. Το πρόβλημα ξεκινά από τη στιγμή που αισθανόμαστε την ανάγκη να το αποκρύψουμε από εκείνον, γιατί τότε αρχίζουμε να περνάμε στο danger zone, το ναρκοπέδιο της συναισθηματικής εξαπάτησης.

Οι παράπλευρες απώλειες και οι συνέπειες της συναισθηματικής απιστίας

Το βασικό πρόβλημα που εντοπίζεται στις περιπτώσεις της συναισθηματικής απιστίας είναι πως ο άπιστος σύντροφος βολεύεται -κάπως- με την πεποίθηση πως δεν κάνει κάτι κακό, εφόσον δεν συνευρίσκεται ερωτικά με κάποιο άτομο εκτός σχέσης, ενώ στον αντίποδα, το πρόσωπο που εξαπατάται δεν έχει αρκετές ή χειροπιαστές αποδείξεις για να ξεσκεπάσει το «έγκλημα». Κάπως έτσι, ο άτυπος δεσμός που έχει δημιουργηθεί εκτός σχέσης, υποσκάπτει τα θεμέλια της βασικής σχέσης, ενώ σε βάθος χρόνου, το ενδεχόμενο κάποιας πιθανής αποκάλυψης γίνεται όλο και πιο επικίνδυνο.

Διότι όπως συνέβη και στην περίπτωση της Μ., όταν ο εξαπατημένος σύντροφος μάθει για την εξωτερική επαφή που διατηρεί ο σύντροφός του, όχι μόνο θα πληγωθεί άνευ προηγουμένου, αλλά θα αποκτήσει -από το πουθενά- αμφιβολίες και σοβαρά ζητήματα εμπιστοσύνης, τα οποία θα συνεχίσει να κουβαλά μέσα του, είτε αποφασίσει να αποχωρήσει με το κεφάλι ψηλά, είτε παραμείνει στη σχέση.

Όπως είναι λογικό, ακόμη και αν το ζευγάρι αποφασίσει να πάρει τη γενναία απόφαση να γυρίσει «σελίδα», το περιστατικό -αν και θαμμένο- παραμένει ένα ανοιχτό «τραύμα» για τη σχέση, το οποίο θα επανέρχεται κάθε φορά που ο εξαπατημένος σύντροφος θα αισθάνεται πως κάτι δεν πάει καλά. Όσο για τον σύντροφο που είχε δημιουργήσει την εξωτερική επαφή, είναι βέβαιο πως θα χρειαστεί να καταβάλει μεγάλη προσπάθεια για να απαγκιστρωθεί από τον δεσμό που έχει δημιουργήσει και συγχρόνως, να κερδίσει τη χαμένη εμπιστοσύνη της άλλη πλευράς.

Πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε το ενδεχόμενο μίας συναισθηματικής απιστίας

Αν έχουμε την εντύπωση πως ο σύντροφός μας διατηρεί ερωτικές αλλά πλατωνικές επαφές με κάποιο πρόσωπο, υπάρχουν πολλοί τρόποι να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση. Σε κάθε περίπτωση, το να παραστήσουμε τους δαιμόνιους ντέντεκτιβ παραβιάζοντας προσωπικά δεδομένα, όπως η Μ. καλή ώρα, δεν είναι ένας από αυτούς, ακόμη και αν υπάρχει αρκετός κόσμος που τον ακολουθεί. Αν βρισκόμαστε έτσι και αλλιώς στο κατώφλι του τέλους με τον σύντροφό μας και δεν έχουμε τη διάθεση να προσπαθήσουμε άλλο για αυτή τη σχέση, μπορούμε να χωρίσουμε ή να ανοίξουμε τις κεραίες μας, περιμένοντας τη στιγμή που θα προδώσει από μόνος του τον εαυτό του. Γιατί, ας είμαστε ειλικρινείς, δεν υπάρχει τέλειο «έγκλημα».

Από την άλλη πλευρά βέβαια, αν αυτή η σχέση έχει πραγματικά σημασία για εμάς και θέλουμε να δώσουμε μία ακόμη ευκαιρία, το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε, είναι να μιλήσουμε ανοιχτά στον σύντροφό μας, εκφράζοντας τις σκέψεις και τους προβληματισμούς μας. Όχι με την αξίωση πως θα μας πει απευθείας την αλήθεια -αν και θα έπρεπε-, αλλά για να του δώσουμε την ευκαιρία να πάρει τον χρόνο που χρειάζεται και να το κάνει όταν αισθανθεί έτοιμος.

Με άλλα λόγια, αν μοιραστούμε τις αμφιβολίες που έχουμε με τον σύντροφό μας, του δίνουμε την επιλογή να μας πει την αλήθεια, να προσπαθήσει και να σώσει -ίσως- τη σχέση μας ή να κάνει πως δεν τρέχει τίποτα, προσπαθώντας να μας βγάλει παράλογες. Ανάλογα με την επιλογή που θα διαλέξει, θα ξέρουμε και εμείς πως να κινηθούμε μετέπειτα και αν θέλουμε όντως να συνεχίσουμε να είμαστε μαζί του. Σε κάθε περίπτωση, ο τρόπος με τον οποίο θα χειριστεί ο σύντροφός μας την κατάσταση, είναι ο βασικός λόγος για να αποφανθούμε αν θέλουμε ή δεν θέλουμε να παραμείνουμε στη σχέση. 

Όπως και να έχει, είναι σημαντικό να θυμόμαστε πως όταν ο σύντροφός μας δεν έχει τη διάθεση να καθησυχάσει τις αμφιβολίες μας, αλλά θέλοντας να σώσει τη θέση του λέει πως, «τα βγάζεις από το μυαλό σου», «είσαι τρελή», «έχεις παρανοήσει», προσπαθώντας να μας κάνει να αμφιβάλουμε για τα συναισθήματα, τη νοημοσύνη ή το ένστικτό μας, -το πιο πιθανό είναι πως έχει όντως… λερωμένη τη φωλιά του- καλύτερα να ξεμπερδεύουμε μαζί του μία ώρα αρχύτερα, πριν αρχίσουμε όντως να αμφιβάλλουμε για τον εαυτό μας.