Caution! Τα «σημάδια» που μου έδειξαν πως η κολλητή μου με είχε ανάγκη

Η Αθηνά είναι κολλητή μου εδώ και 20 χρόνια περίπου. Έχουμε περάσει μαζί χαρές – λύπες, επιτυχίες – αποτυχίες, άγχη, ανασφάλειες, αγωνίες για το μέλλον και ενίοτε για το παρόν. Ποτέ, ωστόσο, δεν ήταν ο άνθρωπος που θα σου έλεγε «κάτσε να στα πω» ή «απόψε θέλω οπωσδήποτε να βρεθούμε για να μιλήσουμε», μιας και είχε έναν δικό της ιδιαίτερο τρόπο να «ανοίγεται», ακόμη και σε εμένα.

«Εκπαιδευμένη» σε αυτή την ιδιόμορφη μορφή επικοινωνίας που είχαμε αναπτύξει όλα αυτά τα χρόνια, ήξερα να αναγνωρίζω τα «σημάδια» που έδειχναν πως ίσως κάτι να μην πηγαίνει καλά.

Το περασμένο φθινόπωρο, λοιπόν, έμοιαζε από την αρχή λίγο διαφορετικό από τα προηγούμενα για την Αθηνά. Για να είμαι ειλικρινής, ωστόσο, ήταν από τις λίγες φορές που δεν αναγνώρισα αμέσως τις αλλαγές στον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά της, μιας και τις απέδωσα στις ανακατατάξεις που υπήρξαν στο επαγγελματικό της περιβάλλον και την προσωπική της ζωή.

Το παράδοξο είναι πως αυτή τη φορά, πέρασε μία ολόκληρη εβδομάδα, για να μπορέσω να αντιληφθώ πως κάτι δεν πήγαινε καλά, όσο και αν εκείνη δεν ήθελε να το παραδεχτεί. Συγκεκριμένα, ήταν Σάββατο βράδυ όταν για πρώτη φορά συνειδητοποίησα ότι η Αθηνά χρειαζόταν άμεσα τη βοήθειά μου.

Σαββατόβραδο με ύπνο, κουβερτούλα και ταινία

Πρέπει να ήταν αρχές του μήνα, όταν την πήρα τηλέφωνο για να κανονίσουμε τη σαββατιάτικη καθιερωμένη μας έξοδο, αλλά εισέπραξα ένα αρκετά νωχελικό vibe από την πλευρά της. Τη ρώτησα αν είναι όλα καλά και εκείνη μου είπε πως ήταν κουρασμένη από την πιεστική εβδομάδα στο γραφείο και προτιμούσε να μείνει σπίτι βλέποντας μία ωραία ταινία που θα είχε στην τηλεόραση. Φυσικά, αυτή η συσσωρευμένη κούραση θα μπορούσε να ανακόψει τη διάθεση στον οποιοδήποτε, παρόλα αυτά το γεγονός πως η πρόταση που της έκανα ήταν να πάμε στο πιο in στέκι της γειτονιάς, όπου σημειωτέων θα έπαιζε μουσική ένας από τους αγαπημένους της Dj, ήταν που με έκανε να προβληματιστώ λίγο περισσότερο με την αντίδρασή της.

«Χάνοντας» στιγμές με αγαπημένα πρόσωπα

Η επόμενη ημέρα ξημέρωσε και είχε στο πρόγραμμα το μηνιαίο ραντεβού -που έχουμε κάθε πρώτη Κυριακή του μήνα- με τις φίλες μας από το σχολείο. Όμως και πάλι, εκείνη προτίμησε να βάλει ως προτεραιότητα της την ξεκούραση, απολογούμενη για το γεγονός πως χρειαζόταν παραπάνω ύπνο αυτές τις ημέρες. Σκέφτηκα πως καλό είναι να μην την πιέσω μιας και όλοι ενίοτε θέλουμε να περάσουμε ένα ολόκληρο σαββατοκύριακο κλεισμένες στο σπίτι. Έτσι, πήγα για brunch με τις φίλες μας και αποφάσισα να στείλω μία ομαδική μας φωτογραφία στην Αθηνά, λέγοντάς της πόσο λείπει από αυτή τη μάζωξη, έτσι ώστε να της υπενθυμίσω ότι όσα και αν είναι τα ευτράπελα που προκύπτουν καμία φορά στη ζωή μας, το σημαντικό είναι να περνάμε όμορφες, ανεξίτηλες στον χρόνο στιγμές, με τα αγαπημένα μας πρόσωπα.

Μία εβδομάδα «σπίτι – δουλειά, δουλειά – σπίτι»

Το ξεκίνημα της νέας εβδομάδας ήρθε και η διάθεσή μου παραδόξως ήταν αρκετά ανεβασμένη. Από τη Δευτέρα κιόλας, άρχισα να στέλνω προτάσεις για ταινίες, event σε μαγαζιά της πόλης, ψαγμένα εστιατόρια για νέες γαστρονομικές εμπειρίες και καθετί ιδιαίτερο, με το οποίο θα μπορούσα να παρακινήσω και την Αθηνά να βγει επιτέλους από το σπίτι, μέχρι να έρθει το επόμενο Σαββατοκύριακο. Ωστόσο, κάθε μου πρόταση ήταν σαν να έπεφτε σε «τοίχο», μιας και οι μονολεκτικές απαντήσεις της και οι «χαζές» δικαιολογίες που προέβαλε για πρώτη φορά στη ζωή της, δεν μπορούσαν να με πείσουν πως όλα είναι καλά. Πλέον, είχα αρχίσει να συνειδητοποιώ ότι κάτι σοβαρό συνέβαινε, κάτι που ενδεχομένως δεν θα ξεχαστεί με μία έξοδο μέχρι το πρωί, στα στέκια της πόλης. Επιστράτευσα, λοιπόν, τα μεγάλα μέσα…

Ένα μπουκάλι κρασί και το αγαπημένο της παγωτό ήταν αρκετά

Την Παρασκευή αισθανόμουν πως «ο κόμπος είχε φτάσει στο χτένι». Ήταν κλεισμένη στο σπίτι της για σχεδόν δέκα ημέρες και δεν έβλεπα καμία διάθεση από την πλευρά της να αλλάξει αυτή η κατάσταση. Έπρεπε, λοιπόν, να αλλάξω εγώ ρότα και να πάρω πιο δραστικές αποφάσεις. Ξαφνικά, γύρω στις 9 το βράδυ βρισκόμουν έξω από την πόρτα του σπιτιού της, με την αγαπημένη της ποικιλία κρασιού «αγκαλιά» και μία οικογενειακή συσκευασία με παγωτό φιστίκι. Εκείνη άνοιξε την πόρτα, φορώντας ήδη τις πιτζάμες της, με κοίταξε, όπως ήμουν φορτωμένη με όλα αυτά τα «καλούδια» και μου χαμογέλασε χωρίς να πει λέξη, παίρνοντάς με μία αγκαλιά.

Μπορεί να έχουν περάσει σχεδόν 20 χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων, γνωρίζω και από την καλή και από την ανάποδη τον χαρακτήρα της Αθηνάς, όμως κάθε φορά που τη βλέπω να «κλείνεται» στον εαυτό της, ανησυχώ όπως και την πρώτη φορά. Ωστόσο, γνωρίζω πως αυτός ακριβώς είναι ο δικός μας κώδικας επικοινωνίας και ο δικός μας μοναδικός τρόπος να λύνουμε τα απρόοπτα της ζωής, χωρίς πολλά λόγια και ξεσπάσματα - όπως κάναμε πάντοτε άλλωστε. Όλα τα υπόλοιπα θα τα λέγαμε μετά την τελευταία κουταλιά από την αγαπημένη μας γεύση παγωτό, καθώς η βραδιά ήταν μεγάλη και σίγουρα το Σάββατο που ξημέρωνε θα μας έβρισκε πιο αισιόδοξες από ποτέ.

3 SHARES