Το διπλό θαύμα της γαστρονομίας στη Ρόδο είναι ένα μαγικό ταξίδι από το παρελθόν στο μέλλον

Κατερίνα Μπούσιου

 Από το «Ακταίον» στο Nor Beach House Project. Μπορεί η Ρόδος να πληγώθηκε από την μεγάλη πυρκαγιά του καλοκαιριού στην καρδιά της τουριστικής περιόδου, αλλά ξαναβρήκε τον ρυθμό της μεγάλης της ανάπτυξης στην γαστρονομία και στην παροχή luxury υπηρεσιών. 

Η Ρόδος, η βασίλισσα της Δωδεκανήσου, το νησί που ενώνει την Ανατολή με τη Δύση, εκείνο που κατακτήθηκε, αλώθηκε και επηρεάστηκε από τρεις πολιτισμούς και έχει να καυχιέται για ένα από τα 7 θαύματα του κόσμου με τον Κολοσσό του, είναι αυτή τη στιγμή ένα ταχύτατα αναπτυσσόμενο νησί σε επίπεδο πρώτης κατηγορίας στην παροχή τουριστικών υπηρεσιών.

Το μαρτυρούν τα δεκάδες πολυτελή ξενοδοχεία του και τα μικρά διαμαντάκια γαστρονομίας. Αυτά που και εμείς γνωρίσαμε από κοντά.

Ένα ταξίδι από το παρελθόν στο μέλλον

Είναι τέλη Σεπτεμβρίου και κατά την επίσκεψή μας στη Ρόδο τίποτε δεν θυμίζει ότι είμαστε στις αρχές φθινοπώρου και στον επίλογο της τουριστικής περιόδου. Το αντίθετο. Το αεροδρόμιο σφίζει από ζωή με πτήσεις charter από όλον τον κόσμο και η διαδρομή από εκεί μέχρι την πόλη είναι πολύβουη, δίνοντας υπόσχεση ότι εδώ μπορείς να ζήσεις το δικό σου όνειρο. Να έχεις ότι επιθυμείς. Και το έχεις.

Η πολυδιάστατη Μεσαιωνικού χαρακτήρα αρχιτεκτονική σε σπίτια, ξενοδοχεία και δημόσια κτίρια με αρκετές επιρροές της Ιταλικής κατοχής του νησιού, με μία εσάνς αραβικής κουλτούρας, δεν σταματά να σε ταξιδεύει στον χρόνο, αλλά τίποτε δεν μοιάζει παλιό και ξεπερασμένο. Το αντίθετο. Η Ρόδος είναι σύγχρονη.

Θεωρείται απαραίτητη μία στάση στο «Aktaion Classic». Ή απλά στο «Ακταίον» όπως το γνωρίζουν όλοι στα 100 χρόνια της ιστορίας του. Θεμελιώθηκε αρχικά επί Οθωμανικής κατοχής ως λέσχη αξιωματικών. Όταν το νησί πέρασε στην κατοχή των Ιταλών το 1912, μετετράπη πάλι σε Στρατιωτική και Πολιτική Λέσχη με το όνομα Cicrolo d' Italia (σ.σ "Ο κύκλος της Ιταλίας").

Ο manager του ιστορικού χώρου Μιχάλης Ίσκας, μιλά με αγάπη για τον χώρο που λειτουργεί από τις 8.00 το πρωί μέχρι τα μεσάνυχτα και στα εσωτερικά του σαλόνια θα νομίζεις ότι βρίσκεσαι σε ανάκτορο της Βιέννης, ενώ στον πάνω χώρο ταξιδεύεις στο μέλλον: «Το «Ακταίον» όπου βρισκόμαστε, είναι η ιστορία της Ρόδου. Τούρκοι, Ιταλοί, Άγγλοι πέρασαν από εδώ ενώ τον Απρίλιο του 1946 υπεγράφη εδώ η προσάρτηση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, από τους Ιταλούς. Τότε εδώ σύχναζε η αριστοκρατία του νησιού. Εμείς σεβαστήκαμε στη συνέχεια τον χώρο, δεν θέλαμε σε καμία περίπτωση να αλλοιώσουμε τον χαρακτήρα του, πάντα με τη βοήθεια και τη συνεργασία της Εφορίας Νεοτέρων Μνημείων όπου ανήκει το κτίριο. Με τον Ιταλό διακοσμητή συζητήσαμε αρκετά μέχρι να καταλήξουμε στη φυσιογνωμία του. Ο τουρίστας που έρχεται στο νησί έχει πια έχει άποψη. Ξέρει που θα πάει και τι θα κάνει, πως θα φάει. Και αναζητά το τοπικό φαγητό. Δεν πρέπει να το αγνοούμε αυτό».

Ο Κωνσταντίνος Χαλιμούρδας, ο νεαρός σεφ και ένας από τους καλύτερους του νησιού, γέννημα - θρέμμα της Ρόδου, έχει καταφέρει να συνδυάσει αυθεντία στις γεύσεις και φαντασία σε ένα all day μενού υψηλών προδιαγραφών, που ξεφεύγει από τα καθιερωμένα.

Στην εποχή της μοριακής κουζίνας, η γεύση είναι το ζητούμενο όπως μας λέει και ο ίδιος: «Το μικρόβιο της μαγειρικής, το πήρα από τον πατέρα μου. Τρύπωνα στην κουζίνα όπου μαγείρευε και έφτιαχνα σουτζουκάκια από τότε που ήμουν δέκα ετών. Έφυγα για λίγο από το νησί για να σπουδάσω στην Αθήνα, στη Le Monde. Η γενικότερη μαγειρική φιλοσοφία μου, είναι το «όσο πιο απλό τόσο το καλύτερο». Οι πολλές σφαίρες, η μοριακή κουζίνα με τον αέρα και όλα αυτά που έχουν γίνει μόδα τα τελευταία χρόνια, κάνουν κακό στην μαγειρική. Βγαίνουν παιδιά από τις σχολές και πρώτα ξέρουν να κάνουν χαβιάρι πέστροφας, παρά έναν μουσακά. Όλα είναι για το εφέ, για το Instagram, χωρίς γεύση. Εμείς μαγειρεύουμε για παιδιά μέχρι ηλικιωμένους, από το πρωί μέχρι το βράδυ. Έχει τύχει να σερβίρουμε μέχρι χίλια άτομα σε μία μέρα. Με έχει επηρεάσει πολύ ο Έκτορας Μποτρίνι γιατί είμαι και λάτρης της ιταλικής κουζίνας. Φροντίζουμε όλα τα υλικά τα οποία χρησιμοποιούμε στην μαγειρική μας, να έχουν παραχθεί από τη Ρόδο. Προσπαθούμε με κάθε τρόπο να στηρίξουμε το νησί μας».

Στις πρόσφατες πυρκαγιές δημιουργήθηκε μία αλυσίδα αλληλεγγύης. Οι σεφ και οι manager όλων των μονάδων εστίασης και του τουρισμού, ήταν στην πρώτη γραμμή για να στηρίξουν όπως μπορούσαν τους πυρόπληκτους: «Ολόκληρα φορτηγά με φαγητό και νερό και ότι χρειαζόταν έφευγε κάθε μέρα» όπως μας λέει χαρακτηριστικά ο κύριος Ίσκας.

Στο διάβα προς τις δύο πύλες που κατά την αρχαιότητα στεκόταν ο κολοσσός της Ρόδου και τώρα βρίσκεται το Πλατάνι, το ελάφι της Ρόδου, σύμβολο της σπάνιας φύσης του νησιού και ιστορικό μνημείο, υπάρχουν ακόμη τα σημάδια της αραβικής επιρροής. Αλλά σαν να δημιουργείται από εκεί ένα πέρασμα στο μέλλον. Είναι ένα πιο σύγχρονο κομμάτι της πόλης.

Προς τον Ναυτικό Όμιλο, εκεί που βρίσκεται το «NOR Βeach House Project» για πραγματικά χίλιες και δύο μία νύχτες δίπλα στη θάλασσα. Σε ένα χώρο με μοναδική διακόσμηση και μενού για αστέρι Michelin.

Ο σεφ Λυσίμαχος Δράκος, σπούδασε αρχικά χημικός και τεχνονολόγος τροφίμων στη Γερμανία και ένα στοίχημα με μία φίλη του για να μαγειρέψει γιουβαρλάκια θα τον βάλει σε μία κουζίνα στην Ευρώπη. Κάπως έτσι αρχίζει το μεγάλο του ταξίδι στην γαστρονομία με δύο ακόμη ευρωπαϊκούς προορισμούς την Ελβετία και την Αυστρία: «Τα πράγματα πια έχουν αλλάξει στις κουζίνες. Παλαιότερα δεν μπορούσες να αντικρύσεις τον σεφ στα μάτια. Τώρα υπάρχει σεβασμός προς τον συνεργάτη σου. Ήταν και δική μου ιδέα τα παιδιά στην κουζίνα να έχουν ανοιχτή τζαμαρία και να βλέπουν τη θάλασσα. Είναι μία αγχωτική δουλειά και απαιτεί συνέπεια. Για αυτό και χρειάζεται και το κατάλληλο περιβάλλον».

Στον χώρο θα συναντήσεις ταξιδιώτες από Δύση και Ανατολή. Ο Λυσίμαχος μας εξηγεί και την γαστρονομική τους ταυτότητα: «Οι άνθρωποι που συνήθως παραγγέλνουν πολλά για να «γεμίζει» το μάτι, είναι όλοι οι μεσογειακοί λαοί, οι Τούρκοι, οι Εβραίοι και οι Λιβανέζοι. Καλοφαγάδες είναι όλοι. Έχει να κάνει με την παιδεία τους. Μου έχει τύχει ένα ζευγάρι από την Αυστρία που ήταν διαβασμένοι, γνώριζαν τι παραγγέλνουν, τι κρασί και ποιας χρονιάς ταιριάζει με το φαγητό τους και για ποιο λόγο τρώνε. Από το πιο απλό μέχρι το πιο γκουρμέ».

Ο Λυσίμαχος by the way, μπορεί να σου φτιάξει τα θαλασσινά με όλους τους τρόπους παρασκευής και να παντρέψει γεύσεις (αχτύπητο γκουρμέ πιάτο το χταπόδι, η σφυρίδα, οι τηγανητές γαρίδες με καυτερή μαγιονέζα, η ταλιάτα με σπαράγγια και η σφυρίδα φρικασέ με χόρτα σύβραση και εσπούμα από αυγολέμονο, όπως και ο αχινός) καθώς και γλυκιές - άγλυκες δημιουργίες με το food design να παίρνει άριστα. Όπως σε όλα τα είδη. Ακόμη και αν παραγγείλεις μία απλή σαλάτα.

Ο διευθυντής του NOR Τάσος Κατέχης, Ηπειρώτης στην καταγωγή ο οποίος ουσιαστικά ήρθε στο νησί ως ερωτικός μετανάστης, μας ξενάγησε στον χώρο των 4ΟΟΟ τετραγωνικών μέτρων που είναι all day restaurant, με ένα spiritual bar με Ασιάτικο φαγητό, ειδικά τραπέζια δίπλα στη θάλασσα και ένα ξεχωριστό night club δίπλα στη θάλασσα, το οποίο λειτουργεί μετά τα μεσάνυχτα μας εξηγεί τη φιλοσοφία του χώρου: «Δεν θέλαμε να είναι παράταιρος από τα μνημεία που βρίσκονται γύρω μας. Για αυτό και οι τρούλοι που δημιουργήθηκαν δίπλα στη θάλασσα με ξεχωριστές τραπεζαρίες, είναι εμπνευσμένοι από αυτούς τους τρούλους που υπάρχουν στην πόλη. Στο night club το οποίο λειτουργεί αργά το βράδυ μπορούν να φιλοξενηθούν δύο χιλιάδες άτομα. Και ήδη φέτος είχαμε την ευκαιρία να έχουμε και διάσημους dj από όλον τον κόσμο».

Το νησί είναι ένα νησί που δεν κοιμάται ποτέ. Και το challenge είναι αρκετά μεγάλο για όλους. Για να παρέχουν υπηρεσίες πολυτελείας από το πρωί μέχρι το βράδυ, για όλες τις ηλικίες, όλες τις εθνικότητες και για όλα τα γαστρονομικά γούστα. Κι εδώ γνωρίσαμε ένα case study για τον τουρισμό. Με τη σεζόν ακόμη να μην έχει τελειώσει στη Ρόδο. Τυπικά, ουσιαστικά, ακόμη και μετεωρολογικά.

© 2014-2024 Queen.gr - All rights reserved
× Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τους Όρους Χρήσης