Τι είναι τελικά το Squid Game και γιατί έχει γίνει φαινόμενο σε όλον τον πλανήτη

Ήταν μερικές ημέρες πριν τελειώσει η άδεια του Σεπτεμβρίου όταν μου ήρθε για πρώτη φορά alert σχετικά με την άφιξη του «Squid Game» ακα «Το Παιχνίδι του Καλαμαριού». Καθώς μου βγήκε στα προτεινόμενα, πάτησα κατευθείαν το εικονίδιο. O Lee Jung-Jae εμφανίστηκε, χωρίς να έχω καμία ιδέα τότε ποιος είναι αλλά και το μέγεθος του κολλήματος που θα δημιουργούσε όχι μόνο σε εμένα, αλλά πάνω-κάτω σε όλον τον πλανήτη (σ.σ. Μόλις πριν μερικές ημέρες κυκλοφόρησαν τα νέα ότι το Squid Game είναι η μη-Αγγλόφωνη σειρά που έχει παρακολουθήσει το κοινό μέχρι σήμερα, ενώ δεν αποκλείεται και να τιτλοφορηθεί ως η πιο διάσημη σειρά του Netflix).

Με μία πρώτη ανάγνωση, πολλοί παρομοίωσαν το Squid Game με το Hunger Games. Δεν μπορείς να πεις ότι η σύγκριση είναι λάθος, καθώς το γενικό concept και στα δύο είναι η μάχη των συμμετεχόντων ενός παιχνιδιού για τη ζωή τους. Το δημιούργημα του Hwang Dong-Hyuk, όμως, πραγματεύεται το θέμα πολύ πιο βαθιά και ουσιαστικά σκάβοντας στα άδυτα της ψυχής του ανθρώπου και της κοινωνίας ως υπόστασης, με έναν κρυφό τρόπο χωρίς καν ο θεατής να μπορεί πολλές φορές να το καταλαβαίνει.

                                        ***Αν δεν έχεις δει όλη τη σειρά, μη συνεχίσεις παρακάτω. Ακολουθούν Spoilers***

Από τη Νατάσσα Σχοινά


Το Squid Game έχει στοιχεία του δημιουργού του

Ο Hwang Dong-Hyuk, όπως κάθε δημιουργός, πήρε στοιχεία από τη ζωή του. Το concept δουλευόταν στο μυαλό του για πάνω από μία δεκαετία. Η αρχική ιδέα τού ήρθε το 2008 και έγραψε το σενάριο έναν χρόνο αργότερα. Ο λόγος που δεν το «κυνήγησε» νωρίτερα ήταν ότι δεν ήταν σίγουρος πως η κοινωνία τότε ήταν έτοιμη για κάτι τόσο ωμό και σκληρό, όπως για ανθρώπους που χρωστούν και που με τη θέλησή τους συμμετέχουν σε παιχνίδια θανάτου με στόχο το τελικό έπαθλο.

«Η μεταφορά της ιστορίας σε σειρά ήταν ακόμη περιπέτεια, όπως ήταν περίπου μία δεκαετία πριν. Ήξερα ότι θα ήταν ή όλα ή τίποτα. Είτε ένα αριστούργημα είτε ένα φιάσκο. Η ιδέα πίσω από αυτήν τη δουλειά ήταν πολύ πειραματική. Οπότε, συνέχιζα να ρωτάω τον εαυτό μου αν το κοινό θα το βρει πειστικό οι χαρακτήρες να ρισκάρουν τη ζωή τους για να παίξουν παιδικά παιχνίδια. Μετά από περίπου 12 χρόνια, ο κόσμος άλλαξε σε ένα μέρος, όπου τέτοιες περίεργες, βίαιες ιστορίες είναι καλοδεχούμενες. Τα παιχνίδια της σειράς που τρελαίνουν τους υποψηφίους ευθυγραμμίζονται με τις επιθυμίες των ανθρώπων να κερδίζουν το τζάκποτ με πράγματα, όπως κρυπτονομίσματα, ιδιοκτησίες και μετοχές. Πολλοί άνθρωποι συμπάσχουν με την ιστορία», δήλωσε στους Korean Times.

Η πραγματικότητα του ίδιου του Dong-Hyuk σίγουρα αποτέλεσε μούσα της φαντασίας του. Όντας σε δεινή οικονομική κατάσταση, κάποια στιγμή έφτασε σε σημείο να σταματήσει τη συγγραφή της ιστορίας για να πουλήσει το laptop του και να βγάλει μερικά χρήματα. Μπορεί το χρέος του να μην ήταν εφάμιλλο των 456 συμμετεχόντων του Squid Game αλλά σίγουρα το να κερδίσεις 45,6 δισεκατομμύρια won -περίπου 33 δισεκατομμύρια ευρώ- δημιουργεί μία έκπληξη στο πρόσωπο αρκετών ανθρώπων. Με τι κόστος, όμως;

Το κόστος των χρημάτων

Θα έλεγε κανείς ότι το κόστος των χρημάτων δεν υφίσταται ως έκφραση. Το κάθε χαρτονόμισμα ισοδυναμεί με την φιξαρισμένη αξία που του δίδεται. Είναι το ίδιο και το αυτό. Ενίοτε, ωστόσο, κρύβεται κάτι πολύ πιο μεγάλο πίσω της. Η σειρά παρουσιάζει όχι μόνο τη δύναμη και την επιρροή των χρημάτων και του τελικού επάθλου, αλλά το γεγονός ότι πολλές φορές οι άνθρωποι γίνονται έρμαια των παθών τους. Ξεκινούν το βάδισμα σε έναν τρόπο που δεν έχει έξοδο από την άλλη πλευρά. Χάνονται μέσα στο μυαλό τους και στα πλαίσια της οικονομικής σωτηρίας μέσα από τη δύνη μίας καπιταλιστικής παγίδας φτάνουν να βλέπουν ακόμα και την ανθρώπινη ζωή ως μέσο προς επίτευξης του στόχου. Άγρια. Ωμά.

Το Παιχνίδι του Καλαμαριού, τελικά, δεν είναι τίποτα περισσότερο από την ικανοποίηση των καπρίτσιων πλούσιων επιφανών του κόσμου που δεν έχουν κάτι καλύτερο να κάνουν και παίζουν με τις ανθρώπινες ζωές σαν να είναι άψυχα πιόνια σε σκακιέρα. Αυτών, δηλαδή, στους οποίους με τόση ωμή μαεστρία θέλει ο Dong-Hyuk να «επιτεθεί», χωρίς να διστάζει να στέλνει και σαφή πυρά κατά της Κορέας, σε όποια μεριά κι αν δείχνει η πυξίδα. Όλα αυτά υπό μία ειρωνική αίσθηση της ηθικής και των κανόνων εντός της αρένας με τα «τρίγωνα», τους «κύκλους» και τα «τετράγωνα» να εποπτεύουν.

Οι θεατές στον κόσμο του Καλαμαριού

Η σειρά ξεκινά κατά τα φαινόμενα ως άλλη μία εμπορική ή εμπορευματοποιημένη παραγωγή με στόχο να τραβήξει τα βλέμματα προς τον τελικό νικητή, ακόμα και να μπουν στοιχήματα στην άλλη πλευρά της οθόνης, αγνοώντας έστω και για λίγο το θανατικό που συνοδεύει τη διαδικασία. Ή αποδίδοντάς το αμιγώς στη σφαίρα του φανταστικού.

Τελικά, η σειρά και καταφέρνει να κάνει όλα τα μέλη της παρέας να υποστηρίζουν από έναν συμμετέχοντα και να περιμένουν την ανάδειξη του νικητή, όπως ακριβώς κάνουν και οι «celebrities» στο τέλος, και αφήνει το κοινό με ένα περίεργο αίσθημα «μαυρίλας» και ψυχοπλακώματος. Κυρίως, προβληματισμού. Πού μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος; Τι μπορεί να τον οδηγήσει μέχρι εκεί; Πόσα είναι ικανός να κάνει όταν όλα επιτρέπονται; Με τι ευκολία μπορεί να αφαιρέσει μία ζωή όταν κάποιος του λέει ότι μπορεί να το κάνει ή όταν βλέπει ότι και οι γύρω του πράττουν αναλόγως; Πόσο πηγαία μπορεί να καλεί το ένστικτο της επιβίωσης με κάθε τρόπο;

Η πληθώρα πρωταγωνιστών με τις ιστορίες που σύρουν μαζί τους κάνει το κοινό να βρίσκει κοινά στοιχεία. Να τους δίνει ελαφρυντικά με τον ίδιο τρόπο που ένας ηθοποιός το κάνει στον villain ρόλο που έχει αναλάβει.

Ματαιότης ματαιοτήτων

Η εξέλιξη του πρωταγωνιστή είναι με διαφορά από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της σειράς. Ένας άνθρωπος που συστήθηκε ως ανεύθυνος, στο έλεος του τζόγου και των χρημάτων, έχοντας χάσει τη σύζυγο και την κόρη του λόγω της ζωής του, σημαδεύεται διαφορετικά από το παιχνίδι. Οι πιο αχρείες και ανήθικες συμπεριφορές, εκείνες που αυξάνουν το pot που τόσο τον έλκυε, είναι εκείνες που τον οδηγούν προς την αποκάλυψη της πραγματικής σημασίας των χρημάτων όταν δεν υπάρχει κανείς και τίποτα πέρα από αυτά. Αποδεικνύεται ότι ακόμα και ένα ποσό που είναι ικανό να αλλάξει όχι μόνο μία ζωή αλλά τις ζωές ολόκληρων γενεών, τελικά είναι μία ψεύτικη και καταδικασμένα ανεκπλήρωτη υπόσχεση ευτυχίας. Ειδικά όταν επέρχεται η συνειδητοποίηση του δρόμου που οδήγησε σε αυτό. Τι μεσολάβησε και πόσο άλλαξε τον κάτοχό του.

Τι έχεις στο τέλος; Έναν άνθρωπο ραγισμένο, χαμένο κάπου ανάμεσα στις αναμνήσεις του παρελθόντος, που ζει σαν άστεγος καθώς δε θέλει να ακουμπήσει το αιματοβαμμένο έπαθλο ούτε για να πάρει ένα νερό και κολλημένο στο παιχνίδι που τον άλλαξε.

Οπότε, τελικά, για τι έγιναν όλα; Για το τίποτα.


48 SHARES