«Κι αν βρουν κάτι;»
Ο φόβος που κρατά πολλές γυναίκες μακριά από τη μαστογραφία είναι κάτι που με κάποιον τρόπο όλες έχουμε βιώσει, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό και είναι και αυτός που θέλουμε να ξορκίσουμε με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα κατά του Καρκίνου του Μαστού. Μια μικρή φράση.
Τέσσερις λέξεις που μπορεί να περάσουν από το μυαλό μιας γυναίκας τη στιγμή που σκέφτεται ότι πρέπει να κλείσει το ετήσιο ραντεβού της. Και να είναι αρκετές για να το μεταθέσει για την επόμενη εβδομάδα. Μετά για τον επόμενο μήνα. Μετά τις διακοπές. Όταν θα ηρεμήσουν τα πράγματα στη δουλειά. Όταν θα έχει περισσότερο χρόνο.
Ο «φόβος της διάγνωσης» είναι ένας από τους πολλούς που οδηγούν τις γυναίκες στο να αναβάλλουν ή να αποφεύγουν τις προληπτικές εξετάσεις για τον καρκίνο του μαστού. Η αναβλητι- κότητα δεν οφείλεται συνήθως στην αδιαφορία, αλλά σε ένα σύνθετο μείγμα συναισθημάτων και πεποιθήσεων ό,τι θα έρθουμε αντιμέτωπες με κάτι που δεν μπορούμε να ελέγξουμε, στον αντίποδα όμως αυτές οι προληπτικές εξετάσεις είναι η γέφυρα μας προς την ίδια τη ζωή και η έγκαιρη αντιμετώπιση για ό,τι και αν προκύψει. Μόνο που μερικές φορές δεν είναι ο χρόνος το πραγματικό πρόβλημα.
Κάθε Οκτώβριο, μήνα ευαισθητοποίησης για τον καρκίνο του μαστού, μιλάμε για την πρόληψη. Για την αυτοεξέταση, τη μαστογραφία, τον υπέρηχο, τον τακτικό έλεγχο, τη σημασία της έγκαιρης διάγνωσης. Ξέρουμε πλέον πολλά περισσότερα. Έχουμε πρόσβαση σε περισσότερη πληροφορία. Κι όμως, ανάμεσα στη γνώση και στην πράξη υπάρχει συχνά μια απόσταση. Γιατί το να γνωρίζεις ότι πρέπει να εξεταστείς δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν φοβάσαι να το κάνεις.
Ο φόβος της διάγνωσης είναι παράξενος. Γιατί μας κάνει να πιστεύουμε ότι όσο δεν γνωρίζουμε, είμαστε ασφαλείς. «Δεν αισθάνομαι κάτι». «Δεν έχουμε ιστορικό στην οικογένεια». «Είμαι ακόμα νέα». «Θα το κοιτάξω αργότερα». Και πίσω από όλα αυτά μπορεί να βρίσκεται μια πολύ πιο δύσκολη σκέψη: αν δεν εξεταστώ, δεν θα χρειαστεί να αντιμετωπίσω ένα κακό αποτέλεσμα. Μόνο που η πραγματικότητα δεν αλλάζει ανάλογα με το αν εμείς είμαστε έτοιμες να την κοιτάξουμε. Η πρόληψη δεν υπάρχει για να μας τρομάζει. Υπάρχει για να μας δίνει τη δυνατότητα να γνωρίζουμε. Και η έγκαιρη διάγνωση μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά την πορεία μιας νόσου και τις θεραπευτικές επιλογές.
Ο Παθολόγος – Ογκολόγος και Medical Advisor της Φαρμασέρβ-Λίλλυ, Σταύρος Γογολόπουλος, μας παρουσιάζει και μας αναλύει τη μελέτη του Διεθνούς Οργανισμού Έρευνας για τον Καρκίνο (IARC) σύμφωνα με την οποία το περιττό σωματικό λίπος αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης 13 τύπων καρκίνου, ανάμεσά τους και του καρκίνου του μαστού μετά την εμμηνόπαυση. Σημασία έχει και το πόσο βάρος παίρνουμε σταδιακά. Όπως έδειξε πρόσφατη μελέτη με μεγάλο αριθμό συμμετεχόντων, κάθε αύξηση του βάρους κατά 5% από την εφηβεία ως την ενήλικη ζωή συνδέεται με 3% υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού μετά την εμμηνόπαυση. Το ενθαρρυντικό είναι ότι η απώλεια βάρους αποδίδει, καθώς γυναίκες άνω των 50 ετών που έχασαν βάρος και δεν το ξαναπήραν έχουν μικρότερο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού από γυναίκες με παρόμοιο αρχικό βάρος που δεν άλλαξε. Τι σημαίνουν όλα αυτά πρακτικά; Πως το πόσο κινούμαστε και το πώς φροντίζουμε για την σταθερότητα και την απώλεια του βάρους μας, είναι το δικό μας κομμάτι «ελέγχου» απέναντι στον καρκίνο του μαστού. Το κομμάτι της πρόληψης που ξεφεύγει από τις αυστηρά, ιατρικές διαδικασίες και γίνεται μέρος του τρόπου ζωής μας.
Με τη Γυναικολόγο επιχειρούμε, λοιπόν, να βάλουμε τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση. Τι σημαίνει στην πράξη πρόληψη; Πόσο σημαντικό είναι το οικογενειακό ιστορικό; Τι έχει αλλάξει στις εξετάσεις και στις δυνατότητες που προσφέρει σήμερα η ιατρική; Και, τελικά, γιατί το «καλύτερα να μη γνωρίζω» δεν μας προστατεύει;
Γιατί φοβόμαστε τόσο πολύ να μάθουμε; Ίσως γιατί μέσα στο μυαλό μας η λέξη «διάγνωση» δεν έρχεται ποτέ μόνη. Τη συνοδεύουν εικόνες, νοσοκομεία, χειρουργεία, θεραπείες, αλλαγές στο σώμα. Η πιθανότητα μιας μαστεκτομής. Η αίσθηση ότι η ζωή που γνωρίζαμε μέχρι χθες μπορεί ξαφνικά να χωριστεί σε ένα «πριν» και ένα «μετά». Και έτσι ο φόβος δημιουργεί τη δική του λογική: αν δεν πάω, δεν θα μάθω. Κι αν δεν μάθω, ίσως μπορώ για λίγο ακόμη να πιστεύω ότι όλα είναι καλά.
Το να μην κάνουμε τη μαστογραφία μπορεί να μας προσφέρει μια προσωρινή ανακούφιση. Το ραντεβού ακυρώνεται και μαζί του εξαφανίζεται για λίγο και το άγχος. Μέχρι να επιστρέψει. Υπάρχει επίσης ο φόβος της ίδιας της εξέτασης. Η προσδοκία ότι η μαστογραφία θα πονέσει. Η αμηχανία. Και μετά, ίσως το πιο δύσκολο διάστημα: η αναμονή. Οι ώρες ή οι ημέρες μέχρι το αποτέλεσμα μπορούν να γεμίσουν με σενάρια. Και για κάποιες γυναίκες αυτό το άγχος μοιάζει αρκετό για να επιλέξουν εξαρχής την αποφυγή.
Με την Ψυχολόγο μιλάμε ακριβώς γι' αυτόν τον μηχανισμό. Για το πώς ο φόβος μπορεί να μεταμφιεστεί σε αναβλητικότητα, για την ψευδαίσθηση ασφάλειας που μας προσφέρει το «δεν θέλω να ξέρω», αλλά και για το πώς μπορούμε να μετατρέψουμε το άγχος από εμπόδιο σε κίνητρο φροντίδας του εαυτού μας. Υπάρχουν και οι πιο καθημερινές δικαιολογίες, όπως το «δεν έχω χρόνο». Ένα απαιτητικό πρόγραμμα. Τα παιδιά. Η δουλειά. Οι υποχρεώσεις. Ένα ραντεβού που δεν βολεύει.
Μια εξέταση που μεταφέρεται από μήνα σε μήνα. Και φυσικά, οι πρακτικές δυσκολίες είναι πραγματικές. Μόνο που κάποιες φορές λειτουργούν και σαν το ιδανικό άλλοθι για κάτι που δεν θέλουμε ακόμη να αντιμετωπίσουμε.
Για πολλές γυναίκες, η φροντίδα του εαυτού τους έρχεται τελευταία στη λίστα. Πρώτα θα φροντίσουν τα παιδιά, τους γονείς, τον σύντροφο, τη δουλειά, το σπίτι. Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά πρέπει να βρεθεί χρόνος και για εκείνες.
Υπάρχει όμως και μια ακόμη διάσταση. Ο φόβος για το τι θα συμβεί αν πράγματι βρεθεί κάτι. Ποιος θα φροντίσει τα παιδιά; Τι θα γίνει με τη δουλειά; Πώς το λες στους ανθρώπους σου; Από πού ζητάς βοήθεια;
Με την Κοινωνική Λειτουργό εξετάζουμε αυτή την πλευρά του φόβου: όλα εκείνα τα πρακτικά και κοινωνικά ερωτήματα που μπορεί να βρίσκονται πίσω από την αναβολή μιας εξέτασης, αλλά και τη σημασία του να γνωρίζει μια γυναίκα ότι, αν χρειαστεί, δεν είναι μόνη.
Υπάρχει μια φράση της Ιωάννας Γαλέρου, Συμβούλου Ψυχικής Υγείας και Εκπαιδευόμενης Ψυχολόγου, η οποία έχει υποβληθεί προληπτικά σε διπλή μαστεκτομή και που συμπυκνώνει ίσως μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση απέναντι στον φόβο:
«Δεν μπορούμε να ελέγξουμε αυτά που βιολογικά θα κληρονομήσουμε από την οικογένειά μας. Κάποια από αυτά, όμως, μπορούμε πλέον να τα βρίσκουμε και να επιλέξουμε τι θα κάνουμε με αυτή τη γνώση».
Η ίδια βρέθηκε αντιμέτωπη ακριβώς με αυτό: τη γνώση. Και πήρε την απόφαση να προχωρήσει σε αυτήν την επέμβαση. Η ιστορία της βρίσκεται σχεδόν στην άλλη πλευρά του «κι αν βρουν κάτι;». Γιατί εδώ το ερώτημα δεν είναι πια αν θέλεις να γνωρίζεις. Είναι τι κάνεις από τη στιγμή που γνωρίζεις ότι «παίζεις με τις πιθανότητες». Πώς είναι να παίρνεις μια τόσο μεγάλη απόφαση για το σώμα σου χωρίς να έχει προηγηθεί διάγνωση καρκίνου; Πώς συμφιλιώνεσαι με την ιδέα μιας προληπτικής επέμβασης; Υπάρχει θρήνος για το σώμα που αλλάζει; Υπάρχει ανακούφιση; Έχεις δεύτερες σκέψεις; Και πώς αλλάζει μετά από μια τέτοια εμπειρία η ίδια η έννοια της πρόληψης;