Καρκίνος του μαστού: Η έγκαιρη διάγνωση σώζει ζωές και η διατήρηση της γονιμότητας δίνει ελπίδα
Ο καρκίνος του μαστού αποτελεί τη συχνότερη κακοήθεια στις γυναίκες παγκοσμίως και μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για τη δημόσια υγεία. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO) και του Διεθνούς Οργανισμού Έρευνας για τον Καρκίνο (IARC), στην Ελλάδα εκτιμήθηκαν 8.987 νέα περιστατικά καρκίνου του μαστού το 2022, τα οποία αντιστοιχούσαν στο 30,8% των νέων διαγνώσεων καρκίνου στον γυναικείο πληθυσμό.
Παρά τη συχνότητά του, η πρόοδος της σύγχρονης ιατρικής έχει μεταβάλει σημαντικά την πρόγνωση της νόσου. Η έγκαιρη διάγνωση, οι εξελιγμένες απεικονιστικές τεχνικές και οι εξατομικευμένες θεραπευτικές προσεγγίσεις προσφέρουν σήμερα περισσότερες δυνατότητες αποτελεσματικής αντιμετώπισης.
Ταυτόχρονα, η ιατρική φροντίδα δεν περιορίζεται πλέον μόνο στη θεραπεία του καρκίνου. Ιδιαίτερα για τις νεότερες γυναίκες, που δεν έχουν ολοκληρώσει τον οικογενειακό τους προγραμματισμό, η διατήρηση της γονιμότητας αποτελεί ουσιαστικό μέρος της συνολικής αντιμετώπισης της νόσου. Με αφορμή τον Οκτώβριο, Μήνα Ευαισθητοποίησης για τον Καρκίνο του Μαστού, απαντάμε σε σημαντικά ερωτήματα για την πρόληψη, την έγκαιρη διάγνωση και τις σύγχρονες δυνατότητες διατήρησης της γονιμότητας.
Γιατί είναι τόσο σημαντική η πρόληψη και η έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου του μαστού;
Η έγκαιρη διάγνωση αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες για την επιτυχή αντιμετώπιση του καρκίνου του μαστού. Σε αρχικά στάδια, η νόσος μπορεί να μην προκαλεί κανένα σύμπτωμα. Μια γυναίκα μπορεί να μην έχει ψηλαφητό μόρφωμα, πόνο ή κάποια εμφανή αλλαγή στον μαστό της, ενώ ήδη υπάρχει μια μικρή αλλοίωση που μπορεί να ανιχνευθεί απεικονιστικά.
Ο τακτικός προσυμπτωματικός έλεγχος επιτρέπει την ανίχνευση τέτοιων αλλοιώσεων πριν γίνουν κλινικά αντιληπτές. Όσο νωρίτερα διαγνωστεί η νόσος, τόσο περισσότερες είναι συνήθως οι θεραπευτικές επιλογές και τόσο καλύτερη η πρόγνωση. Πρέπει, ωστόσο, να διακρίνουμε την πρόληψη από την έγκαιρη διάγνωση. Η πρωτογενής πρόληψη περιλαμβάνει την τροποποίηση παραγόντων κινδύνου, όπως η διατήρηση υγιούς σωματικού βάρους, η σωματική δραστηριότητα και ο περιορισμός της κατανάλωσης αλκοόλ. Αντίθετα, ο προσυμπτωματικός έλεγχος αποσκοπεί στην ανίχνευση της νόσου σε πρώιμο στάδιο. Το σημαντικότερο είναι ότι κάθε γυναίκα χρειάζεται να γνωρίζει το ατομικό της προφίλ κινδύνου και να ακολουθεί ένα κατάλληλο πρόγραμμα παρακολούθησης.
Από ποια ηλικία πρέπει να ξεκινά ο προληπτικός έλεγχος και πόσο συχνά πρέπει να πραγματοποιείται;
Δεν υπάρχει ένα ενιαίο πρόγραμμα που να είναι κατάλληλο για όλες τις γυναίκες. Η ηλικία έναρξης και η συχνότητα του ελέγχου εξαρτώνται από την ηλικία, το ατομικό και οικογενειακό ιστορικό, την πυκνότητα των μαστών και την παρουσία παραγόντων αυξημένου κινδύνου.
Για τις γυναίκες μέσου κινδύνου, η ηλικία των 40 ετών αποτελεί σημαντικό σημείο έναρξης του συστηματικού μαστογραφικού ελέγχου. Η Ελληνική Εταιρεία Μαστολογίας αναφέρει ετήσια μαστογραφία από τα 40 έτη, ενώ η Ελληνική Αντικαρκινική Εταιρεία συστήνει μαστογραφικό έλεγχο μετά τα 40, με δυνατότητα νωρίτερης έναρξης όταν υπάρχει ειδική ένδειξη [2,3]. Η λεγόμενη «μαστογραφία αναφοράς» στα 35 έτη μπορεί να συζητηθεί μόνο εξατομικευμένα, ιδιαίτερα σε γυναίκες αυξημένου κινδύνου· δεν αποτελεί καθολική σύσταση για όλες τις ασυμπτωματικές γυναίκες μέσου κινδύνου. Σε γυναίκες με ισχυρό οικογενειακό ιστορικό ή γνωστή παθογόνο γενετική παραλλαγή, ο έλεγχος ενδέχεται να ξεκινήσει ακόμη νωρίτερα και να περιλαμβάνει μαγνητική τομογραφία, σύμφωνα με το εκτιμώμενο επίπεδο κινδύνου [2,3,4].
Οι διεθνείς οδηγίες δεν είναι απολύτως ταυτόσημες: η US Preventive Services Task Force (USPSTF, 2024) συστήνει μαστογραφία ανά διετία από τα 40 έως τα 74 έτη, ενώ η American Cancer Society παρέχει επιλογή ετήσιας έναρξης στα 40–44, συστήνει ετήσια μαστογραφία στα 45–54 και, από τα 55, ανά διετία ή συνέχιση ετήσιου ελέγχου. Οι διαφορές αφορούν κυρίως την ηλικία έναρξης και τη συχνότητα και δεν αναιρούν τη σημασία της εξατομικευμένης εκτίμησης [5,6,7]. Στην Ελλάδα, το εθνικό πρόγραμμα «Φώφη Γεννηματά» του «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ» καλύπτει γυναίκες 45–74 ετών που πληρούν τα κριτήρια συμμετοχής, με δωρεάν ψηφιακή μαστογραφία και, όταν προκύπτουν σχετικά ευρήματα, περαιτέρω ιατρική εκτίμηση και υπερηχογράφημα. Πρόκειται για κριτήρια οργανωμένου δημόσιου προγράμματος και όχι για το μοναδικό επιστημονικά αποδεκτό πρόγραμμα ελέγχου [8].
Για γυναίκες υψηλού κινδύνου απαιτείται ξεχωριστό, εξατομικευμένο πλάνο, ενδεχομένως με έναρξη σε μικρότερη ηλικία και χρήση μαγνητικής τομογραφίας μαστών. Η εκτίμηση του κινδύνου και η επιλογή των εξετάσεων πρέπει να γίνονται από την κατάλληλη εξειδικευμένη ομάδα [4,9]. Επομένως, η εξατομικευμένη εκτίμηση κινδύνου είναι εξίσου σημαντική με την ίδια την εξέταση.
Ποιος είναι ο ρόλος της μαστογραφίας και του υπερηχογραφήματος μαστών; Μπορεί η μία εξέταση να αντικαταστήσει την άλλη;
Η μαστογραφία και το υπερηχογράφημα αποτελούν δύο σημαντικές αλλά διαφορετικές απεικονιστικές μεθόδους. Η μαστογραφία είναι η βασική εξέταση προσυμπτωματικού ελέγχου στον γενικό πληθυσμό. Μπορεί να ανιχνεύσει μικροαποτιτανώσεις και πολύ μικρές αλλοιώσεις, οι οποίες δεν είναι ακόμη ψηλαφητές. [5,7]
Το υπερηχογράφημα χρησιμοποιεί ηχητικά κύματα, χωρίς έκθεση σε ιονίζουσα ακτινοβολία. Είναι ιδιαίτερα χρήσιμο για τη διερεύνηση ψηλαφητών μορφωμάτων, τη διάκριση μεταξύ κύστεων και συμπαγών αλλοιώσεων και τη συμπληρωματική αξιολόγηση ευρημάτων της μαστογραφίας. Σε νεαρές γυναίκες, ιδιαίτερα κάτω των 30 ετών, με ψηλαφητό μόρφωμα, το υπερηχογράφημα αποτελεί συνήθως την αρχική απεικονιστική εξέταση. [4] Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι το υπερηχογράφημα δεν αντικαθιστά τη μαστογραφία όταν αυτή ενδείκνυται. Επίσης, ο συνδυασμός των δύο εξετάσεων δεν είναι απαραίτητος σε κάθε γυναίκα. Η επιλογή πρέπει να γίνεται με βάση την ηλικία, τα κλινικά ευρήματα, την πυκνότητα των μαστών και τον συνολικό κίνδυνο.
Δρ. Ευαγγελία Δεληγεώρογλου, MD, MSc, PhD, EFRM, Μαιευτήρας – Γυναικολόγος
Ποιες είναι οι νεότερες εξελίξεις και τεχνολογίες στην έγκαιρη διάγνωση;
Τα τελευταία χρόνια έχουν σημειωθεί σημαντικές εξελίξεις στην απεικόνιση του μαστού. [4,9] Μία από τις σημαντικότερες είναι η ψηφιακή τομοσύνθεση, γνωστή και ως τρισδιάστατη μαστογραφία. Η μέθοδος αυτή δημιουργεί πολλαπλές εικόνες από διαφορετικές γωνίες, μειώνοντας την επικάλυψη των ιστών και διευκολύνοντας την αναγνώριση ορισμένων αλλοιώσεων. Παράλληλα, η μαγνητική τομογραφία μαστών έχει ιδιαίτερη σημασία σε γυναίκες υψηλού κινδύνου, όπως σε φορείς συγκεκριμένων παθογόνων μεταλλάξεων. Η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί επίσης ένα αναπτυσσόμενο πεδίο στη μαστογραφική απεικόνιση. Αλγόριθμοι μπορούν να υποστηρίξουν την αναγνώριση ύποπτων ευρημάτων και την αξιολόγηση των εικόνων, χωρίς όμως να αντικαθιστούν την τελική ιατρική κρίση. Η σημαντικότερη εξέλιξη είναι η μετάβαση από μια προσέγγιση που βασίζεται αποκλειστικά στην ηλικία προς έναν περισσότερο εξατομικευμένο προσυμπτωματικό έλεγχο, ο οποίος συνεκτιμά πολλαπλούς παράγοντες κινδύνου.
Πότε πρέπει να γίνεται γενετικός έλεγχος για κληρονομική προδιάθεση;
Ο γενετικός έλεγχος δεν συστήνεται αδιακρίτως σε όλες τις γυναίκες. [4] Η ανάγκη διερεύνησης προκύπτει κυρίως από το ατομικό και οικογενειακό ιστορικό. Ενδεικτικά, σημαντικοί παράγοντες είναι η διάγνωση καρκίνου του μαστού σε νεαρή ηλικία, η παρουσία πολλών συγγενών με καρκίνο μαστού ή ωοθηκών, η εμφάνιση καρκίνου μαστού σε άνδρα της οικογένειας ή η ύπαρξη γνωστής κληρονομικής μετάλλαξης.
Τα γονίδια BRCA1 και BRCA2 είναι τα περισσότερο γνωστά, αλλά υπάρχουν και άλλα γονίδια που σχετίζονται με αυξημένη προδιάθεση. Σε γυναίκες με υψηλό κληρονομικό κίνδυνο, ο έλεγχος μπορεί να ξεκινά από νεότερη ηλικία και να περιλαμβάνει ετήσια μαγνητική τομογραφία μαστών, με ή χωρίς συμπληρωματική μαστογραφία, ανάλογα με την περίπτωση. Η γενετική συμβουλευτική είναι απαραίτητη για τη σωστή επιλογή και ερμηνεία του ελέγχου.
Ποια συμπτώματα πρέπει να κινητοποιήσουν μια γυναίκα να επισκεφθεί τον ιατρό της;
Κάθε νέα αλλαγή στον μαστό χρειάζεται προσοχή, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι πρόκειται για κακοήθεια.Ένα νέο ψηλαφητό μόρφωμα, αλλαγές στο σχήμα ή στο μέγεθος του μαστού, εισολκή της θηλής, αυτόματο αιματηρό έκκριμα, αλλοιώσεις του δέρματος ή ένα νέο μόρφωμα στη μασχάλη αποτελούν ευρήματα που πρέπει να αξιολογούνται. Πολλές από αυτές τις αλλαγές οφείλονται σε καλοήθεις παθήσεις, όπως κύστεις ή ινοαδενώματα. Ωστόσο, η απουσία συμπτωμάτων δεν αποκλείει την ύπαρξη καρκίνου. Γι' αυτό η εξοικείωση της γυναίκας με τους μαστούς της είναι σημαντική, αλλά δεν υποκαθιστά τον οργανωμένο προσυμπτωματικό έλεγχο.
Πώς μπορεί ο καρκίνος του μαστού να επηρεάσει τη γονιμότητα μιας νέας γυναίκας;
Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα, το οποίο τα τελευταία χρόνια βρίσκεται στο επίκεντρο της σύγχρονης αναπαραγωγικής ιατρικής. Η χημειοθεραπεία μπορεί να προκαλέσει βλάβη στα ωοθυλάκια και μείωση του ωοθηκικού αποθέματος. Ανάλογα με την ηλικία της γυναίκας, τα φαρμακευτικά σχήματα και την αρχική ωοθηκική λειτουργία, η επίδραση μπορεί να είναι παροδική ή μόνιμη.
Παρότι ο καρκίνος του μαστού εμφανίζεται συχνότερα μετά την ηλικία των 50 ετών, ένα σημαντικό ποσοστό ασθενών διαγιγνώσκεται κατά την αναπαραγωγική ηλικία, συχνά πριν ολοκληρώσει τον οικογενειακό του προγραμματισμό.
Επιπλέον, σε γυναίκες με ορμονοευαίσθητο καρκίνο του μαστού, η επικουρική ενδοκρινική θεραπεία μπορεί να διαρκέσει πέντε έως δέκα χρόνια, διάστημα κατά το οποίο η εγκυμοσύνη αντενδείκνυται. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική καθυστέρηση της τεκνοποίησης, σε μια περίοδο κατά την οποία η αναπαραγωγική ικανότητα μειώνεται φυσιολογικά με την ηλικία. Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο είναι ότι η επανεμφάνιση της εμμήνου ρύσεως μετά τη χημειοθεραπεία δεν συνεπάγεται απαραίτητα πλήρη διατήρηση του ωοθηκικού αποθέματος. [10] Για τον λόγο αυτό, η ενημέρωση για τη διατήρηση της γονιμότητας πρέπει να αποτελεί μέρος της αρχικής ογκολογικής συμβουλευτικής και όχι να αναβάλλεται μέχρι την ολοκλήρωση της θεραπείας.
Ποιες δυνατότητες διατήρησης της γονιμότητας υπάρχουν σήμερα πριν από την έναρξη της αντικαρκινικής θεραπείας;
Σήμερα διαθέτουμε αποτελεσματικές και επιστημονικά καθιερωμένες επιλογές διατήρησης της γονιμότητας. Η σημαντικότερη είναι η κρυοσυντήρηση ωαρίων ή εμβρύων πριν από την έναρξη της χημειοθεραπείας. Η διαδικασία περιλαμβάνει ελεγχόμενη ωοθηκική διέγερση, ωοληψία και κατάψυξη των ωαρίων με τη μέθοδο της υαλοποίησης. Εναλλακτικά, εφόσον η γυναίκα το επιθυμεί και υπάρχει διαθέσιμο σπέρμα, μπορεί να πραγματοποιηθεί γονιμοποίηση και κρυοσυντήρηση εμβρύων.
Η κατάψυξη ωαρίων προσφέρει ιδιαίτερη αναπαραγωγική αυτονομία, καθώς δεν προϋποθέτει την ύπαρξη συντρόφου κατά τη στιγμή της διάγνωσης. Η διαδικασία της διέγερσης διαρκεί συνήθως περίπου 10–14 ημέρες. Με τα σύγχρονα πρωτόκολλα random-start, μπορεί να ξεκινήσει ανεξάρτητα από τη φάση του εμμηνορρυσιακού κύκλου, περιορίζοντας την καθυστέρηση πριν από την έναρξη της ογκολογικής θεραπείας. [10] Η πιθανότητα μελλοντικής επιτυχίας εξαρτάται κυρίως από την ηλικία της γυναίκας κατά την κατάψυξη, τον αριθμό και την ποιότητα των ωαρίων και άλλους αναπαραγωγικούς παράγοντες. Επομένως, η κρυοσυντήρηση προσφέρει μια σημαντική δυνατότητα, όχι όμως εγγύηση μελλοντικής εγκυμοσύνης. [10] Μια ακόμη επιλογή είναι η κρυοσυντήρηση ωοθηκικού ιστού, η οποία μπορεί να εφαρμοστεί σε επιλεγμένες περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν δεν υπάρχει επαρκής χρόνος για ωοθηκική διέγερση. Πρόκειται πλέον για αναγνωρισμένη μέθοδο διατήρησης γονιμότητας, με συγκεκριμένες όμως ενδείξεις και περιορισμούς.
Είναι ασφαλής η ορμονική διέγερση σε γυναίκες με ορμονοευαίσθητο καρκίνο του μαστού;
Αυτό αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ερωτήματα που απασχολούν τις γυναίκες κατά τη διάγνωση. Στον ορμονοευαίσθητο καρκίνο του μαστού, υπάρχει εύλογη ανησυχία για την αύξηση των οιστρογόνων που παρατηρείται κατά τη συμβατική ωοθηκική διέγερση. Για τον λόγο αυτό, έχουν αναπτυχθεί εξειδικευμένα πρωτόκολλα που συνδυάζουν τη χορήγηση γοναδοτροπινών με αναστολείς αρωματάσης, κυρίως λετροζόλη. Η προσέγγιση αυτή επιτρέπει τη συλλογή ωαρίων περιορίζοντας την αύξηση των επιπέδων οιστραδιόλης κατά τη διέγερση. [10]
Τα διαθέσιμα δεδομένα είναι καθησυχαστικά και δεν δείχνουν αύξηση του κινδύνου υποτροπής που να αποδίδεται στη συγκεκριμένη προσέγγιση. Παρ' όλα αυτά, η αξιολόγηση πρέπει πάντοτε να γίνεται εξατομικευμένα, σε συνεργασία με τον θεράποντα ογκολόγο. Οι επικαιροποιημένες οδηγίες της American Society of Clinical Oncology (ASCO) του 2025 αναγνωρίζουν την κρυοσυντήρηση ωαρίων, εμβρύων και ωοθηκικού ιστού ως καθιερωμένες επιλογές διατήρησης της γονιμότητας. Το σημαντικότερο είναι ότι η διατήρηση της γονιμότητας δεν πρέπει να θέτει σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα ή την έγκαιρη έναρξη της αντικαρκινικής θεραπείας. [10]
Μπορούν τα ανάλογα GnRH να προστατεύσουν τη γονιμότητα κατά τη διάρκεια της χημειοθεραπείας;
Η χορήγηση αγωνιστών GnRH κατά τη διάρκεια της χημειοθεραπείας αποτελεί μια επιπλέον στρατηγική για τη μείωση του κινδύνου πρόωρης ωοθηκικής ανεπάρκειας. [10] Η προσωρινή καταστολή της ωοθηκικής λειτουργίας έχει συσχετιστεί με μεγαλύτερη πιθανότητα διατήρησης της λειτουργίας των ωοθηκών μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας. Ωστόσο, πρέπει να διευκρινίσουμε ότι η διατήρηση της εμμήνου ρύσεως δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με διατήρηση της γονιμότητας.
Σύμφωνα με τις οδηγίες ASCO 2025, οι αγωνιστές GnRH μπορούν να χρησιμοποιηθούν συμπληρωματικά σε γυναίκες με καρκίνο του μαστού, αλλά δεν πρέπει να αντικαθιστούν καθιερωμένες μεθόδους, όπως η κρυοσυντήρηση ωαρίων ή εμβρύων. [10] Επομένως, η επιλογή της κατάλληλης στρατηγικής πρέπει να γίνεται πριν από την έναρξη της θεραπείας, λαμβάνοντας υπόψη τις επιθυμίες της γυναίκας και τις ογκολογικές προτεραιότητες.
Είναι εφικτή και ασφαλής μια εγκυμοσύνη μετά από καρκίνο του μαστού;
Ναι. Μελέτες παρατήρησης έχουν δείξει ότι η εγκυμοσύνη μετά από επιτυχή θεραπεία δεν φαίνεται να συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο υποτροπής σε κατάλληλα επιλεγμένες ασθενείς.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η διεθνής προοπτική μελέτη POSITIVE (Pregnancy Outcome and Safety of Interrupting Therapy for Women with Endocrine Responsive Breast Cancer), η οποία διερεύνησε τη δυνατότητα προσωρινής διακοπής της επικουρικής ενδοκρινικής θεραπείας σε γυναίκες ηλικίας έως 42 ετών με ορμονοευαίσθητο καρκίνο μαστού σταδίου Ι–ΙΙΙ, που επιθυμούσαν εγκυμοσύνη. Οι συμμετέχουσες είχαν λάβει ενδοκρινική θεραπεία για 18–30 μήνες και μπορούσαν να τη διακόψουν για διάστημα έως δύο ετών, προκειμένου να επιχειρήσουν σύλληψη, να ολοκληρώσουν την εγκυμοσύνη και, εφόσον επιθυμούσαν, τον θηλασμό. [11,12] Στην αρχική δημοσίευση στο New England Journal of Medicine το 2023, με διάμεση παρακολούθηση 41 μηνών, η τριετής αθροιστική επίπτωση συμβαμάτων καρκίνου μαστού ήταν 8,9% στην ομάδα POSITIVE έναντι 9,2% σε εξωτερική ομάδα σύγκρισης. [11]
Η εγκυμοσύνη μετά από καρκίνο του μαστού είναι εφικτή για πολλές γυναίκες και τα επιστημονικά δεδομένα είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά.
Ιδιαίτερα σημαντικά είναι τα επικαιροποιημένα αποτελέσματα που δημοσιεύθηκαν το 2026 στο Annals of Oncology, με διάμεση παρακολούθηση 71 μηνών. Η πενταετής αθροιστική επίπτωση συμβαμάτων καρκίνου μαστού ήταν 12,3% στην ομάδα POSITIVE και 13,2% στην εξωτερική ομάδα σύγκρισης SOFT/TEXT. Αντίστοιχα, η πενταετής αθροιστική επίπτωση απομακρυσμένων υποτροπών ήταν 6,2% και 8,3%. [12] Εξίσου ενθαρρυντικά ήταν τα αναπαραγωγικά αποτελέσματα: από τις 497 γυναίκες με διαθέσιμα δεδομένα, 377 (76%) πέτυχαν τουλάχιστον μία εγκυμοσύνη και 343 (69%) απέκτησαν τουλάχιστον ένα παιδί, με συνολικά 440 γεννήσεις παιδιών. Στη μελέτη, η προηγούμενη ωοθηκική διέγερση και κρυοσυντήρηση ωαρίων ή εμβρύων δεν συσχετίστηκαν με σαφή αύξηση των ογκολογικών συμβαμάτων. Τα ευρήματα είναι εξαιρετικά ενθαρρυντικά, αλλά χρειάζεται σωστή ερμηνεία: η POSITIVE δεν ήταν τυχαιοποιημένη δοκιμή και η σύγκριση έγινε με εξωτερική ομάδα ελέγχου. Επιπλέον, ο ορμονοευαίσθητος καρκίνος μαστού μπορεί να υποτροπιάσει και σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα, επομένως η μακροχρόνια παρακολούθηση παραμένει απαραίτητη. [11,12] Ωστόσο, η προσωρινή διακοπή της ενδοκρινικής θεραπείας δεν είναι κατάλληλη για όλες τις γυναίκες. Απαιτείται προσεκτική επιλογή, εκτίμηση του κινδύνου υποτροπής και σαφής σχεδιασμός για τη συνέχιση της θεραπείας μετά την εγκυμοσύνη και τον θηλασμό.
Πότε μπορεί μια γυναίκα να προγραμματίσει εγκυμοσύνη μετά τη θεραπεία;
Δεν υπάρχει ένα χρονικό διάστημα που να είναι κατάλληλο για όλες τις ασθενείς. Η απόφαση εξαρτάται από το στάδιο της νόσου, τα βιολογικά χαρακτηριστικά του όγκου, τον κίνδυνο υποτροπής, τις θεραπείες που έχουν χορηγηθεί και την ηλικία της γυναίκας. Σε γυναίκες με ορμονοευαίσθητο καρκίνο, η επικουρική ενδοκρινική θεραπεία διαρκεί συχνά πέντε έως δέκα χρόνια. Η προσωρινή διακοπή της για την επίτευξη εγκυμοσύνης μπορεί να συζητηθεί σε επιλεγμένες περιπτώσεις, σύμφωνα με τα δεδομένα της POSITIVE. [11,12] Είναι απαραίτητο να μεσολαβεί κατάλληλο χρονικό διάστημα από τη διακοπή των φαρμάκων μέχρι την προσπάθεια σύλληψης, ώστε να περιορίζεται ο κίνδυνος εμβρυϊκής έκθεσης. Σε άλλες μορφές καρκίνου του μαστού, ο χρόνος προγραμματισμού εξαρτάται από την ολοκλήρωση της θεραπείας και την ογκολογική πρόγνωση. Η απόφαση πρέπει να λαμβάνεται από κοινού με τον ογκολόγο και τον ειδικό στην αναπαραγωγική ιατρική. Ο στόχος είναι να συνδυαστεί η μέγιστη δυνατή ογκολογική ασφάλεια με τη διατήρηση της δυνατότητας τεκνοποίησης.
Τι γίνεται όταν μια γυναίκα δεν έχει καταψύξει ωάρια πριν από τη θεραπεία;
Η απουσία προηγούμενης κρυοσυντήρησης δεν σημαίνει απαραίτητα ότι μια γυναίκα δεν μπορεί να αποκτήσει παιδί. Μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας μπορεί να πραγματοποιηθεί αξιολόγηση της ωοθηκικής λειτουργίας, με βάση το ιστορικό, την ηλικία, τον υπερηχογραφικό έλεγχο των ωοθηκών και δείκτες όπως η αντιμυλλέριος ορμόνη (AMH). Ανάλογα με τα αποτελέσματα, μπορεί να υπάρχει δυνατότητα φυσικής σύλληψης ή υποβοηθούμενης αναπαραγωγής με ίδια ωάρια. Σε περιπτώσεις σοβαρής ωοθηκικής ανεπάρκειας, η δωρεά ωαρίων μπορεί να αποτελέσει εναλλακτική επιλογή, εφόσον επιτρέπεται η εγκυμοσύνη από ογκολογικής πλευράς. Η ουσιαστική πρόοδος της σύγχρονης αναπαραγωγικής ιατρικής είναι ότι μπορούμε να προσφέρουμε περισσότερες επιλογές, προσαρμοσμένες στις ανάγκες και στις δυνατότητες κάθε γυναίκας.
Ποιο είναι το σημαντικότερο μήνυμα που θα θέλατε να στείλετε στις γυναίκες αυτόν τον Οκτώβριο;
Θα ήθελα να τονίσω ότι η φροντίδα της υγείας του μαστού πρέπει να αποτελεί σταθερό μέρος της ζωής κάθε γυναίκας. Η πρόληψη και η έγκαιρη διάγνωση δεν πρέπει να αναβάλλονται μέχρι την εμφάνιση κάποιου συμπτώματος. Η ενημέρωση, η γνώση του οικογενειακού ιστορικού και η εξατομικευμένη παρακολούθηση αποτελούν ουσιαστικά βήματα για την προστασία της υγείας. Παράλληλα, θέλω να στείλω ένα ιδιαίτερο μήνυμα στις νεότερες γυναίκες που βρίσκονται αντιμέτωπες με μια διάγνωση καρκίνου του μαστού. Η διάγνωση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι πρέπει να εγκαταλείψουν το όνειρο της μητρότητας. Σήμερα διαθέτουμε επιστημονικά τεκμηριωμένες δυνατότητες διατήρησης της γονιμότητας, οι οποίες μπορούν να εφαρμοστούν πριν από την έναρξη της αντικαρκινικής θεραπείας. Η έγκαιρη ενημέρωση και η συνεργασία μεταξύ ογκολόγων και ειδικών στην αναπαραγωγική ιατρική μπορούν να κάνουν ουσιαστική διαφορά.
Η σύγχρονη ιατρική δεν στοχεύει μόνο στην επιβίωση, αλλά και στη διατήρηση της ποιότητας ζωής, των επιλογών και των μελλοντικών σχεδίων κάθε γυναίκας.
Γιατί κάθε γυναίκα αξίζει όχι μόνο την καλύτερη δυνατή θεραπεία, αλλά και την ευκαιρία να σχεδιάζει το μέλλον της με ελπίδα.
Γράφει η Δρ. Ευαγγελία Δεληγεώρογλου, MD, MSc, PhD, EFRM, Μαιευτήρας – Γυναικολόγος, Εξειδίκευση στην Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή, την Εξωσωματική Γονιμοποίηση και τη Διατήρηση της Γονιμότητας, Ακαδημαϊκή Υπότροφος – Μεταδιδακτορική Ερευνήτρια, Ιατρική Σχολή Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Συνεργάτης Υγεία IVF Εμβρυογένεσις
Επιστημονική βιβλιογραφία
1. International Agency for Research on Cancer (IARC). Global Cancer Observatory. GLOBOCAN 2022: Greece Fact Sheet. https://gco.iarc.who.int/
2. Ελληνική Εταιρεία Μαστολογίας. Προσυμπτωματικός έλεγχος για τον καρκίνο του μαστού (διαδικτυακές συστάσεις· η παρατιθέμενη βιβλιογραφία είναι παλαιότερη). https://www.mastologia.gr/simvoules/91-prosimptomatikos-elegxos
3. Ελληνική Αντικαρκινική Εταιρεία. Οκτώβριος – Μήνας Μαστού: Πρόληψη και Έγκαιρη Διάγνωση με τη Μαστογραφία! 7 Οκτωβρίου 2024. https://cancerhellas.org/οκτώβριος-μήνας-μαστού-πρόληψη-και-έγ/
4. Monticciolo DL, et al. Breast Cancer Screening for Women at Higher-Than-Average Risk: Updated Recommendations From the ACR. J Am Coll Radiol. 2023. doi:10.1016/j.jacr.2023.04.002.
5. US Preventive Services Task Force. Breast Cancer: Screening. Recommendation Statement. JAMA. 2024. https://www.uspreventiveservicestaskforce.org/uspstf/recommendation/breast-cancer-screening
6. American College of Obstetricians and Gynecologists (ACOG). Breast Cancer Risk Assessment and Screening in Average-Risk Women. Interim Update, 2024. https://www.acog.org/news/news-releases/2024/10/acog-updates-recommendation-when-to-begin-breast-cancer-screening-mammography
7. American Cancer Society. Breast Cancer Screening Guidelines. https://www.cancer.org/cancer/types/breast-cancer/screening-tests-and-early-detection/american-cancer-society-recommendations-for-the-early-detection-of-breast-cancer.html
8. Υπουργείο Υγείας. Παρουσίαση του Εθνικού Προγράμματος Προσυμπτωματικού Ελέγχου «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ» – πρόγραμμα «Φώφη Γεννηματά», γυναίκες 45–74 ετών. https://www.moh.gov.gr/articles/ministry/grafeio-typoy/press-releases/12378-paroysiash-toy-ethnikoy-programmatos-prosymptwmatikoy-elegxoy-laquo-prolambanw-raquo
9. Mann RM, et al. Breast cancer screening in women with extremely dense breasts: recommendations of EUSOBI. Eur Radiol. 2022;32:4036–4045. doi:10.1007/s00330-022-08617-6.
10. Su HI, et al. Fertility Preservation in People With Cancer: ASCO Guideline Update. J Clin Oncol. 2025. doi:10.1200/JCO-24-02782.
11. Partridge AH, et al. Interrupting Endocrine Therapy to Attempt Pregnancy after Breast Cancer. N Engl J Med. 2023;388:1645–1656. doi:10.1056/NEJMoa2212856.
12. Pagani O, et al. Updated results of the POSITIVE trial. Ann Oncol. 2026;37(9):1230–1241. doi:10.1016/j.annonc.2026.05.699.

