Χρήστος Βαλαβανίδης: Ο «Αυθαίρετος» της TV βγήκε από το νοσοκομείο και μιλά για την υγεία του
Ο Χρήστος Βαλαβανίδης βγήκε από το νοσοκομείο και μίλησε χωρίς φίλτρα για τη σοβαρή αλλά διαχειρίσιμη περιπέτεια της υγείας του. Ο «Κάπελας» των «Αυθαίρετων» που έχει πει ότι προτιμά να περιμένει «στις όχθες του ποταμού» αντί να κυνηγά την εκδίκηση, στάθηκε ξανά όρθιος με τη στήριξη της συζύγου του, Ασπασίας Κράλλη, κουβαλώντας ήδη την εμπειρία του 2018, όταν το εγκεφαλικό αναδιάταξε τις προτεραιότητές του. Με συγγενική ρίζα τη Νένα Μεντή και μια ζωή μέσα στο θέατρο, αντιμετωπίζει και αυτή τη δοκιμασία πώς αλλιώς; Με χιούμορ. Με χιούμορ, γιατί αλλιώς «δεν βγαίνει».
Δύο εβδομάδες νοσηλείας. Αυτό ήταν το δεδομένο. Όχι το δράμα. Ο Χρήστος Βαλαβανίδης πήρε εξιτήριο, μίλησε δημόσια και το έκανε χωρίς υπερβολές, χωρίς μισόλογα και χωρίς τη συνήθη τηλεοπτική ανάγκη για συγκίνηση. «Είναι σοβαρό, αλλά δεν είναι θανατηφόρο. Ακόμα τουλάχιστον», είπε στην ο γνωστός ηθοποιός την Τρίτη (6/1) στην εκπομπή «Το πρωινό» του ΑΝΤ1. Και μέσα σε αυτή τη φράση συνυπάρχουν η ψυχραιμία, η αυτογνωσία και το χιούμορ ενός ανθρώπου που δεν αντιμετώπισε ποτέ τη ζωή ως αφήγημα φόβου.
Όπως εξήγησε, το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει είναι «βαριά αρρώστια», αλλά βρίσκεται σε θεραπεία και χρειάζεται φροντίδα και υπομονή. «Είχα κάτι το οποίο θα περάσει. Δεν είναι τραγικό, αλλά πρέπει να το φροντίσω οπωσδήποτε γιατί είμαι και μεγάλη κοπέλα», είπε με εκείνη την ατάκα που δεν ελαφραίνει το θέμα, αλλά το βάζει στη σωστή του διάσταση. Χωρίς πανικό. Χωρίς ωραιοποίηση. Με ευθύνη.
«Καλά είμαι. Είχα κάτι το οποίο θα περάσει, είμαι σε θεραπεία. Δεν είναι τραγικό, αλλά είναι βαριά αρρώστια που πρέπει να τη φροντίσω οπωσδήποτε γιατί είμαι και μεγάλη κοπέλα. Είναι σοβαρό, αλλά δεν είναι θανατηφόρο, ακόμα τουλάχιστον. Κάποια στιγμή όλοι μας κάτι πληρώνουμε, κάποιο λάθος μας πληρώνουμε».
Ο ταλαντούχος ηθοποιός και ποιητής δεν μίλησε πρώτη φορά έτσι για τη ζωή του. Το 2018 είχε αποκαλύψει ότι υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο, λέγοντας ότι εκείνη η στιγμή χώρισε τη ζωή του σε «πριν» και «μετά». Μίλησε τότε για μια βαθιά εσωτερική αλλαγή, για έναν χαρακτήρα που μαλάκωσε, για έναν άνθρωπο που σταμάτησε να γίνεται οξύθυμος και επιθετικός όταν ενοχλείται. Δεν το παρουσίασε ως λύτρωση. Το περιέγραψε ως γεγονός. Και αμέσως μετά ήρθε η πανδημία, σαν μια ακόμη υπενθύμιση ότι τίποτα δεν είναι γραμμικό.
Αυτή η στάση ζωής δεν είναι καινούργια. Διατρέχει ολόκληρη τη διαδρομή του. Απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, γεννημένος το 1944, ο Βαλαβανίδης υπηρέτησε το θέατρο σε όλα του τα είδη, από το αρχαίο δράμα μέχρι την επιθεώρηση, χωρίς ποτέ να εγκλωβιστεί σε ρόλους κύρους ή σε μία μόνο ταυτότητα. Δεν επένδυσε στη σοβαροφάνεια αλλά στην αντοχή.
Στην τηλεόραση, αυτή η αντοχή πήρε πρόσωπο στους «Αυθαίρετους». Το πρώτο σίριαλ της ελεύθερης ιδιωτικής τηλεόρασης δεν έγινε επιτυχία επειδή ήταν εντυπωσιακό αλλά επειδή ήταν αυθαίρετο σε τέτοιο βαθμό που δικαίωσε απόλυτα τον τίτλο του. Ο Κάπελας του Βαλαβανίδη ήταν ένας άνθρωπος της καθημερινότητας. Με αντιφάσεις, ξεσπάσματα, χιούμορ και τσακωμούς. Όπως έχει πει και ο ίδιος, ο ρόλος του -όπως και του Πουλικάκου- ήταν συμβολικός. Κώστας και Ανδρέας. Aka Καραμανλής και Παπανδρέου. Γι’ αυτό και συγκρούονταν διαρκώς.
Πολλές από τις ατάκες που έγραψαν ιστορία δεν υπήρχαν στο σενάριο. «Πολλές ατάκες στους “Αυθαίρετους” ήταν δικές μας», έχει πει. Και αυτό εξηγεί γιατί εκείνο το χιούμορ δεν έμοιαζε τηλεοπτικό. Ήταν βιωμένο. Όχι επιτηδευμένο. Γι’ αυτό και άντεξε.
Ο ίδιος δεν ωραιοποίησε ούτε τις περιόδους που χρειάστηκε να κάνει επιλογές επιβίωσης. Μίλησε ανοιχτά για τις βιντεοκασέτες της δεκαετίας του ’80, παραδεχόμενος ότι κάποιες ήταν κακής ποιότητας και πως καλλιτεχνικά τις αποποιείται. Ανθρώπινα, όμως, τις υπερασπίζεται. «Έζησα την οικογένειά μου», είπε. Και συμπλήρωσε με τη φράση που κλείνει κάθε ρομαντική αυταπάτη για το επάγγελμα: «Ηθοποιός σημαίνει φως, αλλά σημαίνει και φως και νερό και τηλέφωνο».
Στην προσωπική του ζωή, πορεύεται με αγάπη και σεβασμό σχεδόν 53 χρόνια με τη σύζυγό του, Ασπασία Κράλλη. Μαζί δημιούργησαν το Από Μηχανής Θέατρο, έναν χώρο που δεν λειτούργησε ποτέ ως βιτρίνα, αλλά ως χώρος δουλειάς. Δεν έκρυψαν τις δυσκολίες τους ούτε κατασκεύασαν εικόνα τελειότητας. Μίλησαν ανοιχτά ακόμη και για όσα συνήθως αποσιωπώνται- όπως για παράδειγμα για το κομμάτι της απιστίας. Και αυτό, τελικά, είναι μορφή ωριμότητας.
Στο οικογενειακό του περιβάλλον υπάρχει και η Νένα Μεντή. Ξαδέρφη του. Κοινά παιδικά χρόνια, πολύ πριν το θέατρο γίνει επάγγελμα. Μια υπενθύμιση ότι η σχέση του με την τέχνη δεν ήταν φιλοδοξία, αλλά φυσική συνέχεια.
Και φυσικά, η κόρη του, η Κατερίνα. Η μεγάλη του αδυναμία. Εκείνη που κάποτε στο σχολείο τη φώναζαν «Κάπελα» και πλήρωσε άθελά της την τηλεοπτική επιτυχία του πατέρα της. Εκείνη που σήμερα είναι ψυχολόγος και μεγάλωσε σε ένα σπίτι χωρίς ρόλους.
Με απλά λόγια, ο Χρήστος Βαλαβανίδης βγήκε από το νοσοκομείο, μίλησε και δεν είπε τίποτα παραπάνω απ’ όσα χρειάζονται. «Με κάνανε καλά. Δεν μ’ άφηναν να φύγω», είπε για τους γιατρούς. Και κατέληξε με τη φράση που συνοψίζει όλη τη στάση του: «Πέρα από τη γυναίκα μου, η αγάπη του κόσμου με κράτησε όρθιο».
Κάποτε είχε πει πως δεν τον απασχολεί η εκδίκηση. Πως προτιμά να κάθεται στις όχθες του ποταμού και να περιμένει. Όχι με αδράνεια, αλλά με επίγνωση. Με υπομονή. Με εκείνο το χιούμορ που δεν υψώνει φωνή και δεν ζητά δικαίωση, γιατί συχνά αυτό είναι απλώς ο πιο λειτουργικός τρόπος να αντέχεις τη ζωή και την αρρώστια χωρίς να χάνεις τον έλεγχο.
Όσα είπε στο Πρωινό
«Είναι μια περιπέτεια. Υπομονή, υπομονή και όλα θα πάνε καλά. Για να πάρω το εξιτήριο από το Λαϊκό, με κάνανε καλά. Δεν μ’ άφηναν να φύγω. Δεν σου λέω άλλες λεπτομέρειες. Τρυπήματα, ενέσεις, εμβόλια και τα λοιπά».
«Ευτυχώς που έτσι είναι ο χαρακτήρας μου, να είναι συνέχεια κεφάτος. Απίστευτο, και Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά, μέσα στο Λαϊκό. Έχω πάρα πολλές εντυπώσεις. Είναι πράγματα που κάποια στιγμή, εάν ο Θεός μου δώσει χρόνο, θα τα γράψω. Το νοσηλευτικό και το ιατρικό δυναμικό, άπταιστα.
Το περιβάλλον, άθλιο. Ράντζα στους διαδρόμους και οι άνθρωποι να δουλεύουνε σκληρότατα. Τους λυπήθηκε η ψυχή μου. Είχα κοντά μου τη γυναίκα μου η οποία κουράστηκε πάρα πολύ για να με περιποιείται. Φοβότανε βέβαια και για μένα και για αυτή. Πέρα απ’ τη γυναίκα μου η οποία είναι φρουρός, η αγάπη του κόσμου με κράτησε όρθιο».
