«Θέλω παιδί αλλά έχω αυτοάνοσο»: Τι σημαίνει αυτό στην πράξη και τι μπορείς να κάνεις
Αν έχεις ένα αυτοάνοσο νόσημα και σκέφτεσαι να μείνεις έγκυος, οι απορίες και οι ανησυχίες είναι αναμενόμενες.
Η επιθυμία για ένα παιδί είναι βαθιά προσωπική και διαφορετική για κάθε γυναίκα. Όταν όμως στη ζωή μπαίνει ένα αυτοάνοσο νόσημα, το ταξίδι προς τη γονιμότητα μπορεί να γεμίσει ερωτήματα, ανασφάλειες και αντικρουόμενες πληροφορίες. Πόσο επηρεάζει το σώμα; Παίζει ρόλο η φλεγμονή; Τι γίνεται με τα φάρμακα; Και – το πιο σημαντικό – υπάρχουν λύσεις;
Τα αυτοάνοσα νοσήματα δεν σημαίνουν αυτόματα ότι η εγκυμοσύνη ή η σύλληψη είναι αδύνατες. Σημαίνουν όμως ότι το σώμα χρειάζεται περισσότερη φροντίδα, σωστή ενημέρωση και έγκαιρο σχεδιασμό. Σήμερα, χάρη στην ιατρική πρόοδο και την εξατομικευμένη παρακολούθηση, πολλές γυναίκες με αυτοάνοσα καταφέρνουν να γίνουν μητέρες – ή να προχωρήσουν σε επιλογές γονιμότητας που ταιριάζουν στις ανάγκες και στην υγεία τους.
Πότε εμφανίζονται τα αυτοάνοσα
Τα αυτοάνοσα νοσήματα εμφανίζονται όταν το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται λανθασμένα στα υγιή κύτταρα και στους ιστούς του ίδιου του σώματος, προκαλώντας χρόνια φλεγμονή και βλάβες στα όργανα. Αυτή η υπερδραστηριότητα του ανοσοποιητικού μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητα με πολλούς τρόπους.
Η χρόνια φλεγμονή μπορεί να μειώσει τον αριθμό των σπερματοζωαρίων και των ωαρίων, να πυροδοτήσει πρόωρη εμμηνόπαυση ή να δημιουργήσει ένα μη φιλόξενο περιβάλλον για την εγκατάσταση και εξέλιξη της εγκυμοσύνης. Τα αυτοάνοσα νοσήματα μπορούν επίσης να επηρεάσουν τις ορμόνες που είναι απαραίτητες για την αναπαραγωγή, να προκαλέσουν θρόμβους αίματος στον πλακούντα ή να αυξήσουν τον κίνδυνο αποβολής και ενδομήτριου θανάτου.
«Εάν ένας ασθενής έχει αυτοάνοσο νόσημα και προσπαθεί να αποκτήσει παιδί για περισσότερο από έξι μήνες, τότε και οι δύο σύντροφοι χρειάζεται να αξιολογηθούν», αναφέρει η Δρ. Cuoghi Edens, ρευματολόγος και επίκουρη καθηγήτρια παθολογίας και παιδιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο.
pexels.com/ Engin Akyurt
Τι είναι η υπογονιμότητα;
Η υπογονιμότητα ορίζεται ως η αδυναμία σύλληψης μετά από έναν χρόνο τακτικών, σεξουαλικών επαφών χωρίς προφύλαξη, σε άτομα κάτω των 35 ετών. Επηρεάζει έως και το 15% των ζευγαριών παγκοσμίως, ενώ τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες συμβάλλουν σε παρόμοιο βαθμό.
Σύμφωνα με τους ειδικούς, η υπογονιμότητα είναι συχνά πολυπαραγοντική. Υπάρχουν συγκεκριμένα προβλήματα που επηρεάζουν ξεχωριστά άνδρες και γυναίκες όσον αφορά την ικανότητα τεκνοποίησης, όπως διαταραχές στο σπέρμα ή στα ωάρια, ανατομικά προβλήματα των αναπαραγωγικών οργάνων ή ορμονικές διαταραχές. Για παράδειγμα, ένας άνδρας μπορεί να έχει χαμηλό αριθμό σπερματοζωαρίων, ενώ η σύντροφός του να έχει απόφραξη σαλπίγγων ή ενδομητρίωση.
Σε αυτά προστίθενται τυχόν άλλες διαγνώσεις ή φαρμακευτικές αγωγές που μπορεί να επηρεάζουν τη γονιμότητα. Η υπογονιμότητα μπορεί να εκδηλωθεί με πολλούς τρόπους, όπως δυσκολία στη σύλληψη, στην εμφύτευση του εμβρύου ή στη διατήρηση της κύησης, καθώς και με επαναλαμβανόμενες αποβολές ή ενδομήτριους θανάτους. Παράλληλα, κοινωνικοί και πολιτισμικοί παράγοντες παίζουν ρόλο, όπως η πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, το κοινωνικό στίγμα και η κοινωνική πίεση γύρω από την τεκνοποίηση.
Αυτοάνοσα νοσήματα που συνδέονται με υπογονιμότητα
Τα αυτοάνοσα νοσήματα μπορούν να προκαλέσουν υπογονιμότητα τόσο σε γυναίκες όσο και σε άνδρες. Ας δούμε ποια είναι τα πιο συχνά:
Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος (SLE)
Ο SLE επηρεάζει το ανοσοποιητικό σύστημα και μπορεί να προκαλέσει υπογονιμότητα στις γυναίκες μειώνοντας πρόωρα τον αριθμό των ωαρίων. Η θεραπεία του SLE μπορεί να προκαλέσει βλάβες στις ωοθήκες, οδηγώντας σε ωοθηκική ανεπάρκεια. Ορισμένες γυναίκες εμφανίζουν επίσης διαταραχές στην πήξη του αίματος, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο αποβολών και ενδομήτριων θανάτων. Στους άνδρες, ο λύκος μπορεί να προκαλέσει στυτική δυσλειτουργία ή φλεγμονή που βλάπτει τους όρχεις και μειώνει τον αριθμό των σπερματοζωαρίων.
Ρευματοειδής Αρθρίτιδα (RA)
Οι γυναίκες με ρευματοειδή αρθρίτιδα έχουν αυξημένο κίνδυνο υπογονιμότητας σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό, πιθανώς λόγω ορμονικών διαταραχών, διαταραχών της ωορρηξίας ή επειδή πολλές καθυστερούν την εγκυμοσύνη εξαιτίας της νόσου ή της φαρμακευτικής αγωγής. Στους άνδρες, η RA μπορεί να προκαλέσει φλεγμονή που επηρεάζει αρνητικά τους όρχεις και την παραγωγή σπέρματος.
Αντιφωσφολιπιδικό Σύνδρομο (APS)
Το APS γνωστό επίσης και ως σύνδρομο Hughes, συνδέεται με επαναλαμβανόμενες αποβολές, ενδομήτριους θανάτους και άλλες επιπλοκές της κύησης, γεγονός που μπορεί τελικά να οδηγήσει σε υπογονιμότητα. Αυτό οφείλεται στη διαταραχή της πήξης του αίματος. Οι παθολογικοί θρόμβοι μπορούν να επηρεάσουν την αιμάτωση της μήτρας, διαταράσσοντας την ομαλή ανάπτυξη του εμβρύου ή την εμφύτευση του γονιμοποιημένου ωαρίου. Η επαρκής αιμάτωση είναι ζωτικής σημασίας για μια υγιή εγκυμοσύνη, καθώς εξασφαλίζει την παροχή θρεπτικών συστατικών και οξυγόνου στο έμβρυο.
Αυτοάνοσα Νοσήματα Θυρεοειδούς / Θυρεοειδίτιδα Hashimoto
Τα αυτοάνοσα νοσήματα του θυρεοειδούς μπορούν να επηρεάσουν τη γονιμότητα στις γυναίκες μέσω διαταραχής της ορμονικής ισορροπίας. Τα χαμηλά επίπεδα θυρεοειδικών ορμονών, όπως στη νόσο Hashimoto, μπορούν να διαταράξουν τον εμμηνορρυσιακό κύκλο και την ωορρηξία.
Φλεγμονώδη Νοσήματα του Εντέρου (IBD)
Η νόσος Crohn και η ελκώδης κολίτιδα συχνά επηρεάζει την αναπαραγωγική ικανότητα με ποικίλους τρόπους.Για παράδειγμα, ο υποσιτισμός λόγω μειωμένης απορρόφησης θρεπτικών συστατικών δυσκολεύει τον οργανισμό να υποστηρίξει μια υγιή εγκυμοσύνη. Τα κορτικοστεροειδή και τα ανοσοκατασταλτικά φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία τους ενδέχεται να διαταράξουν την ορμονική ισορροπία ή να επηρεάσουν άμεσα τα αναπαραγωγικά όργανα όπως και η χρόνια φλεγμονή στην κοιλιακή χώρα ή τυχόν χειρουργικές επεμβάσεις.
Κοιλιοκάκη
Η κοιλιοκάκη προκαλεί βλάβες στον βλεννογόνο του λεπτού εντέρου, μειώνοντας την απορρόφηση βασικών βιταμινών και μετάλλων. Η επαρκής θρέψη είναι απαραίτητη για την αναπαραγωγική υγεία, και οι ελλείψεις θρεπτικών συστατικών μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά τη γονιμότητα όπως και οι ορμονικές διαταραχές.
Σακχαρώδης Διαβήτης Τύπου 1
Ο διαβήτης τύπου 1 επηρεάζει τα επίπεδα ινσουλίνης προκαλώντας συχνά ορμονικές διαταραχές, και διαταράσσοντας τον κύκλο και την ωορρηξία στις γυναίκες, καθώς και την παραγωγή σπέρματος στους άνδρες. Μπορεί επίσης να προκαλέσει αγγειακές και νευρικές βλάβες, επηρεάζοντας τη σεξουαλική λειτουργία και τη γονιμότητα. Τα υψηλά επίπεδα σακχάρου στο αίμα πολλές φορές έχουν επίπτωση και στην ποιότητα των ωαρίων δυσκολεύοντας και τη σύλληψη.
pexels.com/Sofia Alejandra
Τι θεραπείες γονιμότητας είναι διαθέσιμες για άτομα με αυτοάνοσα νοσήματα;
Υπάρχουν θεραπείες υποβοηθούμενης αναπαραγωγής (ART) και άλλες επιλογές που μπορούν να βοηθήσουν, όπως:
- Ενδομητρική σπερματέγχυση (IUI): Το σπέρμα τοποθετείται απευθείας στη μήτρα με ένα λεπτό σωληνάκι.
- Εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF): Το ωάριο γονιμοποιείται έξω από το σώμα και το έμβρυο εμφυτεύεται στη μήτρα.
- Ενδοκυτταροπλασματική έγχυση σπερματοζωαρίου (ICSI): Ένα μόνο σπερματοζωάριο εισάγεται απευθείας σε ένα ωάριο κατά τη διαδικασία IVF. Χρησιμοποιείται συνήθως σε προβλήματα ανδρικής υπογονιμότητας, όπως χαμηλός αριθμός ή κινητικότητα σπερματοζωαρίων ή μη φυσιολογικό σχήμα.
Άλλες ιατρικές παρεμβάσεις περιλαμβάνουν φάρμακα για την πρόκληση ωορρηξίας, χειρουργικές επεμβάσεις για διόρθωση ανατομικών προβλημάτων και ορμονοθεραπείες για εξισορρόπηση των ορμονών.
Ωστόσο, είναι σημαντικό να θυμάται κανείς ότι τα ποσοστά επιτυχίας για IVF και IUI παραμένουν περιορισμένα και μειώνονται όσο μεγαλώνει η γυναίκα, κυρίως λόγω της ποιότητας των ωαρίων.
