Στάσου, κειμήλια(!): Το «δεν είνα όλα για πέταμα» και το μάθημα από την υπόθεση του Γιάννη Βόγλη

Ανθή Μιμηγιάννη
Στάσου, κειμήλια(!): Το «δεν είνα όλα για πέταμα» και το μάθημα από την υπόθεση του Γιάννη Βόγλη

Όταν βραβεία, φωτογραφίες και προσωπικά αντικείμενα καταλήγουν στα σκουπίδια, χάνεται κάτι πολύ περισσότερο από υλικά πράγματα -χάνεται μνήμη, ιστορία και συνέχεια. Τα αντικείμενα που πρέπει να σκεφτείς (πολύ) σοβαρά πριν πετάξεις.

 

Η φράση «Στάσου, μύγδαλα» που έμεινε στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, ήταν ένας τρόπος στάσης απέναντι στον χρόνο. Ένα στιγμιαίο φρένο στην ορμή, μια πρόσκληση να επιβραδύνεις, να δεις, να καταλάβεις τι έχεις μπροστά σου πριν το προσπεράσεις. Ο Γιάννης Βόγλης την κουβάλησε ως ταυτότητα, όχι επειδή έγινε θρυλική, αλλά επειδή εξέφραζε μια βαθύτερη σχέση με το ίχνος, τη μνήμη και την παρουσία. Κι όμως, δεκαετίες μετά, τα ίχνη της δικής του διαδρομής βρέθηκαν εκεί όπου καταλήγουν όσα θεωρούνται περιττά.

Το ξεκαθάρισμα ενός σπιτιού δεν είναι ποτέ ουδέτερη πράξη, ιδιαίτερα όταν αφορά αντικείμενα που δεν ανήκουν απλώς σε έναν άνθρωπο αλλά σε μια ζωή που άφησε δημόσιο αποτύπωμα. Δεν πρόκειται για πρακτική διαδικασία αλλά για ηθική στιγμή. Σε κάθε συρτάρι που αδειάζει και σε κάθε κούτα που κλείνει, αποφασίζεται τι αξίζει να διασωθεί και τι θεωρείται άχρηστο. Εκεί, χωρίς φωνές και χωρίς πρόθεση, η μνήμη περνά από φίλτρο. Και συχνά, απορρίπτεται.

Όταν η διαδικασία παρατείνεται, όταν το βάρος γίνεται ψυχικό και όχι μόνο σωματικό, γεννιέται η ανάγκη της ταχύτητας. Να τελειώνουμε. Να καθαρίσει ο χώρος. Να φύγουν πράγματα. Εκεί ακριβώς χάνονται τα σημαντικότερα. Όχι από αδιαφορία, αλλά από εξάντληση. Και τότε, αντικείμενα με ιστορικό, καλλιτεχνικό και κοινωνικό βάρος περνούν το κατώφλι της σακούλας σκουπιδιών χωρίς δεύτερη σκέψη.

Η υπόθεση των προσωπικών αντικειμένων, των βραβείων και των ενθυμίων του Γιάννη Βόγλη που βρέθηκαν πεταμένα δεν είναι απλώς ένα λυπηρό περιστατικό κακής διαχείρισης. Είναι σύμπτωμα.

Αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τη μνήμη ως κάτι ιδιωτικό, άρα αναλώσιμο, αντί ως συλλογικό κεφάλαιο που απαιτεί φροντίδα. Όχι την επίσημη μνήμη των επετείων και των αφιερωμάτων, αλλά τη σιωπηλή, υλική μνήμη που ζει σε φωτογραφίες, χειρόγραφα, αντικείμενα και βραβεία.

Τα βραβεία δεν είναι διακοσμητικά. Είναι κοινωνικά τεκμήρια. Σημεία συνάντησης της ατομικής πορείας με τη συλλογική αναγνώριση. Κάθε τέτοιο αντικείμενο κουβαλά πληροφορία για την εποχή, την αισθητική, τα κριτήρια και τις αξίες ενός πολιτισμικού πλαισίου. Όταν πετιούνται, δεν χάνεται απλώς ένα αντικείμενο αλλά η δυνατότητα να αφηγηθούμε ξανά γιατί αυτός ο άνθρωπος θεωρήθηκε σημαντικός, πότε και με ποιους όρους.

Το ίδιο ισχύει για τις φωτογραφίες. Δεν είναι εικόνες για συναισθηματική κατανάλωση αλλά αποδείξεις παρουσίας. Σώματα στον χρόνο, βλέμματα, στάσεις, τρόποι ύπαρξης. Μέσα τους αποτυπώνεται το πώς κάποιος στάθηκε στον κόσμο. Και το μόνο σίγουρο είναι πως η απώλειά τους δεν είναι προσωπική αλλά ιστορική.

Κι όμως, όλα αυτά συχνά αντιμετωπίζονται ως απλά πράγματα. Ως βάρος. Ως κάτι που δεν έχει πια χρησιμότητα. Και αυτή η αντίληψη είναι επικίνδυνη, γιατί συγχέει την αξία με τη λειτουργικότητα. Ό,τι δεν εξυπηρετεί το παρόν απορρίπτεται. Ό,τι δεν χρησιμοποιείται καθημερινά θεωρείται περιττό. Έτσι, ο πολιτισμός μετατρέπεται σε αποθήκη που πρέπει διαρκώς να αδειάζει, για να χωρέσει το επόμενο.

Και όταν αφορούν ανθρώπους με δημόσια παρουσία, παύουν να ανήκουν αποκλειστικά στον στενό κύκλο. Η διαχείρισή τους γίνεται ζήτημα συλλογικής ευθύνης. Όχι για να μουσειοποιηθούν όλα, αλλά για να μη χαθούν άκριτα.

Αυτό απαιτεί χρόνο, σκέψη και ερωτήματα. Υπάρχει κάποιος που θα τα ήθελε; Υπάρχει φορέας που θα μπορούσε να τα αρχειοθετήσει; Μπορούν να ψηφιοποιηθούν; Μπορούν να σωθούν με άλλον τρόπο; Η απουσία αυτών των ερωτημάτων είναι που οδηγεί στη λήθη.

Η ίδια λογική ισχύει και για τα αντικείμενα καθημερινότητας. Ένα ρολόι, ένα ρούχο, ένα σκεύος, κάτι που συνδέεται με έναν άνθρωπο και τη χειρονομία του. Η αξία τους δεν μετριέται οικονομικά. Μετριέται σε αφήγηση. Σε δυνατότητα σύνδεσης. Σε συνέχεια. Χωρίς αυτά, η μνήμη γίνεται αφηρημένη και εύκολα διαχειρίσιμη, άρα εύκολα διαγράψιμη.

Κάθε φορά που τέτοια αντικείμενα καταλήγουν στα σκουπίδια, η απώλεια δεν είναι θεαματική. Είναι υπόγεια. Χάνεται η υλικότητα της μνήμης. Και χωρίς υλικότητα, η μνήμη μετατρέπεται σε σύνθημα. Σε όνομα χωρίς ίχνη.

Δεν χρειάζεται να κρατηθούν όλα. Η συσσώρευση δεν είναι λύση. Αλλά η αδιακρισία είναι καταστροφή. Ανάμεσα στα δύο υπάρχει η κρίση. Και η κρίση είναι ευθύνη.

Ίσως τελικά αυτό να είναι το πραγματικό νόημα του «στάσου». Όχι ως νοσταλγία, αλλά ως πράξη συνείδησης. Να σταθείς πριν πετάξεις. Να αναρωτηθείς πριν αποφασίσεις. Γιατί δεν μιλάμε για πράγματα. Μιλάμε για το πώς μια κοινωνία επιλέγει να θυμάται και τι αποφασίζει ότι αξίζει να περάσει στο μέλλον.

Τα αντικείμενα που πρέπει να σκεφτείς (πολύ) σοβαρά πριν πετάξεις

Μετά τον θόρυβο, τις εικόνες και τη δυσάρεστη συνειδητοποίηση, μένει πάντα το πρακτικό ερώτημα. Τι αξίζει πραγματικά να σωθεί; Όχι θεωρητικά, αλλά στην πράξη, τη στιγμή που αδειάζει ένα σπίτι και οι αποφάσεις πρέπει να παρθούν γρήγορα. Υπάρχουν αντικείμενα που δεν είναι απλώς προσωπικά. Είναι φορείς μνήμης, πολιτισμικά ίχνη και, συχνά, αναντικατάστατα τεκμήρια.

Φωτογραφίες, βίντεο και προσωπικά αρχεία

Οι εικόνες και τα αρχεία δεν είναι αναμνηστικά. Είναι ντοκουμέντα. Φωτογραφίες, κασέτες, βίντεο, ημερολόγια, χειρόγραφες σημειώσεις και επιστολές συνθέτουν την αφήγηση μιας ζωής πολύ πιο ειλικρινά από οποιαδήποτε βιογραφία. Ακόμη κι αν δεν φαίνονται σημαντικά σε όλους, για κάποιον άλλον μπορεί να είναι ανεκτίμητα. Η ψηφιοποίηση δεν τα υποβαθμίζει. Τα διασώζει.

Βραβεία, τιμητικές διακρίσεις και επαγγελματικά ενθύμια

Τα βραβεία δεν είναι προσωπικά τρόπαια. Είναι κοινωνικά τεκμήρια. Αποτυπώνουν το πώς, πότε και γιατί μια κοινωνία αναγνώρισε κάποιον. Ακόμη κι αν δεν συνοδεύονται από άμεση συναισθηματική αξία για τους κληρονόμους, έχουν ιστορικό βάρος. Πετώντας τα, δεν χάνεται απλώς ένα αντικείμενο. Χάνεται το αποτύπωμα μιας διαδρομής.

Κοσμήματα και αξεσουάρ με ιστορία

Το αισθητικό γούστο αλλάζει. Η αξία όχι πάντα. Παλιά κοσμήματα, χειροποίητα αντικείμενα, πολύτιμοι λίθοι ή επώνυμα αξεσουάρ συχνά διατηρούν ή αυξάνουν την αξία τους με τον χρόνο. Ακόμη κι αν δεν φορεθούν ποτέ, μπορούν να μεταποιηθούν, να επαναχρησιμοποιηθούν ή να περάσουν σε επόμενες γενιές ως υλικό ίχνος συνέχειας.

Χειρόγραφες συνταγές και οικογενειακά τετράδια

Ένα τετράδιο συνταγών δεν αφορά μόνο το φαγητό. Είναι κοινωνική μνήμη. Τρόποι ζωής, συνήθειες, εποχές, καθημερινότητα. Η απώλειά του δεν είναι πρακτική. Είναι πολιτισμική. Τέτοια αντικείμενα μπορούν να ψηφιοποιηθούν, να αναπαραχθούν ή να διατηρηθούν ως κειμήλια που συνδέουν γενιές.

Μαγειρικά σκεύη παλαιότερων δεκαετιών

Χάλκινες κατσαρόλες, μαντεμένια σκεύη, ποιοτικά εργαλεία κουζίνας δεν είναι απλώς λειτουργικά αντικείμενα. Είναι κατασκευές αντοχής, συχνά αδύνατον να αντικατασταθούν σήμερα χωρίς μεγάλο κόστος. Πέρα από πρακτική αξία, διαθέτουν και αισθητική και ιστορική διάσταση.

Μικρά, φαινομενικά ασήμαντα προσωπικά αντικείμενα

Ένα ρολόι, ένα εργαλείο, ένα αντικείμενο καθημερινής χρήσης που συνδέεται με έναν άνθρωπο. Δεν ξεχωρίζουν με την πρώτη ματιά. Όμως είναι συχνά αυτά που αποκτούν τη μεγαλύτερη σημασία όταν η απουσία γίνεται οριστική. Δεν χρειάζεται να στοιβαχτούν σε αποθήκες. Μπορούν να ενταχθούν στον χώρο, να αρχειοθετηθούν ή απλώς να διασωθούν.

Πριν πετάξεις σκέψου

Η ουσία δεν είναι να κρατηθούν όλα. Είναι να μην χαθούν όσα δεν μπορούν να αντικατασταθούν. Γιατί η μνήμη δεν επιστρέφει όταν πεταχτεί. Και κάποια λάθη, όσο αθόρυβα κι αν γίνουν, δεν διορθώνονται.

d43ed507-5191-4920-986c-7836594f6107.png
DPG Network