«Όλα Φυσιολογικά»: Tι σημαίνει ανεξήγητη υπογονιμότητα & πώς αντιμετωπίζεται

«Όλα Φυσιολογικά»: Tι σημαίνει ανεξήγητη υπογονιμότητα & πώς αντιμετωπίζεται

Η υπογονιμότητα ορίζεται ως η αδυναμία σύλληψης μετά από ένα χρόνο συχνών σεξουαλικών επαφών χωρίς προφύλαξη ή χρήση αντισυλληπτικών μέσων.

Πρόκειται για ένα ζήτημα που απασχολεί το ένα στα έξι ζευγάρια παγκοσμίως και, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, κατατάσσεται στην πέμπτη θέση μεταξύ των μεγαλύτερων αναπηριών. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, περίπου το 85% των ζευγαριών πετυχαίνει εγκυμοσύνη εντός των πρώτων 12 μηνών, ενώ μετά από 24 μήνες το ποσοστό αυτό αυξάνεται στο 92–95%. Εάν δεν επιτευχθεί εγκυμοσύνη εντός του διαστήματος αυτού, συνιστάται πλήρης διερεύνηση του υπογόνιμου ζευγαριού. Σε γυναίκες άνω των 35 ετών, το χρονικό αυτό διάστημα μειώνεται στους έξι μήνες λόγω της μείωσης της ωοθηκικής εφεδρείας και της ποιότητας των ωαρίων με την πάροδο της ηλικίας της γυναίκας.

Η Διαγνωστική Προσέγγιση

Η διερεύνηση του υπογόνιμου ζευγαριού περιλαμβάνει λεπτομερές ιστορικό, φυσική εξέταση, ανάλυση σπέρματος, έλεγχο διαβατότητας σαλπίγγων, αξιολόγηση της ανατομίας της μήτρας και επιβεβαίωση ωορρηξίας. Στο 70–75% των περιπτώσεων, η εξέταση αυτή αναδεικνύει κάποια μορφή παθολογίας του ανδρικού ή γυναικείου αναπαραγωγικού συστήματος. Στο υπόλοιπο 25–30%, ωστόσο — δηλαδή σε ζευγάρια με φυσιολογική ωοθηκική λειτουργία, φυσιολογική ανατομία σαλπίγγων, μήτρας και τραχήλου, καθώς και φυσιολογικό σπερμοδιάγραμμα — τίθεται η διάγνωση της ανεξήγητης υπογονιμότητας.

Ένας Δυναμικός Ορισμός

Ο ορισμός της ανεξήγητης υπογονιμότητας δεν είναι στατικός. Εξελίσσεται παράλληλα με τις διαθέσιμες διαγνωστικές μεθόδους και αντικατοπτρίζει τα όρια της τρέχουσας κλινικής γνώσης. Η απουσία συγκεκριμένης αιτίας μετατοπίζει το κέντρο βάρους της κλινικής προσέγγισης: αντί για αιτιολογική θεραπεία, η έμφαση δίνεται στην πρόγνωση — δηλαδή στην εκτίμηση της πιθανότητας το ζευγάρι να επιτύχει εγκυμοσύνη, με ή χωρίς παρέμβαση, σε συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα.

Προς αυτή την κατεύθυνση έχουν αναπτυχθεί εξειδικευμένα προγνωστικά μοντέλα, όπως το μοντέλο Hunault, το οποίο υπολογίζει την πιθανότητα αυτόματης σύλληψης ενσωματώνοντας ατομικά χαρακτηριστικά του ζευγαριού, και το μοντέλο McLernon, το οποίο συγκρίνει την αποτελεσματικότητα διαφορετικών θεραπευτικών επιλογών. Τα εργαλεία αυτά αποτελούν πολύτιμους συμμάχους στην ενημέρωση του ζευγαριού και στη διαμόρφωση εξατομικευμένων αποφάσεων.

Θεραπευτικές Επιλογές: Μια Εμπειρική Προσέγγιση

Η έλλειψη τεκμηριωμένης αιτίας καθιστά την επιλογή θεραπείας εξ ορισμού εμπειρική. Συνήθως εφαρμόζονται μέθοδοι Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής που αναπτύχθηκαν για συγκεκριμένες παθολογίες — οι οποίες εδώ απουσιάζουν. Οι διαθέσιμες επιλογές περιλαμβάνουν:

  • Αναμονή αυτόματης σύλληψης, με ή χωρίς χρονισμένες επαφές
  • Χορήγηση κιτρικής κλομιφαίνης ή λετροζόλης για πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας
  • Επαύξηση ωοθυλακιορρηξίας με γοναδοτροπίνες
  • Ενδομήτρια σπερματέγχυση (IUI), με ή χωρίς διέγερση ωοθηκών
  • Εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF), με κλασική γονιμοποίηση ή μικρογονιμοποίηση (ICSI)

Τι Δείχνουν τα Δεδομένα

Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες της ESHRE (2023), η θεραπευτική αντιμετώπιση της ανεξήγητης υπογονιμότητας βασίζεται σε μια σταδιακή, εξατομικευμένη προσέγγιση. Αρχικά συστήνεται η αναμονή αυτόματης σύλληψης, ακολουθεί η διέγερση ωοθηκών σε συνδυασμό με ενδομήτρια σπερματέγχυση ως πρώτη γραμμή θεραπείας, ενώ η εξωσωματική γονιμοποίηση αποτελεί την τελική επιλογή. Όσον αφορά την εξωσωματική γονιμοποίηση, οι οδηγίες προτείνουν την κλασική γονιμοποίηση έναντι της μικρογονιμοποίησης (ICSI), εφόσον δεν υπάρχει ανδρικός παράγοντας που να την επιβάλλει. Κατά τη διέγερση των ωοθηκών, συστήνεται η χρήση χαμηλών δόσεων γοναδοτροπινών, προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος συνδρόμου υπερδιέγερσης ωοθηκών και πολύδυμης κύησης. Σε κάθε περίπτωση, η επιλογή θεραπείας θα πρέπει να είναι εξατομικευμένη, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία της γυναίκας, το ωοθηκικό δυναμικό και τη διάρκεια της υπογονιμότητας, ενώ η ενημέρωση και ο ανοιχτός διάλογος με το ζευγάρι παραμένουν αναπόσπαστο κομμάτι της κλινικής πράξης.

Ιουλία Μπόσδου
Μαιευτήρας – Χειρουργός Γυναικολόγος

MD, MSc, PhD

foto-professional.jpg

Εξειδικευμένη στην Υπογονιμότητα και Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή με Ευρωπαϊκή Πιστοποίηση από ESHRE/EBCOG “European Fellow of Reproductive Medicine”

Η Ιουλία Μπόσδου αποφοίτησε (MD) από την Ιατρική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (Α.Π.Θ.) το 2009 με βαθμό “Άριστα”. Στη συνέχεια, ειδικεύτηκε στη Μαιευτική και Γυναικολογία στο Αντικαρκινικό Νοσοκομείο “Θεαγένειο” και στην Α΄ Μαιευτική και Γυναικολογική Κλινική του Α.Π.Θ. στο Γενικό Νοσοκομείο “Παπαγεωργίου”.

Έχει λάβει τίτλο Μεταπτυχιακών σπουδών (ΜSc) στην Ιατρική Ερευνητική Μεθοδολογία και έχει εκπονήσει Διδακτορική Διατριβή (PhD) στην Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή στο Α.Π.Θ. με βαθμό “Άριστα με Διάκριση”. Έχει τιμηθεί από την Κοσμητεία του Α.Π.Θ. το 2017 με το Βραβείο Αριστείας στην Έρευνα. Το 2025 έλαβε τη βεβαίωση περάτωσης Μεταδιδακτορικής Έρευνας (Post-Doc) της Ιατρικής Σχολής Α.Π.Θ στην Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή.

Έχει λάβει εξειδίκευση (2019-2022) στην Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή στη Μονάδα Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής της Α’ Μαιευτικής και Γυναικολογικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Α.Π.Θ. και τον Ιούνιο του 2025, μετά από γραπτές και προφορικές εξετάσεις στο Παρίσι, απέκτησε την Ευρωπαϊκή Πιστοποίηση “European Fellow of Reproductive Medicine” από τους φορείς ESHRE/EBCOG.

DPG Network