Είδαμε πρώτοι την Τελευταία Κλήση, το αστυνομικό θρίλερ που θα κατακτήσει το ελληνικό box office
Στις 19 Μαρτίου η επίσημη πρεμιέρα στους κινηματογράφους, της νέας ασυνομικής ταινίας μυστηρίου «Η Τελευταία Κλήση». Είδαμε πρώτοι την ελληνική παραγωγή που βασίζεται σε αληθινή ιστορία και εμπεριέχει αρκετές ανατροπές, συναισθηματική ένταση και εξαιρετικό καστ.
Η ταινία «Τελευταία κλήση», η νέα ελληνική κινηματογραφική παραγωγή (συμπαραγωγή Nova - Tanweer Production) θα κάνει πρεμιέρα στις 19 Μαρτίου, αλλά σου μεταφέρω την πρώτη εντύπωση από το δημοσιογραφικό preview της ταινίας.
Η ταινία είναι εμπνευσμένη, από την υπόθεση ομηρίας του Σορίν Ματέι τον Οκτώβριο του 1998 που έγινε σε live μετάδοση και κατέληξε σε μία μεγάλη ανθρώπινη τραγωδία, με παράλληλες σοβαρές πολιτικές επιπτώσεις. Δεν είναι όμως η υπόθεση Ματέι. Η Τελευταία Κλήση είναι η ιστορία του Νικολάι που διαφέρει σε πολλά, από το πραγματικό γεγονός.
Αυτή η διαφοροποίηση όμως, δημιουργεί μία νέα και ακόμη πιο ενδιαφέρουσα ιστορία που άξιζε να αποτυπωθεί κινηματογραφικά.
Η ταινία για την υπόθεση του Σορίν Ματέι κάνει πρεμιέρα: Αυγουστίδης - Λάλος στην «Τελευταία κλήση»
Ο εξαίσιος Ορφέας Αυγουστίδης, η έκπληξη με Γιώργο Μπένο - Καλλιόπη Χάσκα, η πάντα αφοπλιστική Ρένια Λουιζίδου και η σταθερή αξία του Δημήτρη Λάλου
Στην ταινία βρισκόμαστε χρονικά στην Παραμονή Πρωτοχρονιάς του 2000. Εξαρχής ως θεατές, γινόμαστε μέρος ενός διπλού σκηνικού, μεταξύ ενός τηλεοπτικού πλατώ και ενός μικρού διαμερίσματος στο Παγκράτι.
Ένας γνωστός στις αρχές ελληνορουμάνος κακοποιός που έχει ξεγελάσει πολλές φορές την αστυνομία, δημιουργώντας πλήγμα στο γόητρό της, κρατά όμηρο μία μητέρα (Ρένια Λουιζίδου) την κόρη της (Καλλιόπη Χάσκα) τον σύντροφό της (Γιάννης Καράμπαμπας) και την μικρή ανιψιά της την οποία και αφήνει ελεύθερη την πρώτη ώρα της ομηρίας.
Έχει εισβάλλει στο διαμέρισμα για να βρει καταφύγιο, κυνηγημένος για μία ακόμη φορά από την αστυνομία και υπό την επήρρεια ναρκωτικών ουσιών. Στο χέρι του κρατά σφιχτά μία χειροβομβίδα, χωρίς την περόνη - έχει σημασία αυτό το στοιχείο - και απελεί να τους ανατινάξει όλους και να σκοτωθεί και ο ίδιος.
Ζητά χρήματα (500 χιλιάδες δολάρια), ένα ελικόπτερο για τη διαφυγή του και ναρκωτικές ουσίες για να επανακτήσει την αντοχή του.
Η πρώτη του κίνηση στο διαμέρισμα είναι να τηλεφωνήσει σε μεγάλο τηλεοπτικό κανάλι και να ζητήσει να μιλήσει live, για να διατυπώσει την αγανάκτησή του και τα αιτήματά του.
Μέχρι εδώ, έχει διατηρηθεί ο βασικός πυρήνας της ιστορίας του Ματέι και για ευνόητους λόγους δεν χρησιμοποιούνται τα αληθινά ονόματα των χαρακτήρων. Δεν είναι μόνο ηθικό το θέμα, αλλά και νομικό.
Από εκείνο το σημείο και μετά η ταινία έχει χαρακτηριστικά μυθοπλασίας με πολλές αλλαγές στην πλοκή. Ο κακοποιός δε ζητά να μιλήσει με τον παρουσιαστή του δελτίου ειδήσεων του καναλιού (όπως έγινε στην περίπτωση του Ματέι με τον Νίκο Ευαγγελάτο στον ΣΚΑΙ) αλλά με τον αστυνομικό ρεπόρτερ του σταθμού (Γιώργος Μπένος).
Τον θεωρεί πιο έντιμο για όσα είχε αποκαλύψει κατά το παρελθόν για τον ρόλο της αστυνομίας και τον θάνατο της γυναίκας του. Έξω από το διαμέρισμα βρίσκεται ο Δημήτρης Λάλος, ως ο αδιάφθορος και τολμηρός ταξίαρχος που κάνει παράλληλες συνομιλίες με τον κακοποιό.
Θέλει όλα να τελειώσουν χωρίς την έφοδο της αστυνομίας. Ενώ όλοι οι άλλοι παρασκηνιακά και εν αγνοία των υπολοίπων, επιδιώκουν την αστυνομική έφοδο και τον θάνατο του κακοποιού. Χωρίς να πιστεύουν λεπτό πως η χειροβομβίδα είναι αληθινή. Ή τουλάχιστον αυτό τους συμφέρει να ειπωθεί.
Εδώ ξεκινά το μεγάλο plot twist. Γιατί αυτή η κλοπή όπλου, θυματοποεί στο σενάριο και τον ίδιο τον κακοποιό Νικολάι. Είναι και ο ίδιος θύμα ενός συστήματος που λειτουργεί στις μυστικές υπηρεσίες, στην αστυνομία και σε ανώτατα πολιτικά κλιμάκια, που επιδιώκουν αυτή η κλοπή να μείνει απόρρητη, με όποιο κόστος.
Ακόμη και των ομήρων.
Δεν θα σου αποκαλύψουμε άλλα για την υπόθεση, γιατί οι ανατροπές στην ιστορία είναι αρκετές και συνεχόμενες φτάνοντας προς στο τέλος. Αξίζει να τις δεις.
Θα δεις και ένα φινάλε που υπονοεί καθολική τραγωδία, χωρίς να τη βλέπουμε. Και για τον Νικολάι και για τους διώκτες του. Δυστυχώς και για τα θύματά του, που εν μέρει έδειξαν μέχρι και κατανόηση για την οργή του.
Ο Ορφέας Αυγουστίδηςυποδύεται τον Νικολάι, χρησιμοποιώντας όλο το εύρος του μεγάλου του ταλέντου. Στην οργή του χαρακτήρα του, στην απελπισία του, στις βαθιές έως και ανθρώπινες συναισθηματικές ρωγμές του. Ο Σορίν Ματέι στην αληθινή ιστορία που μας συγκλόνισε όλους, δεν διέθετε ούτε ίχνος παρόμοιας ευαισθησίας.
Ο Γιώργος Μπένος στάθηκε ένας άξιος παρτενέρ του Αυγουστίδη, στον ρόλο του δημοσιογράφου που μιλούσε μαζί του. Είχε μεγάλη κλιμάκωση ο ρόλος του και τον υποδύθηκε με προσοχή στη λεπτομέρεια. Γιατί ο δημοσιογράφος ζει και μία προσωπική αποκάλυψη εν μέσω της ομηρίας.
Η Ρένια Λουιζίδου, ένα από τα θύματα και εκείνη που αντιμετωπίζει με ειλικρίνεια ως μάνα τον κακοποιό, παίζει τον ρόλο της με κάθε μέρος του προσώπου και του σώματός της, με έναν αφοπλιστικό τρόπο. Μπορεί να την έχουμε συνηθίσει σε κωμικούς ρόλους, αλλά είναι αποκάλυψη και στους δραματικούς.
Η Καλλιόπη Χάσκα είναι μία από τις εκπλήξεις της ταινίας, στον πρώτο της κινηματογραφικό ρόλο. Δεν είναι η Αλίκη του Grand Hotel, είναι μία πολυσύνθετη ηρωίδα που παλεύει με τον χρόνο για να ζήσει με σθένος, για να μη στερήσει ο κακοποιός τα όνειρα που κάνει με τον σύντροφό της για τον επικείμενο γάμο τους. Η νεαρή ηθοποιός έχει καταφέρει να είναι ο ρόλος της αξιοπρόσεκτος.
Μιλώντας για τους βασικούς ρόλους, δεν μπορούμε να μη σταθούμε στον Δημήτρη Λάλο, ο οποίος διαθέτει κινηματογραφική εμπειρία και είναι ευδιάκριτη από τον προσεγμένο τρόπο που χειρίζεται τις λεπτομέρειες του ρόλου του, ως αδιάφθορος ταξίαρχος. Δεν είναι ο «μάτσο» αστυνομικός, αλλά λειτουργεί με ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Το φινάλε της ταινίας κλείνει με δικό του πλάνο και υπάρχει λόγος που συμβαίνει αυτό.
Η Μαρία Ναυπλιώτου είναι η διευθύντρια ειδήσεων που ενώ αρχικά φαίνεται ως η σιδηρά κυρία της ενημέρωσης, γίνεται στη συνέχεια η πολύτιμη σύμμαχος του νεαρού δημοσιογράφου. Η ηθοποιός για μία ακόμη φορά μας δίνει απλόχερα το ταλέντο της σε ρόλους που έχουν υψηλό βαθμό δυσκολίας.
Ο Νίκος Ψαρράς είναι ο σταρ παρουσιαστής του δελτίου, που χάνει τα πρωτεία της απευθείας συνομιλίας με τον κακοποιό και σε αρκετές στιγμές της ταινίας, σαμποτάρει τον νέο και άπειρο συνάδελφό του που εμπιστεύεται ο Νικολάι.
Έχει μία υποδόρια ανατροπή ο ρόλος του και δεν υπήρχε καταλληλότερος από τον συγκεκριμένο ηθοποιό για τον χαρακτήρα που έχει ένα ενδιαφέρον κρυφό παρασκήνιο.
Ο Βασίλης Ρίσβας, ο ηθοποιός (και ο σεναριογράφος φέτος του Ριφιφί), είναι ο αξιωματικός που θα βρεθεί στο κοντρόλ τη στιγμή της live μετάδοσης. Βοηθά να κρατηθούν οι ισορροπίες, αλλά είναι και ο πρώτος που θα καταλάβει πως το παιχνίδι είναι ήδη χαμένο, από τις κρυφές και ανώτερες δυνάμεις.
«Κεντάει» στον ρόλο του, όπως αντίστοιχα κάνει και με τα σενάρια που γράφει.
Στο απλό ερώτημα για το αν αξίζει να δεις την ταινία, η απάντηση είναι πως ναι, αξίζει να τη δεις γιατί είναι μία φροντισμένη παραγωγή. Ο σκηνοθέτης της Sherif Francis που συνυπογράφει και το σενάριο με την Κατερίνα Μπέη, έχει δουλέψει το project του με προσοχή και με ταλέντο στις σκηνές που είναι πιο αστυνομικές. Δεν έκανε μία ταινία δράσης, αλλά αποτύπωση γεγονότων χωρίς υπερβολικό «σχολιασμό».
Δεν θα την παρακολουθήσεις όμως την ταινία, με την αίσθηση ενός documentary για την αληθινή ιστορία του Ματέι. Είναι μία διαφορετική ιστορία που έχει άλλο στόχο και διαφορετική προσέγγιση στα κίνητρα των πρωταγωνιστών.
Για αυτό και χρειάζεται μία διαφορετική προσέγγιση από τους σινεφίλ που θα την παρακολουθήσουν. Η ταινία έχει όλες τις προοπτικές για να κάνει την έκπληξη στο ελληνικό box office.
Θα δούμε όμως αν ο Νικολάι - Αυγουστίδης καταφέρει να φτάσει στην κορυφή των εισιτηρίων, τον Καποδίστρια - Μυριαγκό. Θα είναι μία ωραία μάχη και μία ωραία στιγμή για τον ελληνικό κινηματογράφο.
