Όλοι λένε ότι η Οδύσσεια του Christopher Nolan χάνει το hype της: μήπως ισχύει το αντίστροφο;
Κι όμως, η «Οδύσσεια» του Christopher Nolan είναι η ταινία που συζητάμε περισσότερο φέτος!
Η «Οδύσσεια» του Christopher Nolan δεν είναι απλώς η πιο αναμενόμενη ταινία του 2026. Είναι η απόδειξη ότι το κοινό κουράστηκε να βλέπει τα ίδια.
Για περισσότερο από μία δεκαετία, το Hollywood λειτουργούσε σχεδόν αποκλειστικά γύρω από ένα μοντέλο: sequel, reboot, spin-off και κινηματογραφικά σύμπαντα που δεν τελείωναν ποτέ. Οι θεατές ακολουθούσαν πιστά τη διαδρομή, σαν να παρακολουθούσαν ένα ατελείωτο τηλεοπτικό επεισόδιο με υπερήρωες (κάπως έτσι νιώσαμε με την ταινία Star Wars: The Mandalorian and Grogu που θύμιζε δύο επεισόδια μαζί από την εν λόγω σειρά).
Κάπου όμως στην πορεία κάτι άλλαξε. Η πανδημία, το streaming και η υπερπροσφορά περιεχομένου δημιούργησαν μια απρόσμενη ανάγκη: να νιώσουμε ξανά ότι μια ταινία είναι γεγονός. Ίσως γι' αυτό η «Barbie» έγινε φαινόμενο και γι' αυτό το «Oppenheimer» έφτασε σχεδόν το ένα δισεκατομμύριο δολάρια.
Μπορεί γι' αυτό συζητάμε ήδη για την «Οδύσσεια» και να ακυρώνουμε την πορεία της, πριν καν βγει στις αίθουσες.
Δεν μιλάμε απλώς για μια ακόμη ταινία. Μιλάμε για έναν σκηνοθέτη που έχει καταφέρει κάτι σχεδόν αδιανόητο στη σύγχρονη εποχή: να γίνει ο ίδιος brand. Το πιο ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι ο Nolan δεν διάλεξε ένα νέο franchise, δεν επέλεξε έναν υπερήρωα, δεν βασίστηκε σε κάποιο κινηματογραφικό σύμπαν αλλά επέστρεψε σε μια ιστορία τριών χιλιάδων ετών. Στη δική μας «Οδύσσεια».
Ένα έπος που έχει διαβαστεί, μεταφραστεί, αναλυθεί και επαναπροσδιοριστεί αμέτρητες φορές κι όμως, καταφέρνει να μοιάζει ξανά καινούργιο.
Ίσως γιατί η ιστορία του Οδυσσέα δεν αφορά μόνο θεούς, τέρατα και ταξίδια, αφορά την επιθυμία της επιστροφής, την αναζήτηση της ταυτότητας και την ανάγκη να βρεις τον δρόμο σου όταν όλα γύρω σου έχουν αλλάξει.
Ακούγεται παράξενα σύγχρονο για ένα έπος που γράφτηκε πριν από σχεδόν τρεις χιλιετίες και ίσως αυτός να είναι ο πραγματικός λόγος που η «Οδύσσεια» έχει ήδη κερδίσει τη μάχη της προσοχής.
Όχι επειδή έχει στο καστ τον Matt Damon, την Anne Hathaway, τη Zendaya ή τον Tom Holland αλλά επειδή σε μια εποχή ατελείωτων sequels, μοιάζει με κάτι που αξίζει να ανακαλύψουμε ξανά από την αρχή.
Η Ωραία Ελένη δεν χρειάζεται να είναι λευκή, χρειάζεται να είναι πειστική.
Από τη στιγμή που ανακοινώθηκε πως η Lupita Nyong'o θα υποδυθεί τη Ωραία Ελένη στην πολυσυζητημένη «Οδύσσεια» του Christopher Nolan, τα social media γέμισαν αντιδράσεις. Κάποιοι μίλησαν για «παραχάραξη» της ελληνικής μυθολογίας, άλλοι για ακόμα μία νίκη της συμπερίληψης στο Hollywood.
Κι όμως, όσο παρακολουθούμε τη συζήτηση να φουντώνει, τόσο χάνουμε το πραγματικό θέμα.
Γιατί η Ελένη δεν ήταν ιστορικό πρόσωπο, δεν υπάρχει φωτογραφία της, δεν υπάρχει πορτρέτο της, δεν ξέρουμε καν αν υπήρξε ποτέ, οπότε γιατί σταματά η φαντασία μας στο χρώμα του δέρματος μιας ηθοποιού;
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε επιλογή casting είναι υπεράνω κριτικής. Ούτε ότι η ιστορική και πολιτισμική ακρίβεια δεν έχει σημασία. Σαφώς και έχει αλλά η «Οδύσσεια» δεν είναι ντοκιμαντέρ, είναι μια κινηματογραφική ανάγνωση ενός μύθου που εδώ και χιλιάδες χρόνια επανερμηνεύεται από κάθε εποχή με διαφορετικό τρόπο και αυτή τη φορά ο Nolan αποφάσισε να την ερμηνεύσει όπως ο ίδιος θέλει.
Αυτό που μας προβληματίζει περισσότερο είναι ότι σήμερα μοιάζουμε να αντιμετωπίζουμε την ταυτότητα σχεδόν αποκλειστικά μέσα από φυλετικά χαρακτηριστικά.
Σαν να είναι αδύνατο ένας θεατής να ταυτιστεί με έναν χαρακτήρα αν δεν του μοιάζει εξωτερικά. Κι όμως, οι περισσότεροι από εμάς αγαπήσαμε τη Ερμιόνη του Harry Potter χωρίς να είμαστε μάγισσες και λατρέψαμε την Daenerys χωρίς να έχουμε δράκους.
Η δύναμη της τέχνης βρίσκεται ακριβώς εκεί: στην ικανότητά της να μας κάνει να βλέπουμε τον εαυτό μας μέσα σε ανθρώπους που δεν μας μοιάζουν.
Όταν λοιπόν βγει η ταινία, στις 17 Ιουλίου, δεν θα μας απασχολήσει αν η Lupita Nyong'o είναι η Ελένη που είχαμε φανταστεί διαβάζοντας τον Όμηρο στην Πρώτη Γυμνασίου. Θα μας απασχολήσει αν θα καταφέρει να μας κάνει να πιστέψουμε ότι είναι η Ελένη που ο Christopher Nolan θέλει να αφηγηθεί. Γιατί τελικά αυτό είναι το σινεμά. Όχι ένα τεστ γενεαλογίας, αλλά μια άσκηση φαντασίας.
Το παράδοξο είναι ότι το 2026, σε μια εποχή που μιλάμε διαρκώς για τη διαφορετικότητα, μοιάζουμε όλο και πιο πρόθυμοι να βάζουμε τους ανθρώπους σε κουτάκια με βάση την καταγωγή και το χρώμα του δέρματός τους. Κουλό - πολύ!

