Η Δήμητρα Δερμιτζάκη σκηνοθετεί το έργο που πρέπει να δεις «χθες»:Πανδημία, αντοχή, αγένεια, βλακεία
Οι «Βελόνες της νεραντζιάς» του Παναγιώτη Καλυβίτη ανεβαίνουν για πρώτη φορά στη σκηνή από τη Micrographia στο ΠΛΥΦΑ. Αλήθεια, σε έναν δημόσιο λόγο που γίνεται ολοένα και πιο αγενής, η ταλαντούχα σκηνοθέτις Δήμητρα Δερμιτζάκη @ θεωρεί την ευγένεια αδυναμία ή μορφή δύναμης που έχει παρεξηγηθεί; «Θεωρώ την αγένεια δείκτη πολύ χαμηλής ευφυΐας, χιούμορ και φαντασίας». Όσα μάς αποκάλυψε η σκηνοθέτις με αφορμή την παράσταση.
Αν κάτι ξεχωρίζει ξεκάθαρα στη φιλοσοφία της Δήμητρας Δερμιτζάκη, είναι η επιμονή της να μην απλοποιεί αυτό που είναι σύνθετο. Η σκηνοθέτις με το «ηχηρό» βιογραφικό και την «αθόρυβη» παρουσία εκτός τέχνης, κόντρα στη σπατάλη της εποχής, θεωρεί την αγένεια βαθιά προβληματική, όσο κι αν έχει κανονικοποιηθεί. Για εκείνη, «δεν αξίζει τον κόπο» η εξάντληση, καθώς αντιλαμβάνεται πότε κάτι αδειάζει από ουσία. Την κουράζουν εξίσου η υπεραπλούστευση και η υποκρισία, γιατί και οι δύο λειτουργούν σαν συντομεύσεις που απαλλάσσουν τον λόγο από το βάρος της σκέψης. Παραδέχεται το μοτίβο της επανάληψης που τη διακατέχει συχνά και ίσως έχει να κάνει με την επιστροφή στα ερωτήματα που δεν λύνονται εύκολα. Η λέξη που νιώθει πως έχει χάσει το νόημά της είναι η «διαφωνία», όταν δεν συνοδεύεται από το «σε ακούω». Τη θυμώνουν η αδικία και η αδιαφορία εξίσου, γιατί και οι δύο αποκαλύπτουν μια επικίνδυνη συρρίκνωση της ευθύνης. Το «λάθος» που επαναλαμβάνει συνειδητά είναι η επεξήγηση. Εκείνη η επιμονή να φωτίζει τα πράγματα από πολλές πλευρές, ακόμη κι όταν καταλήγει να εξαντλεί την ίδια και να πέφτει τελικά στο ατόπημα του «δεν αξίζει τον κόπο».
Αυτή η ποιότητα εσωτερικής εγρήγορσης διατρέχει και τη σκηνοθεσία της στις «Βελόνες της νεραντζιάς» του Παναγιώτη Καλυβίτη, που παρουσιάζονται για πρώτη φορά στη σκηνή από τη Micrographia στο ΠΛΥΦΑ.
Το βραβευμένο κείμενο, γεννημένο μέσα στο βίωμα της πανδημίας, επιστρέφει για να σταθεί σε όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ καθαρά, στην απομόνωση που βαφτίστηκε προστασία, στις παράλληλες φωνές που δεν συναντιούνται, στις σχέσεις που διαβρώνονται σιωπηλά. Το άλμα στο 2039 δεν μοιάζει φαντασιακή υπερβολή αλλά ψυχρή προέκταση μιας εσωτερικής διάβρωσης που ήδη υπάρχει και η σκηνοθέτις της παράστασης δεν αναζητά εντυπωσιακές διακηρύξεις ούτε εύκολες καταγγελίες. Την ενδιαφέρει η συγκέντρωση, η διάρκεια της προσοχής, η ευθύνη του να σταθείς απέναντι σε αυτό που βλέπεις χωρίς να το απλοποιείς. Εκεί αρχίζει για εκείνη το θέατρο.
Κυρία Δερμιτζάκη, αναρωτιέμαι τι μουσική ακούτε, κι αν πιστεύετε ότι τα «μουσικά μυαλά που κουβαλάμε» λένε την ιστορία μας. Αναρωτιέμαι πώς θα σας περιέγραφαν οι δικοί σας άνθρωποι.
Ακούω σε μόνιμη βάση κλασική μουσική και, πιο περιστασιακά, ηλεκτρονική, ορχηστρική, ανεξάρτητη ροκ, ποπ, καθώς και παλιά ελαφρολαϊκά και λαϊκά τραγούδια. Η μουσική είναι σίγουρα μέρος της ιστορίας μου και του ποια είμαι -γίνομαι. Οι δικοί μου άνθρωποι με περιγράφουν ως επίμονη, τρυφερή και, κάποιες φορές, αυστηρή. Οι ξένοι ως ακριβοθώρητη και αυστηρή. Εγώ έχω νιώσει από δυνατή έως έντρομη, από ιέρεια της υπομονής μέχρι εντελώς ανυπόμονη. Αυτό που σίγουρα με χαρακτηρίζει είναι η μνήμη. Έχω βασανιστικά καλή μνήμη.
Ζούμε σε μια εποχή που επιβραβεύει την έκθεση. Πιστεύετε ότι αυτό έχει αλλοιώσει τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το ταλέντο και την επιτυχία; Αλήθεια, τι σημαίνει ταλέντο και τι επιτυχία για εσάς;
Ναι, φυσικά έχει αλλοιώσει όχι μόνο τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την επιτυχία, αλλά και τη ζωή την ίδια. Ταλέντο, ας πούμε, θεωρώ αυτό που λέμε κλίση -μια ευχέρεια να αντιληφθείς κάτι. Επιτυχία θεωρώ να μπορέσεις να αφοσιωθείς σε κάτι. Επιτυχία θεωρώ τη συγκέντρωση, την προσοχή σε κάτι ή κάποιον με τρόπο λεπτομερή και ήσυχο.
Έχετε διανύσει μια διαδρομή που κινείται από τη φιλοσοφία στη σκηνή, από το συλλογικό τραύμα στην προσωπική ευθύνη, από τη σιωπή στον λόγο. Ποιες αξίες φέρετε μαζί σας -όπου κι αν σταθείτε, όπου κι αν βρεθείτε;
Προσπαθώ να μην αποφεύγω. Να δίνω προσοχή. Να εστιάζω περισσότερο, να εμβαθύνω, είτε πρόκειται για τη σχέση μου με την εργασία μου είτε πρόκειται για τη σχέση μου με τους ανθρώπους και τα ζώα.
Ποιο είναι το πιο πρόσφατο ρίσκο που πήρατε -όχι για να κερδίσετε κάτι, αλλά για να μη χάσετε τον εαυτό σας; Και ποιο ήταν το κόστος; -if any.
Είπα «όχι» σε μια εργασιακή συνθήκη που φάνταζε πολύ φανταχτερή, γιατί ένιωθα ότι δεν ταιριάζω με τους ανθρώπους. Αυτές οι επιλογές δεν πιστεύω ότι έχουν κόστος, αλλά μακροπρόθεσμο κέρδος.
Σας αφορά η ιδέα του να παραμείνετε μια «αιώνια μαθήτρια»; Είστε κι εσείς της άποψης ότι όσο πιο πολλά μαθαίνετε, τόσο «τίποτα» δεν ξέρετε;
Μου αρέσει να μαθαίνω, να ανακαλύπτω διαρκώς. Είμαι αρκετά περίεργη, αλλά πιστεύω ότι αξίζει τον κόπο να επιχειρεί κανείς να συνθέτει αυτά που μαθαίνει και να αποπειράται να φτιάξει κάτι δικό του, κάτι νέο. Να συμβάλλει στον κύκλο της γνώσης συνθετικά και όχι απλώς μεταδίδοντας μια παγιωμένη γνώση. Στην Ελλάδα έχουμε μια μανία με τη σχέση δασκάλου-μαθητή και αυτό είναι αρκετά προβληματικό.
Οι «Βελόνες της νεραντζιάς» γεννήθηκαν μέσα στην πανδημία, αλλά επιστρέφουν τώρα, σε έναν κόσμο πιο κουρασμένο, πιο κυνικό και πιο θορυβώδη. Τι αλλάζει στο νόημα ενός έργου όταν μιλάτε για τραύμα σε μια κοινωνία που έχει μάθει να αντέχει τα πάντα χωρίς να αντιδρά;
Δεν αντέχει τα πάντα. Ακριβώς αυτό λέμε και με τις «Βελόνες της νεραντζιάς». Δεν αντέχουμε. Αντιδρούμε με οποιονδήποτε τρόπο διαθέτει ο καθένας, σαν μηχανισμό. Ακανόνιστα, όμως. Και αυτό έχει τρομακτικές συνέπειες.
Στο έργο σας η απομόνωση παρουσιάζεται ως υπόσχεση προστασίας που τελικά αποδομείται. Σήμερα, που η απομόνωση έχει γίνει τρόπος ζωής και ψηφιακή κανονικότητα, φοβόμαστε περισσότερο την επαφή ή την ευθύνη που φέρνει;
Πιστεύω ότι έχει αλλάξει ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε την έννοια της σχέσης, χρονικά και ποιοτικά. Όλα συνδέονται κάπως με την έννοια της συγκέντρωσης και της προσοχής που ανέφερα προηγουμένως. Δεν υπάρχει υπομονή. Υπάρχει η αγωνία εξάλειψης. Βιαζόμαστε να μας δουν. Αν δεν μας δουν, αμέσως πάμε παρακάτω. Υπάρχει τεράστια αγωνία γύρω μας. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης το έχουν ενισχύσει αυτό σε βαθμό ασφυκτικό. Έχουν ενισχύσει, όμως, και το ότι «τίποτα δεν έχει σημασία». Αυτό είναι το μεγαλύτερο ψέμα που ζούμε. Η ανθρώπινη ζωή, η φύση, τα ζώα, ο πλανήτης, οι σχέσεις, η τέχνη -όλα αυτά έχουν σημασία.
Οι ήρωες κινούνται μέσα σε παράλληλους μονολόγους, χωρίς πραγματική συνάντηση. Είναι αυτό ένα σχόλιο για τις ανθρώπινες σχέσεις ή για το πώς μάθαμε να μιλάμε χωρίς να ακούμε;
Είναι το κυρίως θέμα. Βιαζόμαστε. Αγχωνόμαστε να πάμε παρακάτω. Λέμε διαδεδομένες αλήθειες που, ωστόσο, δεν έχουμε ζήσει. Έχουμε απόψεις για πράγματα που, στην ουσία, μας είναι άγνωστα. Διεκδικούμε, όμως, το δικαίωμα να έχουμε γνώμη πάνω σε αυτά. Και καλώς, αφενός -αλλά με τι ταχύτητα ή ελαφρότητα σχηματίζουμε αυτή την άποψη;
Το άλμα στο 2039 δεν μοιάζει τόσο με επιστημονική φαντασία όσο με ψυχρή συνέπεια. Πιστεύετε ότι τα δυστοπικά μέλλοντα δεν μας αιφνιδιάζουν ποτέ πραγματικά, αλλά προκύπτουν από τις μικρές καθημερινές υποχωρήσεις που επιλέγουμε να θεωρούμε ακίνδυνες;
Το δικό μας 2039 είναι λίγο πιο «άδειο», λίγο πιο «μόνο» και λίγο πιο «αγωνιώδες» από το σήμερα. Στην αλήθεια, η ερώτηση είναι: έστω ότι ζούμε σε επανάληψη την κραυγή «Δεν πάει άλλο» στο διηνεκές. Πώς θα ήταν; Αυτό προσπάθησα να βρω στο δεύτερο μέρος του έργου. Στο 2039.
Στο έργο διατρέχει έντονα η ιδέα της «ευκαιρίας μέσα στον όλεθρο». Είναι αυτό ανθρώπινο ένστικτο επιβίωσης ή αποτέλεσμα ενός συστήματος που μας έχει μάθει να προχωράμε μόνο πατώντας πάνω σε ρωγμές;
Είναι, νομίζω, προϊόν του καπιταλισμού, σε συνδυασμό με κακώς μεταβολισμένο θρησκευτικό φανατισμό. Πιστεύεις πως θα ξεχωρίσεις με τρόπους απίστευτους από το κοινωνικό σύνολο, ότι σου αξίζει, ότι στο οφείλουν οι άλλοι και η ίδια η ζωή.
Όταν ένα έργο περνά μέσα από τόσα επίπεδα -λόγο, σώμα, ήχο, χρόνο- πού νομίζετε ότι βρίσκεται η ουσία του; Στον έλεγχο της κατασκευής ή στη στιγμή που το έργο αρχίζει να μην σας ανήκει πια; Εκείνη τη στιγμή που σας ξεπερνά;
Υπάρχει μια ευτυχής στιγμή που συμβαίνει μαγικά, λίγο πριν την πρεμιέρα ή καμιά φορά λίγο μετά, όπου όλο αυτό που έχεις κατασκευάσει δεν ανήκει σε κανέναν. Αιωρείται ανάμεσα σε όλους μας, συμβαίνει δηλαδή. Και πρόκειται για την πιο μαγική στιγμή, αλλά και την πιο επικίνδυνη. Διότι εκεί καταλαβαίνεις συναισθηματικά τι έχεις χτίσει. Τα ερωτήματα δεν αρθρώνονται πια δειλά, αλλά σε χαστουκίζουν στο πρόσωπο.
Έχετε μιλήσει για τον κίνδυνο των βεβαιοτήτων. Σε μια εποχή απόλυτων απόψεων, εύκολων στρατοπέδων και αλγοριθμικής επιβεβαίωσης, είναι σήμερα η αμφιβολία πράξη αντίστασης;
Είναι πράξη αντίστασης να παίρνουμε τον χρόνο μας, να σκεφτούμε και να νιώσουμε τα πράγματα πριν πάρουμε θέση.
Η τεχνητή νοημοσύνη υπόσχεται αποδοτικότητα, ταχύτητα, απαντήσεις. Το θέατρο, αντίθετα, επιμένει στο αργό, στο ατελές, στο ανθρώπινο λάθος. Πιστεύετε ότι -τελικά- η ΑΙ απειλεί την τέχνη ή απλώς αποκαλύπτει άψογα τι δεν μπορεί να αντικατασταθεί;
Δεν γνωρίζω να σας απαντήσω. Δεν έχω άποψη. Το παρακολουθώ, αλλά πολλές φορές με υπερβαίνει η κατανόησή του. Δεν πιστεύω πως πρόκειται να αντικατασταθεί το θέατρο από την ΑΙ εμπειρία άμεσα. Πιστεύω, ωστόσο, πως οι άνθρωποί του δεν απειλούνται αυτή τη στιγμή άμεσα από την ΑΙ, αλλά από άδικες και σαδιστικές πολιτικές.
Σε έναν δημόσιο λόγο που γίνεται ολοένα και πιο αγενής, θεωρείτε την ευγένεια αδυναμία ή μορφή δύναμης που έχει παρεξηγηθεί;
Θεωρώ την αγένεια δείκτη πολύ χαμηλής ευφυΐας, χιούμορ και φαντασίας.
Ως γυναίκα σκηνοθέτις έχετε βιώσει τη δυσπιστία, αλλά και τη σιωπηλή απαίτηση να «χωρέσετε». Σήμερα, νιώθετε ότι ο χώρος έχει πραγματικά ανοίξει ή απλώς άλλαξε γλώσσα;
Είναι τόσο αργές οι αλλαγές που συντελούνται, που, επιτρέψτε μου να πω, χρειάζεται ακόμη αρκετή συζήτηση και πάλη.
Στις «Βελόνες» το κακό δεν έρχεται απ’ έξω, αλλά φωλιάζει μέσα. Πιστεύετε ότι ως κοινωνία έχουμε την ωριμότητα να κοιτάξουμε αυτό το μέσα χωρίς να ψάχνουμε αποδιοπομπαίους τράγους;
Όχι, δεν πιστεύω ότι ως λαός έχουμε ταλέντο στην υποδοχή οποιασδήποτε ανατροφοδότησης. Φταίει διαρκώς κάτι έξω από εμάς. Υπάρχουν μικρές κοινότητες ανθρώπων που δεν λειτουργούν έτσι. Τρέφω απεριόριστο θαυμασμό για αυτούς τους ανθρώπους.
Μεγαλώσατε στην Κρήτη, έναν τόπο με ισχυρή πολιτική μνήμη και έντονη σχέση με την ψήφο. Σήμερα, νιώθετε ότι ψηφίζουμε με κριτήριο τη σκέψη ή με την ανάγκη να πιαστούμε από γνώριμα πρόσωπα -ακόμη κι όταν αυτά δεν έχουν τίποτα ουσιαστικό να πουν; Γιατί συμβαίνει αυτό;
Στην Κρήτη, στην Αθήνα και παντού, οι πολίτες, στην πλειοψηφία τους, αυτή τη στιγμή πουλάνε την ψήφο τους. Η κυβέρνηση την αγοράζει όπως μπορεί. Φυσικά, υπάρχουν -ξαναλέω- φωτεινές εξαιρέσεις. Δεν βρισκόμαστε, όμως, σε φωτεινό και εμπνευσμένο σημείο της ιστορικής μας διαδρομής.
Όταν μια κοινωνία συνηθίζει στο «δεν αλλάζει τίποτα», αυτό είναι πολιτική αποτυχία ή η πιο επιτυχημένη πολιτική που εφαρμόστηκε ποτέ;
Η ερώτηση μοιάζει να ζητά μονομερή απάντηση, αλλά, στην αλήθεια, σηκώνει μεγάλη συζήτηση.
Πιστεύετε ότι φτάσαμε σε τόσο χάλια σημείο παγκοσμίως όχι επειδή απέτυχαν οι ιδεολογίες, αλλά επειδή συνηθίσαμε να ζούμε χωρίς αυτές;
Θα πω ξανά για τον ρόλο των οικονομικών συστημάτων και των θρησκειών. Τι ρόλο επιτελούν και με ποιον τρόπο καταφέρνουν να είναι, για τόσο μεγάλη χρονική διάρκεια, επιδραστικά.
Το πιο βίαιο bullying σήμερα δεν το κάνουν παιδιά, αλλά ενήλικες στα social media. Πώς ερμηνεύετε αυτή τη μαζική ανάγκη απαξίωσης, χλευασμού και δημόσιου «λιθοβολισμού»; Είναι έλλειμμα παιδείας, συναισθηματική ανωριμότητα ή μια κοινωνία που ξέμαθε να διαφωνεί χωρίς να εξοντώνει;
Όλα είναι ζήτημα κοινωνικής πολιτικής.
Ο σύγχρονος κόσμος μοιάζει να μπερδεύει τον θόρυβο με τη θέση και την ορατότητα με το νόημα. Πώς προστατεύετε εσείς τον εσωτερικό σας άξονα μέσα σε αυτή τη συνεχή υπερέκθεση;
Κάνω μεγάλα διαλείμματα. Δεν εκτίθεμαι διαρκώς. Σκέφτομαι σοβαρά να αφαιρέσω τα social media.
Το θέατρο πάντα θα παρηγορεί, θα αφυπνίζει, θα ενοχλεί. Ποιο από τα τρία σας ενδιαφέρει περισσότερο αυτή τη στιγμή;
Το θέατρο που με ενδιαφέρει στοχεύει στην προσοχή και στη συγκέντρωση.
Κυρία Δερμιτζάκη, αν η τέχνη είναι πάντα μια πράξη ευθύνης, μέχρι πού θα φτάνατε για να πείτε μια πολύ άβολη αλήθεια που δεν είναι καθόλου ευχάριστη, αλλά νιώθετε ότι πρέπει να ειπωθεί, παρά τις όποιες συνέπειες;
Δεν ξέρω να σας απαντήσω. Θα έμοιαζε μεγαλόστομο. Αυτά φαίνονται στην πράξη και πάντα εκ των υστέρων.
Μονολεκτικές ή σύντομες απαντήσεις προς δημιουργία προλόγου
«Οι Βελόνες της νεραντζιάς» - Λίγα λόγια για την παράσταση
Το βραβευμένο θεατρικό έργο του Παναγιώτη Καλυβίτη ανεβαίνει στο ΠΛΥΦΑ 26 Ιανουαρίου| «Οι Βελόνες της νεραντζιάς»
Το βραβευμένο με το Βραβείο Καλύτερου Θεατρικού Έργου 2020 κείμενο του Παναγιώτη Καλυβίτη, «Οι Βελόνες της νεραντζιάς», παρουσιάζεται για πρώτη φορά στη σκηνή από τη Micrographia, σε σκηνοθεσία Δήμητρας Δερμιτζάκη, στο ΠΛΥΦΑ (Αίθουσα 7Α), από τη Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026.
Έξι χρόνια μετά το ξέσπασμα της πανδημίας και το συλλογικό βίωμα του εγκλεισμού, ένα έργο που γεννήθηκε μέσα σε εκείνη τη συνθήκη επιστρέφει για να φωτίσει όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ δυνατά. Ένα βραβευμένο θεατρικό κείμενο, επίκαιρο όσο ποτέ, επιχειρεί να ανασυνθέσει τον κοινωνικό ιστό μέσα από φωνές που μοιάζουν απομονωμένες, αλλά παραμένουν επικίνδυνα αλληλένδετες.
Τι κάνει ένας άνθρωπος όταν έρχεται ξαφνικά πολύ κοντά στον θάνατο; Τι συμβαίνει όταν μια ολόκληρη κοινωνία βρίσκεται στην ίδια συνθήκη;
Στις «Βελόνες της νεραντζιάς», ένας νεαρός γιατρός φορά ασφυξιογόνα μάσκα και σκέφτεται: «Απόλυτη απομόνωση, άρα απόλυτη προστασία». Το έργο αμφισβητεί αυτή τη βεβαιότητα, θέτοντας το ερώτημα: πόση προστασία κρύβει η απομόνωση και πόσο κίνδυνο;
Οι ήρωες του έργου κινούνται μέσα σε μια πόλη παράλληλων μονολόγων. Φωνές που δεν συναντιούνται, σχέσεις που δεν ολοκληρώνονται, άνθρωποι που δυσκολεύονται να συνδεθούν, την ώρα που γύρω τους ο κόσμος καταρρέει. Φτάνουμε μέχρι το μακρινό 2039, σε μια νέα πανδημία — αυτή τη φορά εσωτερική. Μια πανδημία του κακού που δεν έρχεται απ’ έξω, αλλά φωλιάζει όλο και πιο βαθιά μέσα μας.
Σε αυτό το χρονικό άλμα, οι «Βελόνες της νεραντζιάς» μετατρέπονται σε ένα έργο προφητικό, που μιλά για την ανάγκη σύνδεσης, για την ευθύνη του ατόμου και για την επικίνδυνη ευκολία με την οποία, ακόμα και στον όλεθρο, κάποιοι βλέπουν ευκαιρίες προσωπικής ή επαγγελματικής ανέλιξης.
Ταυτότητα παράστασης
Οι Βελόνες της νεραντζιάς
του Παναγιώτη Καλυβίτη
Καλλιτεχνική Διεύθυνση – Σκηνοθεσία: Δήμητρα Δερμιτζάκη
Σκηνογραφία: Αναστάσης Καρράς
Κοστούμια: Ήρα Σπαγαδώρου
Μουσική – Ηχητικός Σχεδιασμός: Στέφανος Γιακουμάκης
Σχεδιασμός Φωτισμών: Άννα Σμπώκου
Επιμέλεια Κίνησης: Κωνσταντίνος Καρβουνιάρης
Διεύθυνση Παραγωγής: Αιμιλία Σιαφαρίκα
Βοηθοί Σκηνοθέτη: Αγγελική Νικολαΐδου, Δέσποινα Δρετάκη
Βοηθός Σκηνογράφου: Στέλλα Δέτση
Φωτογραφίες – Βίντεο: Μαρίλη Ζάρκου
Επιστημονικός Συνεργάτης: Αγγελική Πούλου
Σχεδιασμός Αφίσας: Βιργινία Χριστάκου
Παραγωγή: Micrographia
Δημόσιες Σχέσεις – Επικοινωνία: Βάσω Σωτηρίου | We Will
Ερμηνεύουν:
Άγγελος Αλαφογιάννης, Χρυσή Βιδαλάκη, Adrian Frieling, Κορίνα Θεοδωρίδου,
Κωνσταντίνος Καρβουνιάρης, Αγγελική Μπεβεράτου, Θωμάς Σιέκας
Πού: ΠΛΥΦΑ, Κορυτσάς 39, Βοτανικός
Πρεμιέρα: Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026
Πότε: Κάθε Δευτέρα & Τρίτη στις 21:15 (για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων)
Εισιτήρια: more.com
Τιμές: 15€ γενική είσοδος | 12€ μειωμένο / φοιτητικό / ΑΜΕΑ / 65+
Διάρκεια: 80’
Η παράσταση πραγματοποιείται με την οικονομική υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού
και την ευγενική χορηγία της Στέγης ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΣ ΚΟΡΝΑΡΟΣ.
Κατάλληλο για άνω των 16 ετών.
