62 χρόνια μετά, η «Λόλα» της σύγχρονης εποχής: Είδαμε την παράσταση με Τρίγγου, Στάνκογλου, Γάλλο
Η βία, ο έρωτας, η κακοποίηση, τα στερεότυπα. Οι βασικές αρχές της κινηματογραφικής Λόλας, είναι πιο επίκαιρες από ποτέ και στη θεατρική μεταφορά.
Η ταινία «Λόλα», παραγωγής του 1961 σε σκηνοθεσία του Ντίνου Δημόπουλου και σενάριο του Ηλία Λυμπερόπουλου, παραμένει το διασημότερο φιλμ νουάρ του ελληνικού σινεμά. Αν και εισπρακτικά δεν υπήρξε στα top του ελληνικού box office. Αποτελεί όμως καλλιτεχνικά, σημείο αναφοράς για τον κινηματογράφο μας σε όλα τα επίπεδα.
Για πρώτη φορά μεταφέρεται στο θέατρο και αυτή η παράσταση στο Παλλάς, επιδιώκει να συστήσει την ταινία σε μία εντελώς διαφορετική διάσταση, πιο σύγχρονη και με εξίσου σημαντικό καλλιτεχνικό αποτύπωμα. Στη σκηνή δεν θα δεις τη Τζένη Καρέζη, τον Νίκο Κούρκουλο, τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο και θα πρέπει να τους διαγράψεις για λίγο από τη μνήμη σου για να δεις με καθαρά μάτια αυτή την παράσταση.
Αξίζει να γνωρίσεις μία άλλη Τρούμπα.
Κινηματοθέατρο στην Τρούμπα
Τον όρο κινηματοθέατρο, τον οποίο πολύ συχνά χρησιμοποιεί ο σκηνοθέτης της παράστασης Χρήστος Σουγάρης που έκανε και τη διασκευή του έργου, θα πρέπει να τον έχεις στο μυαλό σου, όταν περάσεις την πόρτα του Παλλάς.
Μία μεγάλη παράλληλη οθόνη πάνω από τη σκηνή και οπερατέρ που τραβούν εντελώς κινηματογραφικά τους ηθοποιούς, συνδέονται με όσα συμβαίνουν στη σκηνή στην αναπαράσταση της Τρούμπας του '60. Και αυτά τα σκηνικά της Τίνας Τζόκα, τετραγωνισμένα και μετακινούμενα συνθέτουν ένα πιο μοντέρνο αλλά dark θεατρικό τοπίο.
Θα αφαιρεθείς κάποιες στιγμές παρακολουθώντας μόνο την οθόνη, όλες σου όμως οι αισθήσεις θα κινητοποιηθούν. Ο 20μελής θίασος λειτουργεί χορευτικά και σε απόλυτο συντονισμό και οι 3 βασικοί χαρακτήρες, η Έλλη Τρίγγου ως Λόλα, ο Γιάννης Στάνκογλου ως Άρης, ο Γιώργος Γάλλος ως Στέλιος, ο σκληρός της Τρούμπας, συνδέονται μεταξύ τους με μία πολύ ωραία χημεία.
Δεν είναι η Καρέζη, δεν είναι ο Κούρκουλος, δεν είναι ο Παπαγιαννόπουλος. Αποτελούν όμως τον βασικό πυρήνα μίας ρεαλιστικής μεταφοράς μίας κοινωνικής κατάστασης από το παρελθόν στο παρόν και ο θεατής έχει τη δυνατότητα να κάνει την αναγωγή σε φαινόμενα και καταστάσεις που υπάρχουν, στο σήμερα.
Οι ηθοποιοί υπό αυτή την έννοια, κατόρθωσαν να ξεπεράσουν τους μύθους του ελληνικού σινεμά, να διαφοροποιηθούν και να μας δώσουν μία νέα Λόλα, τη Λόλα της νέας γενιάς. Για να κατανοήσει η GenZ όχι μία άλλη εποχή, αλλά αυτό που ζούμε, τώρα. Για αυτό το λόγο και η μεταφορά στη σκηνή της κινηματογραφικής ιστορίας έγινε με πιο σύγχρονα οπτικά μέσα.
Η αλήθεια είναι πως όσοι και όσες έχουμε δει την ταινία - από τις σπάνιες φορές που παίζεται στην ελληνική TV - έχουμε συνδέσει την ιστορία με τα τραγούδια του Σταύρου Ξαρχάκου και τη μαγική φωνή της ίδιας της Καρέζη στο «Δεν έχει αρχή», αλλά και της Βίκυς Μοσχολιού. Δεν ακούγονται αυτά τα τραγούδια που σημάδεψαν τον πολιτισμό μας και αποτελούν πολύτιμο κομμάτι του. Μόνο αχνά και περίτεχνα η φωνή της Μοσχολιού αντηχεί στο τέλος, πριν οι δύο βασικοί χαρακτήρες, η Λόλα και ο Άρης λυτρωθούν.
Μουσικά εδώ έχουμε μία πιο μοντέρνα εκδοχή.
Αλλά και η Λόλα ως ταινία για την εποχή της αποτέλεσε μία πιο μοντέρνα εκδοχή της πιο διάσημης γειτονιάς του Πειραιά στη δεκαετία του '60.
Στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, τόσο με τα Κόκκινα Φανάρια, όσο και με τη Λόλα, επιχειρήθηκε η αποκτυπτογράφηση της σκοτεινής και λαμπερής ταυτόχρονα Τρούμπας. Με έναν σκληρό ρεαλισμό, αλλά και με ρομαντισμό. Υπήρχε λόγος που η φινετσάτη ως φυσιογνωμία Τζένη Καρέζη επιλέχθηκε και για τις 2 ταινίες. Για να δοθεί μία άλλη διάσταση για αυτά τα λαΐκά κορίτσια. Πιο ανθρώπινη. Πιο αξιοπρεπής. Για να γίνουν έτσι και πιο αποδεκτές από το κοινό οι τραγικές ανθρώπινες ιστορίες που τις αφορούσαν.
Επειδή όμως οι εποχές αλλάζουν, η σημερινή Λόλα αφορά στο παρόν μας. Στη σημερινή βία, τον ρατσισμό, την κακοποίηση, την προδοσία, τις αρχές και τις αξίες. Η Έλλη Τρίγγου δεν είναι απλά η μοντέρνα Λόλα, αλλά η γυναίκα, το κορίτσι που παλεύει για την επιβίωση, παλεύει με τα δεσμά της κακοποίησης, μάχεται για τον έρωτά της.
Το αν τελικά «αγγίζουμε» έργα που δεν είναι κατά βάση θεατρικά, είναι ένα ερώτημα αρκετά υποκειμενικό, όπως και η τέχνη. Εξαρτάται από την προσέγγιση και κυρίως από την πρόθεση. Σε αυτή την παράσταση υπάρχει η καλή πρόθεση, υπάρχει ο σεβασμός, υπάρχει όμως και ένα φρέσκο όραμα. Με έναν θίασο που είναι πολύ υψηλών προδιαγραφών.
