Δήμητρα Κολλά: « Η Μπουμπού έχει δώσει πολύ φως στα σκοτάδια αρκετών θεατών μέσα από την παράσταση»
Η θεατρική της Μπουμπού είναι sold out μιλώντας για body shaming, λεκτική βία, περιθωριοποίηση. Με τη Δήμητρα Κολλά μιλάμε στο Queen.gr με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου και για την δική της επιλογή να επιλέξει το φως στη ζωή της.
Στο θέατρο Εν Αθήναις, η «Μπουμπού» της, συνεχίζει να μαγεύει το κοινό και η Δήμητρα Κολλά έχει εισπράξει τη φετινή θεατρική σεζόν, διθυραμβικές κριτικές για την ερμηνεία της στον ομώνυμο ρόλο.
Η Μπουμπού, πρωτότοκη κόρη μίας οικογένειας από την Κρήτη που όταν γεννήθηκε ζύγιζε 7 κιλά, λόγω της αναπτυγμένης φύσης της, γίνεται αντικείμενο κριτικής και υποτίμησης σε όλη την πορεία της ζωής της, αλλά εκείνη αποφασίζει όταν δεν καταφέρνει να γίνει ηθοποιός όπως ήταν το όνειρό της, να αντιμετωπίσει τη ζωή της, με μία μοναδική θετική ενέργεια.
Την ώρα που ράβει το νυφικό της εγγονής της, αποφασίζει να μας διηγηθεί την πολυτάραχη ζωή της. Κάθε κέντημα που βρίσκεται πάνω στη σκηνή συμβολίζει και μία μνήμη. Κάπου εκεί σε αυτό τον κόσμο της Μπουμπούς, όχι μόνο οι θεατές, αλλά και η ίδια η πρωταγωνίστρια Δήμητρα Κολλά, βρήκαν κοινά σημεία, δίνοντας ένα μοναδικό μήνυμα ελπίδας.
«Από τότε που ήμουν στη δραματική σχολή η εμφάνισή μου ήταν κριτήριο για την επιλογή ρόλων»
Η Δήμητρα Κολλά έχει ένα πλούσιο βιογραφικό που αφορά στις σπουδές αρχικά στον χορό που ήταν η μεγάλη της αγάπη, την υποκριτική και τη μουσική. Απόφοιτη του Beverly Hills Playhouse Acting School του Λος Άντζελες των Η.Π.Α., του Μητροπολιτικού Κολεγίου Αθηνών, αλλά και κάτοχος πτυχίου batchelor στις Παραστατικές Τέχνες, απόφοιτη ρώσικου μπαλέτου της Σχολής Χορού Μελίνας Μιχαηλίδου και της Σχολής Χορού Νίκης Κονταξάκη- Νικολέττας Μπακάλη.
Η συζήτησή μας στο Queen.gr ξεκινά από την πρώτη της επαφή με τη σκηνή, αρχικά ως μικρή μπαλαρίνα και στη συνέχεια ως ηθοποιός.
«Η πρώτη μου φορά πάνω στη σκηνή ήταν στα 8 μου χρόνια, κάνοντας την αφηγήτρια σε ένα παιδικό έργο, υπό την καθοδήγηση του Θοδωρή Ρωμανίδη. Σε αυτό το έργο χρησιμοποιήθηκε περισσότερο το ταλέντο μου στον χορό, ήμουν η μικρή αφηγήτρια που παράλληλα χόρευε. Το έργο λεγόταν «Γεια χαρά» αναφερόταν στον πόλεμο, στο πώς τα όπλα μπορούμε να τα μετατρέψουμε σε λουλούδια, για να σταματήσουν οι συγκρούσεις και όλοι οι άνθρωποι να είναι μεταξύ τους αγαπημένοι.
Ο χορός, ήταν ο δικός μου τρόπος να εκφράσω τα συναισθήματά μου με έναν διαφορετικό τρόπο, ως δυσλεκτικό παιδί. Αναγκάστηκα όμως να τον σταματήσω γιατί είχα συνεχόμενους τραυματισμούς για δύο χρόνια.
Με επηρέασε και ένα προσωπικό μου ζήτημα και έπεσα ψυχολογικά εκείνη την εποχή, ήμουν 18 χρονών, σε μία τρυφερή ηλικία και δεν μπορούσα να το διαχειριστώ. Μου έλειπε όμως η σκηνή.
Οπότε η υποκριτική ήρθε ως επακόλουθο για να συμπληρώσει αυτό το κενό;
Αυτό που έχω ως μνήμη όταν χόρευα, είναι αίσθηση της ελευθερίας που ένιωθα πάνω στη σκηνή. Το ίδιο ένιωσα αργότερα και στη σκηνή του θεάτρου, όταν είχα τη δυνατότητα να περνάω συναισθήματα στο κοινό. Για αυτό και για εμένα είναι μαγικό το θέατρο. Αυτή η επαφή που έχεις με τον κόσμο, είναι μοναδική, ενώ κάθε μέρα διαφορετική, ακόμη και αν αφορά στην ίδια παράσταση. Το θέατρο είναι ένας ζωντανός οργανισμός, «αναπνέει» με το κοινό του. Οι ανάσες του ηθοποιού έρχονται από το κοινό του.
Ασχοληθήκατε με την υποκριτική, κάνοντας ανώτατες σπουδές στο εξωτερικό αποκτώντας και Βachelor στις παραστατικές τέχνες. Πόσο διαφορετική ήταν η εμπειρία της μάθησης σε μία χώρα όπως η Αμερική;
Καταρχάς πιστεύω πως ο ηθοποιός δεν πρέπει να σταματά να εκπαιδεύεται. Αυτό ήταν και το μάθημα που πήρα κατά τη διάρκεια ενός masterclass που έκανα στο Beverly Hills με πολύ γνωστούς ηθοποιούς και σκηνοθέτες του Hollywood κυρίως από τη δεκαετία του '70. Και θυμάμαι χαρακτηριστικά πως καθόταν ένας σκηνοθέτης δίπλα μου περίπου 85 χρονών, ο οποίος άκουγε προσεκτικά και του δάνεισα το στυλό μου για να κρατήσει σημειώσεις. Γύρισε και μου είπε εκείνη τη στιγμή «Δεν πρέπει ποτέ να σταματάμε να μαθαίνουμε από τους συναδέλφους μας». Μου έδωσε πολύτιμη γνώση εκείνη τη στιγμή, γιατί ο καλλιτέχνης πρέπει διαρκώς να εξελίσσεται, να αναζητά ανεξάρτητα από την εμπειρία του και την ηλικία του.
Το θέατρο διατηρεί τον επιμορφωτικό του χαρακτήρα, την αμφισβήτηση της σκέψης και εμείς οι ηθοποιοί οφείλουμε να μπαίνουμε σε μονοπάτια διαρκούς πρόκλησης. Το θέατρο είναι μαγικό και εύχομαι ο κόσμος να μη σταματήσει να το αναζητά, ακόμη και στην εποχή μας που η ανθρώπινη επαφή, έχει αντικατασταθεί από την τεχνολογία. Μας δείχνει ιστορίες για το πώς ήταν το παρελθόν, για το πώς είναι το παρόν, πώς θα μπορούσε να είναι ο κόσμος στο μέλλον και να μας δημιουργεί προβληματισμούς για τις επιλογές μας.
Η «Μπουμπού» συζητήθηκε αρκετά, υπάρχουν εκατοντάδες κριτικές από τους θεατές αλλά και τους κριτικούς για το έργο και την ερμηνεία σας, εξηγώντας και τον sold out χαρακτήρα της. Νιώθετε πως με αυτή την παράσταση μπορεί να αλλάξατε τη ζωή κάποιων ανθρώπων;
Η ζωή της Μπουμπούς έχει δώσει μέσα από την παράσταση, πολύ φως στα σκοτάδια των ανθρώπων και χαίρομαι πολύ για αυτό. Ήταν επιλογή αυτής της απλής γυναίκας με τον τρόπο ζωής της και τις αποφάσεις της, να πηγαίνει μόνο στο φως. Χαμογελά διαρκώς και είναι χαρούμενη παρά τις μεγάλες δυσκολίες που αντιμετωπίζει.
Περνά εξαιρετικά μηνύματα η παράσταση για το bodyshaming και την περιθωριοποίηση των γυναικών που παραμένουν άλυτα ζητήματα, πληγές.
Όταν ασχολήθηκα με το μπαλέτο, ήμουν πάντα η λίγο πιο γεματούλα με πιο χονδρούς μυς, η πιο κοντή και πάντα άκουγα αυτό το υποτιμητικό σχόλιο από τις δασκάλες μου «κάνε δίαιτα», δεχόμουν μία αρνητική πίεση. Θα έλεγα όμως πως το body shaming και η περιθωριοποίηση, αφορούν σε όλους τους ανθρώπους και όχι μόνο εμάς τις γυναίκες, παρόλο που ζούμε σε ανδροκρατούμενη κοινωνία. Η λεκτική όπως και η σωματική βία δεν έχουν φύλο και αφορούν στον χαρακτήρα ορισμένων ανθρώπων που έχουν μάθει να υποτιμούν όλους τους άλλους γύρω τους, για να νιώσουν εκείνοι καλύτερα και ανώτεροι. Αυτό μόνο ως ψυχική πάθηση θα το χαρακτήριζα.
Βρήκατε κοινά με τη Μπουμπού;
Πολλά κοινά έχω με την Μπουμπού. Γιατί πέρασα κατάθλιψη σε μία περίοδο της ζωής μου και επέλεξα και εγώ όπως και ο θεατρικός μου ρόλος, να πάω προς το «φως», γιατί είχα πια κουραστεί να ζω στο σκοτάδι. Αποφάσισα και εγώ να χαμογελώ, να βλέπω πάντα τη λύση και όχι το πρόβλημα.
Σας στέρησαν κάποιοι, σημαντικούς ρόλους στο θέατρο, επικαλούμενοι την εμφάνιση;
Βέβαια. Από τότε που ήμουν στη δραματική σχολή η εμφάνισή μου ήταν κριτήριο επιλογής ρόλων. Ο πρώτος ρόλος που μου δόθηκε, ήταν εκείνος της μάνας, επειδή ήμουν λίγο πιο χοντρούλα από τα άλλα παιδιά της σχολής, παρόλο που τότε που ήμουν 65 κιλά με 1,65 ύψος.
Όταν πήγα να δώσω εξετάσεις για τη δραματική σχολή του θεάτρου Τέχνης μου είπε ευθέως μία καθηγήτρια τότε πως αν ήθελα για να περάσω στη σχολή θα έπρεπε να χάσω κιλά και μου πρόσφερε τον ρόλο της παραμάνας της Ιουλιέτας.
Ήμουν 20 χρονών τότε και με την αφέλεια μίας ηθοποιού που τότε έμπαινε στον χώρο του θεάτρου, τη ρώτησα γιατί δεν μου δίνει τον ρόλο της ίδιας της Ιουλιέτας. Δεν πήρα απάντηση, αλλά τώρα όμως καταλαβαίνω πως η εικόνα του συγκεκριμένου ρόλου είναι στη συνείδηση όλων, διαφορετική.
Λίγα στοιχεία για την παράσταση:
Κείμενο: Δημήτρης Μητσοτάκης
Απόδοση - Διασκευή: Κωνσταντίνος Πασσάς - Δήμητρα Κολλά
Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Πασσάς
Μουσική - Στίχοι Τραγουδιού: Δημήτρης Μητσοτάκης
Τραγούδι: Μάρθα Φριντζήλα
Σκηνογραφία: Κωνσταντίνος Πασσάς
Ενδυματολογία: Γιάννης Κλημάνογλου
Σχεδιασμός φωτισμών: Άννα Ρεμούνδου

