Από τον «κουβαλητή» στον «συναισθηματικό στυλοβάτη», ο ρόλος του πατέρα επαναπροσδιορίζεται σήμερα
Ο πατέρας του σήμερα δεν χρειάζεται να εγκαταλείψει την ευθύνη του «κουβαλητή». Χρειάζεται όμως να μην περιοριστεί σε αυτήν.
Για πολλά χρόνια, ο πατέρας μέσα στην ελληνική οικογένεια είχε έναν προκαθορισμένο ρόλο, εκείνον του «κουβαλητή». Ήταν ο άνθρωπος που έπρεπε να φροντίσει να μη λείψει τίποτα από το σπίτι, η «κολώνα του σπιτιού», όπου έπρεπε να παρέχει, να προστατεύει, να σηκώνει τα οικογενειακά βάρη, να αντέχει. Συχνά, όμως, αυτή η εικόνα είχε και ένα σιωπηλό τίμημα: τη συναισθηματική απόσταση.
Άλλωστε έχουμε και πολλές εικόνες μέσα από ελληνικές ταινίες εποχής, οι οποίες καθρεφτίζουν τον πατρικό ρόλο. Έναν ρόλο αυστηρό, λιγομίλητο, κουρασμένο, περισσότερο παρόν ως εξουσία αλλά και φόβητρο, οι περισσότεροι έχουμε ακούσει το γνωστό «θα το πω στον πατέρα σου όταν έρθει και θα δεις εσύ!», παρά ως συναίσθημα. Συνέπεια ήταν ο πατέρας να αγαπά αλλά να μην ξέρει πάντα πώς να το δείξει, να νοιάζεται, αλλά το νοιάξιμο αυτό να εκφράζεται μέσα από την υλική προσφορά, να κουβαλά τα βάρη, αλλά όχι απαραίτητα και τα παιδιά του αγκαλιά. Αντίθετα, η μητέρα ήταν εκείνη που είχε ως ευθύνη και υποχρέωση τη φροντίδα, την τρυφερότητα, την καθημερινή ανακούφιση, την ψυχική διαθεσιμότητα, αποτελώντας το συναισθηματικό κέντρο της οικογένειας. Ήταν εκείνη που θα άκουγε, θα παρηγορούσε, θα καταλάβαινε, θα μάντευε ανάγκες πριν ακόμη ειπωθούν.
Γιατί τα αγόρια δένονται πιο πολύ με τη μητέρα και τα κορίτσια με τον πατέρα; Η ψυχολογία εξηγεί
Σήμερα, αυτή η παλιά κατανομή ρόλων έχει αρχίσει να αλλάζει. Όχι τόσο εύκολα και όχι πάντα χωρίς αντιστάσεις, σημασία έχει όμως οτι αλλάζει. Στις περισσότερες οικογένειες εργάζονται και οι δύο γονείς και μοιράζονται από κοινού τα έξοδα αλλά και την προσφορά στην οικογένεια και την φροντίδα. Και μαζί με όλα αυτά, αλλάζει και η έννοια της πατρότητας. Ο πατέρας δεν καλείται πια μόνο να φέρει χρήματα στο σπίτι, καλείται να φέρει και την δική του ενεργή παρουσία. Καλείται να συμμετέχει και εκείνος ενεργά στο μεγάλωμα των μικρών του αλλά και στην ψυχοσυναισθηματική προσφορά, να είναι συναισθηματικά διαθέσιμος, «να είναι εκεί».
Γνωρίζουμε πλέον πολύ καλά μέσα από σύγχρονες έρευνες ότι η πατρική εμπλοκή δεν είναι δευτερεύουσα και πως τα παιδιά έχουν ανάγκη και τους δύο γονείς, όχι απλώς ως φυσική παρουσία, αλλά ως ανθρώπους που τα βλέπουν, τα ακούν, τα αγγίζουν ψυχικά.
Ένας πατέρας που είναι ουσιαστικά παρών ενισχύει την αυτοεκτίμηση των παιδιών του, συμβάλλει στην αίσθηση ασφάλειας, στην κοινωνική ανάπτυξη, βοηθάει τα μικρά του να μπορούν να ρυθμιστούν πιο εύκολα συναισθηματικά. Δεν είναι μόνο το «πόσο χρόνο περνάει» ένας πατέρας με το παιδί του, αλλά και το πώς είναι μέσα σε αυτόν τον χρόνο: αν είναι διαθέσιμος, τρυφερός, σταθερός, ικανός να αντέξει το δύσκολο συναίσθημα χωρίς να το γελοιοποιήσει ή να το απορρίψει, χωρίς να το φοβηθεί.
Ένας πατέρας που αλλάζει πάνες, ταΐζει, νανουρίζει, διαβάζει, συνοδεύει, παίζει, ρωτά, ακούει και ζητά συγγνώμη, δεν «βοηθάει» απλώς τη μητέρα αλλά αναλαμβάνει τον δικό του γονεϊκό ρόλο. Και αυτό έχει τεράστια σημασία, γιατί το παιδί δεν μαθαίνει την αγάπη από τις δηλώσεις, αλλά από τις επαναλαμβανόμενες εμπειρίες αλλά μέσα από ένα βλέμμα που το καθησυχάζει, από το χέρι που το κρατά, από την πατρική φωνή που δεν το απειλεί, δεν το φοβίζει, αλλά αντίθετα το οργανώνει και το οριοθετεί χωρίς να αποσύρει την αγάπη του.
Όταν μιλάμε για ισότητα, η άδεια πατρότητας είναι δεδομένη - Γιατί είναι σημαντική και τι ισχύει;
Αυτή τη διαφορά τη βλέπουμε συχνά και στο θεραπευτικό γραφείο. Όταν ο πατέρας είναι συναισθηματικά παρών, δεν ενισχύεται μόνο η σχέση του με το παιδί. Επηρεάζεται θετικά και η συντροφική σχέση, καθώς η μητέρα δεν μένει μόνη στη φροντίδα της οικογένειας, στη φροντίδα του σπιτιού, των αναγκών, των προγραμμάτων, των συναισθημάτων. Το ζευγάρι μπορεί να λειτουργήσει με περισσότερη συνεργασία, ισότητα και αναγνώριση. Ο πατέρας δεν έρχεται να «δώσει ένα χέρι βοήθειας» σε κάτι που ανήκει στη μητέρα αλλά πιο ενεργός στον ρόλο του συναισθηματικού στυλοβάτη έρχεται να σταθεί και να αναλάβει το μερίδιο που του αναλογεί.
Βέβαια, δεν παύουν να υπάρχουν αρκετά από τα στερεότυπα δυστυχώς, όπου βλέπουμε μπαμπάδες να προτιμούν τον πιο «πατροπαράδοτο» και συντηρητικό ρόλο, εκείνον που ενδεχομένως έμαθαν από τους δικούς τους γονείς. Μόνο που η κοινωνία σήμερα έχει αλλάξει αρκετά. Ξέρουμε ότι πολλοί άνδρες μεγάλωσαν με την πεποίθηση ότι πρέπει να είναι γεροί και δυνατοί, σκληροί, αυτάρκεις, σιωπηλοί, να θεωρούν το κλάμα αδυναμία, να κρύβουν το συναίσθημα, να μην εκφράζουν εύκολα φόβο, τρυφερότητα, ανάγκη, καταλήγοντας συναισθηματικά απόμακροι όχι επειδή δεν αγαπούν, αλλά επειδή δεν έμαθαν πώς να συνδέονται. Έτσι, αρκετοί μπαμπάδες σήμερα καλούνται να κάνουν την δική τους υπέρβαση, όπου στην ουσία θα επιτρέψουν στον εαυτό τους να είναι πιο ανθρώπινος, κάτι που φυσικά δεν είναι εύκολο. Πόσο σημαντική αλήθεια, η βοήθεια της κατανόησης του «ποιος είμαι, πώς μεγάλωσα, τι είδους επιρροές έχω, ποιες ενδοβολές έχω καταπιεί, ποια πρότυπα και στερεότυπα ακολουθώ».
Γιατί πολλές φορές δεν κουβαλάμε μόνο τις ευθύνες μας. Κουβαλάμε και φωνές από το παρελθόν, ρόλους που μας φόρεσαν, προσδοκίες που δεν επιλέξαμε, αλλά συνεχίζουμε να αναπαράγουμε.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, βλέπουμε τα προβλήματα στη σχέση να αυξάνονται όλο και περισσότερο, καθώς η μητέρα ζητάει από τον σύντροφό της συνεργασία μέσα από την ανάληψη του δικού του πατρικού ενεργού ρόλου, δίνοντας της ένα χέρι βοήθειας αλλά και αναγνώρισης. Είναι πολύ σημαντικό για αυτόν τον πατέρα να αντιληφθεί ότι το να σταθεί στην οικογένειά του όχι μόνο ως κουβαλητής αλλά και ως «συναισθηματικός στυλοβάτης» είναι πια μέσα στον ρόλο και στις υποχρεώσεις του. Όχι γιατί «το απαιτούν οι καιροί» με έναν εξωτερικό, πιεστικό τρόπο αλλά γιατί το έχουν ανάγκη οι σχέσεις, τα παιδιά, η ίδια η οικογένεια. Μάλιστα, εδώ χρειάζεται να ειπωθεί καθαρά ότι με αυτό τον τρόπο δεν σημαίνει ότι θα βοηθήσει τη μητέρα αλλά ότι θα αναλάβει τον δικό του γονεϊκό ρόλο κατανοώντας πως ένας πατέρας δεν γίνεται λιγότερο άνδρας όταν συγκινείται, ούτε χάνει τη δύναμή του όταν αγκαλιάζει, δεν μικραίνει και δεν χάνει τον ρόλο του όταν ζητά συγγνώμη. Αντίθετα, γίνεται ο άνθρωπος εκείνος που μπορεί να συνδεθεί.
Πατέρας: μια ταυτότητα σε εξέλιξη
Σήμερα λέμε ότι δεν υπάρχουν τέλειοι γονείς, αλλά γονείς που προσπαθούν να είναι ψυχοσυναισθηματικά παρόντες για τα μικρά τους, γονείς που «είναι εκεί», γονείς που παρατηρούν τον εαυτό τους που μαθαίνουν, που διορθώνουν, που ζητούν βοήθεια όταν χρειάζεται. Γονείς που προσπαθούν να βελτιωθούν μέσα από την γνώση που προσφέρεται απλόχερα διαδικτυακά, γονείς που αναζητούν την βοήθεια ειδικού για να ακολουθήσουν το μονοπάτι εκείνο στο μεγάλωμα των μικρών τους, προσφέροντας αγάπη και φροντίδα, τρυφερότητα αλλά και σταθερότητα, ελευθερία αλλά και προστασία μέσα όμως από έναν οριοθετημένο τρόπο που ως αποτέλεσμα έχει την προστασία όλης της οικογένειας.
unsplash.com/ Mikael Stenberg
Κι ένα τέταρτο ιδανικού πατέρα αρκεί για δέκα ζωές - Ποιο είναι το προφίλ του σύγχρονου μπαμπά;
Ο πατέρας του σήμερα δεν χρειάζεται να εγκαταλείψει την ευθύνη του «κουβαλητή». Χρειάζεται όμως να μην περιοριστεί σε αυτήν.
Γιατί το παιδί δεν χρειάζεται μόνο έναν πατέρα που φέρνει υλικά στο σπίτι αλλά έναν πατέρα που φέρνει τον εαυτό του. Έναν πατέρα που μπορεί να γίνει συναισθηματικός στυλοβάτης, όχι επειδή δεν λυγίζει ποτέ αλλά επειδή μαθαίνει να στέκεται δίπλα στους δικούς του ανθρώπους του με συναίσθημα, παρουσία και αλήθεια.
Μαρίνα Μόσχα
Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια, μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Αγωγής Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας
