Πώς το Ιράν «έσβησε» το διαδίκτυο και γιατί αυτό αφορά πολύ περισσότερους απ’ όσους νομίζουμε
Το να «σβήσεις» το διαδίκτυο σε μια χώρα δεν είναι τεχνική πράξη αλλά πολιτική δήλωση. Είναι η στιγμή που η εξουσία παραδέχεται, έστω και άθελά της, ότι δεν μπορεί πια να διαχειριστεί την πραγματικότητα και αποφασίζει να την καλύψει με σκοτάδι.
Η αλήθεια είναι ότι το σχεδόν απόλυτο μπλακ άουτ του ίντερνετ στο Ιράν δεν ήταν μια αυθόρμητη αντίδραση, ούτε ένα έκτακτο μέτρο ασφαλείας αλλά η εφαρμογή ενός σχεδίου που ωρίμαζε εδώ και χρόνια, ενός σχεδίου βασισμένου στον φόβο ότι η πληροφορία, όταν κυκλοφορεί ελεύθερα, γίνεται πιο επικίνδυνη από οποιοδήποτε όπλο.
Για πάνω από μια δεκαετία, το ιρανικό καθεστώς επένδυσε δισεκατομμύρια σε ένα ψηφιακό παράλληλο σύμπαν.
Το National Information Network, η εσωτερική υποδομή που υποτίθεται ότι θα εξασφάλιζε την «κυριαρχία» του κράτους στο ψηφιακό πεδίο, σχεδιάστηκε ως ένα σύστημα που θα επέτρεπε στο Ιράν να αποκοπεί από τον παγκόσμιο ιστό όποτε το έκρινε απαραίτητο, χωρίς να παραλύσει η οικονομία, οι κρατικές υπηρεσίες και ο έλεγχος της πληροφορίας. Οι ίδιοι οι πολίτες το βάφτισαν «χαλάλ ίντερνετ», όχι από θρησκευτική ειρωνεία αλλά από ένστικτο. Ήταν ένα δίκτυο εγκεκριμένο, καθαρό, αποστειρωμένο, φτιαγμένο για να αποκλείει.
Το πρόβλημα με τέτοια συστήματα είναι ότι προϋποθέτουν έναν λαό παθητικό, προβλέψιμο και τεχνολογικά αφελή. Το 2019, αυτή η παραδοχή κατέρρευσε. Όταν οι διαδηλώσεις οργανώθηκαν μέσα από πλατφόρμες που το ίδιο το καθεστώς θεωρούσε «ασφαλείς», ακόμη και μέσα από κρατικά εγκεκριμένα ψηφιακά περιβάλλοντα, έγινε σαφές ότι το ψηφιακό τείχος είχε περισσότερες ρωγμές απ’ όσες μπορούσε να επιδιορθώσει. Εκείνη τη στιγμή, όπως παραδέχονται άνθρωποι που βρέθηκαν μέσα στον μηχανισμό, πάρθηκε η πραγματική απόφαση: την επόμενη φορά, δεν θα έμενε τίποτα ανοιχτό.
Η επόμενη φορά είναι τώρα.
Και αυτό που συνέβη δεν ήταν μόνο μια διακοπή πρόσβασης στα social media αλλά ένα από τα πιο εκτεταμένα και βίαια ψηφιακά μπλακ άουτ που έχουν καταγραφεί. Η σύνδεση κόπηκε σχεδόν ολοκληρωτικά, τόσο βαθιά που ακόμη και «λευκές» SIM, δημοσιογράφοι προσκείμενοι στο καθεστώς, ακόμη και κρατικές υπηρεσίες βρέθηκαν εκτός. Για λίγες ώρες, ακόμη και το ίδιο το National Information Network φάνηκε να έχει αποσυνδεθεί, παρασύροντας τράπεζες, ΑΤΜ, τηλεφωνία και κρατικά sites σε ένα χαοτικό ψηφιακό κενό.
Αυτή η βιασύνη δεν ήταν λάθος.
Ήταν πανικός. Όταν ένα καθεστώς πατά το κουμπί χωρίς να διασφαλίσει ούτε τις δικές του δομές, αποκαλύπτει ότι το πρωτεύον ζητούμενο δεν είναι η ομαλή λειτουργία αλλά η φίμωση. Το τίμημα, έστω και προσωρινό, θεωρήθηκε αποδεκτό. Η οικονομία μπορούσε να επανεκκινήσει κομμάτι-κομμάτι. Η πληροφορία, όμως, έπρεπε να σταματήσει αμέσως.
Και όμως, παρά το σκοτάδι, κάτι διέρρευσε. Όχι όσο θα ήθελαν οι πολίτες. Περισσότερο απ’ όσο θα άντεχε η εξουσία. Βίντεο από δρόμους, ήχοι πυροβολισμών, εικόνες από νεκρούς έξω από νοσοκομεία, φωνές συγγενών που μιλούσαν για χαμένες ζωές. Αυτό που διέψευσε οριστικά την αυταπάτη του απόλυτου ελέγχου ήταν ότι η πληροφορία δεν έφυγε μόνο μέσω VPN ή γνωστών παρακαμπτηρίων. Έφυγε μέσω προετοιμασίας χρόνων.
Ιρανοί μηχανικοί, ακτιβιστές και άνθρωποι της τεχνολογίας που ζουν πλέον στην εξορία είχαν δουλέψει αθόρυβα πάνω στο χειρότερο σενάριο. Starlink κεραίες πέρασαν λαθραία από τα σύνορα με το Ιρακινό Κουρδιστάν και την Αρμενία, εκμεταλλευόμενες νομικά παράθυρα που άνοιξαν μετά το 2022. Παράλληλα, αναπτύχθηκαν λογισμικά χαμηλών απαιτήσεων, υπηρεσίες κειμένου, πρόχειρα δίκτυα επικοινωνίας που «κουμπώνουν» πάνω σε ό,τι ελάχιστο αφήνει ζωντανό το κράτος για να λειτουργεί η οικονομία του.
Το αποτέλεσμα ήταν ένα είδος ψηφιακού ανταρτοπόλεμου.
Όχι μαζικό, αλλά αρκετό. Ένα δίκτυο μικρό, εύθραυστο, επικίνδυνο για όσους το χρησιμοποιούν, που όμως ακυρώνει τον βασικό στόχο κάθε ολοκληρωτικού μπλακ άουτ: τη σιωπή. Γιατί σιωπή δεν σημαίνει απουσία πληροφορίας αλλά απουσία μαρτυρίας. Και εκεί απέτυχε το Ιράν.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο, ωστόσο, δεν είναι το ίδιο το μπλακ άουτ. Είναι αυτό που έρχεται μετά. Γιατί τέτοιες επιχειρήσεις δεν είναι μόνο κατασταλτικές, είναι και πειραματικές. Το κράτος δοκιμάζει τι μπορεί να επαναφέρει επιλεκτικά, ποια κομμάτια της οικονομίας αντέχουν, ποια apps μπορούν να λειτουργούν εσωτερικά, πώς «λευκαίνεται» η πληροφορία χωρίς να καταρρεύσει η καθημερινότητα. Αυτό που χτίζεται δεν είναι μόνο ένα προσωρινό φίμωμα, αλλά ένα μοντέλο ελεγχόμενης επανασύνδεσης. Ένα διαδίκτυο με όρους.
Σε αυτό το σημείο, η σύγκριση με την Κίνα γίνεται αναπόφευκτη, αλλά και παραπλανητική.
Η Κίνα επέλεξε να χτίσει δικά της οικοσυστήματα, πλατφόρμες, εφαρμογές, μια εσωτερική ψηφιακή ζωή που αντικαθιστά τον έξω κόσμο. Το Ιράν δεν έχει αυτή την πολυτέλεια. Γι’ αυτό και το δικό του μοντέλο μοιάζει πιο ωμό: μαύρη λίστα σχεδόν για τα πάντα και επιλεκτική «λευκή λίστα» για ό,τι κρίνεται απολύτως απαραίτητο. Ένα διαδίκτυο φτιαγμένο όχι για να ζεις μέσα του, αλλά για να επιβιώνεις.
Και εδώ το ζήτημα παύει να είναι το Ιράν. Γιατί κάθε φορά που ένα τέτοιο μπλακ άουτ εφαρμόζεται χωρίς ουσιαστικό διεθνές κόστος, ανοίγει τον δρόμο για κανονικοποίηση. Το ψηφιακό σκοτάδι παύει να είναι ακραίο μέτρο και μετατρέπεται σε αποδεκτό εργαλείο διαχείρισης κρίσεων. Σήμερα εφαρμόζεται με πρόσχημα τις διαδηλώσεις. Αύριο μπορεί να εφαρμοστεί στο όνομα της «ασφάλειας», της «παραπληροφόρησης», της «σταθερότητας».
Όταν ένα κράτος σβήνει το διαδίκτυο, δεν δείχνει ισχύ. Δείχνει ότι φοβάται τη συλλογική μνήμη, φοβάται την αφήγηση που δεν περνά από φίλτρα. Φοβάται τους πολίτες που μιλούν μεταξύ τους χωρίς μεσολαβητές. Και όσο κι αν επενδύει σε δορυφόρους, firewalls και ηλεκτρονικό πόλεμο, αυτός ο φόβος παραμένει πολιτικός, υπαρξιακός και τελικά ανθρώπινος.
Το διαδίκτυο δεν είναι τεχνολογική υποδομή, είναι κοινωνικός ιστός. Και κάθε ιστός που φτιάχτηκε από ανθρώπους, όσο κι αν συμπιεστεί από την εξουσία, βρίσκει τρόπους να τεντώνεται ξανά.
