Η μοναδικότητα του Γιώργου Μαρίνου που «έφυγε» από τη ζωή: Ο showman, οι «τσαούσες», η Μέδουσα

Κατερίνα Μπούσιου
Η μοναδικότητα του  Γιώργου Μαρίνου που «έφυγε» από τη ζωή: Ο showman, οι «τσαούσες», η Μέδουσα

Σύμφωνα με πληροφορίες που μετέδωσε ο Γιώργος Λιάγκας, ο Γιώργος Μαρίνος ταξίδεψε στο φως. Ο μεγαλύτερος Έλληνας showman, o ηθοποιός που δημιούργησε τη σάτιρα στο θέατρο και τα τηλεοπτικά shows.

Αν ζούσε στην Αμερική, ο Γιώργος Μαρίνος θα έκανε αντίστοιχη καριέρα σταρ του Hollywood. Τόσο μεγάλο ήταν το άστρο και το ταλέντο ενός κορυφαίου showman, ενός ηθοποιού και γενικότερα καλλιτέχνη με βαθιά μόρφωση, καλοσύνη, δοτικότητα.

Τα τελευταία χρόνια ζούσε σε ένα κέντρο Φροντίδας Ηλικιωμένων στα Νότια Προάστια, αφημένος στις αναμνήσεις μίας ένδοξης καριέρας που τα είχε όλα.

Ciao Γιώργο, σου οφείλουμε πολλά

Στη θρυλική «Οδό Ονείρων» ο Μάνος Χατζιδάκις είχε εμπιστευτεί τον Γιώργο Μαρίνο και η συνεργασία τους είχε αφήσει εποχή. Αυτή η συνεργασία στην αρχή της καριέρας του «σημάδεψε» όλη του την καριέρα. Εκμεταλλεύτηκε αυτή τη συνεργασία για να μεγαλουργήσει σε διαφορετικά είδη μουσικής και θεάτρου στη συνέχεια.

Η καριέρα του ξεκίνησε από το 1959 όταν ξεκίνησε τις σπουδές του στο Εθνικό Θέατρο παρόλο που ο πατέρας του ήθελε να σπουδάσει στο Πολυτεχνείο ως Πολιτικός Μηχανικός, όπως ήταν και ο ίδιος. Λίγο πριν αποφοιτήσει, έκανε το ντεμπούτο του στην επιθεώρηση του Αλέκου Σακελλάριου «Ώπα ώπα» με τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη από το Αρχιπέλαγος.

Με βαθιά παιδεία και ταμπεραμέντο, το 1962 ξεκινά η συνεργασία του με τον Μάνο Χατζιδάκι στην «Οδό Ονείρων» (Αλέξης Σολομός, Μάνος Χατζιδάκις, Νίκου Γκάτσος, Ιάκωβος Καμπανέλλης, Μίνως Αργυράκης, Μανόλης Καστρινός, Δημήτρης Χορν). Ο Γιώργος Μαρίνος τραγουδά «Κάθε κήπος έχει μια φωλιά για τα πουλιά/ κάθε δρόμος έχει μια καρδιά για τα παιδιά» με μοναδική ευαισθησία και μένει στην ιστορία.

Συνεργάστηκε στη συνέχεια με τον θίασο της Έλλης Λαμπέτη και του Δημήτρη Χορν και το άστρο του λάμπει. Η παρέα του με τους ανθρώπους της διανόησης και της τέχνης διαμόρφωσαν και τον χαρακτήρα του. Με βασικά στοιχεία, τη γενναιοδωρία που είχε για όλους τους συναδέλφους του. Τη βαθιά του κουλτούρα και την ενσυναίσθηση για το ρόλο του ως καλλιτέχνης.

Η πορεία του μέχρι να γίνει ο μεγαλύτερος Έλληνας showman έγινε σταδιακά. Και δημιούργησε μόνος του μία ολόκληρη εποχή, την εποχή της Μέδουσας. Το πέρασμα στις μπουάτ όχι όμως με στατική εμφάνιση του καλλιτέχνη, αλλά με ύφος γαλλικού καμπαρέ με στοιχεία μουσικής, χορού, σάτιρας. Παρακολουθούσε την επικαιρότητά και τα σχόλιά του ήταν καυστικά αλλά και με χιούμορ ακόμη και προς τους συναδέλφους του, οι οποίοι τον λάτρευαν.

Όλο το ελληνικό θέατρο, όλος ο κόσμος της μουσικής ήταν στις πρώτες θέσεις του κοινού του.

Όπως είχε πει σε συνέντευξή του:

«Το show του Μαρίνου έγινε σιγά σιγά, δεν έγινε απότομα. Έπαιζα τότε με τον Χορν στο «Αυγό», και ερχόταν ένας άνθρωπος επί δύο μήνες να με πείσει να τραγουδήσω στην «Κατακόμβη», μία μπουάτ στην Πλάκα. Εμένα δε με ενδιέφερε τότε μόνο το τραγούδι. Ο μεγάλος Βύρων Πάλλης (ο κορυφαίος ηθοποιός) μου είπε τότε ότι «πήγαινε, δεν ξέρεις ποτέ από που θα σου έρθει η επιτυχία». Είχα ανάγκη από χρήματα και ακολούθησα τη συμβουλή του».

20 χρόνια κράτησε η παντοκρατορία του στη Μέδουσα και έκανε πάταγο με τις εμφανίσεις του. Και εκείνος με τον μοναδικό του τρόπο συνδυάζοντας τη μουσική με τον χορό και τη σάτιρα, άλλαξε τη νυχτερινή Αθήνα, άλλαξε όλες τις τάσεις στην ελληνική μουσική, πριν έρθουν οι νεότεροι της εποχής του Σταμάτη Κραουνάκη και της Λίνας Νικολακοπούλου με τους οποίους συνεργάστηκε. Λάτρευε να συνεργάζεται με νέους και ταλαντούχους ανθρώπους.

Ακολουθούσε το ρεύμα της εποχής, πρωτοπόρος και με ανοιχτό μυαλό.

Το «Κάνε μου λιγάκι μου...», το σατιρικό του τραγούδι τη δεκαετία του '70 ήταν το σύνθημά του για φίλους και γνωστούς. Ο Μαρίνος γελούσε με την καρδιά του, αγαπούσε με όλο του το είναι τους ανθρώπους, ακόμη και αν πληγώθηκε από αυτούς και την κριτική τους, πολλές φορές.

Στα μέσα της δεκαετίας του '90 συνεργάζεται με τον ΑΝΤ1 και δημιουργεί το Κυριακάτικο μοναδικό του show Ciao ANT1. Οι «τσαούσες» του οι χορεύτριές του, τα τραγούδια του, ο τρόπος που έκανε τις συνεντεύξεις με τους επώνυμους φίλους και όλο το καλλιτεχνικό στερέωμα τον έκαναν για μία ακόμη φορά μοναδικό.

Ειδικά όταν τους έλεγε και τις αστρολογικές τους προβλέψεις. «Η αστρολογία είναι μανία μεγάλη, θεωρώ τον εαυτό μου αστρολόγο. Διαβάζω 25 χρόνια και έχω κάνει μαθήματα με τη Θεοδώρα Ντάκου» είχε εξηγήσει σε συνέντευξή του.

Όλοι οι ηθοποιοί και τραγουδιστές, όλοι οι σπουδαίοι τον λάτρευαν. Η αδελφή ψυχή του όμως όπως συχνά την αποκαλούσε, ήταν η Κατιάνα Μπαλανίκα, την οποία ο ίδιος ανακάλυψε και συνεργάστηκαν στη Μέδουσα.

Έγιναν φίλοι ζωής όπως έχει πει και η ηθοποιός: «Ήταν δάσκαλος, έμαθα πολλά, ζήσαμε πολλά μαζί, είναι ένας άνθρωπος της ζωής μου. Και για τα χρόνια που ήμασταν μαζί δεν μετάνιωσα ποτέ, για τίποτα, ήταν και είναι σημαντικά στην καριέρα μου».

Από το σπίτι του στο Πόρτο Ράφτη, πέρασε όλη η καλλιτεχνική Αθήνα και διάσημοι καλλιτέχνες του εξωτερικού. Πριν όμως από 15 χρόνια αποφάσισε να απομονωθεί από όλους και να εγκαταλείψει την τέχνη.

Την απόφαση του για να κλείσει το κεφάλαιο της ζωής του με αξιοπρέπεια, μακριά από τα φώτα, τη σεβάστηκαν όλοι.

Και στο γηροκομείο των Νοτίων Προαστίων στο οποίο φιλοξενούνταν τα τελευταία χρόνια, σιγοψιθύριζε το «Κάνε μου λιγάκι μου....» σε όποιον του θύμιζε τη δόξα του παρελθόντος. Πέθανε μόνος όπως ήθελε, μα τόσο γεμάτος.

DPG Network