Ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας του Οδυσσέα Ελύτη: 30 χρόνια από τον θάνατο του ποιητή του φωτός
Αν και απαρνήθηκε την έννοια του Εθνικού ποιητή, ο Οδυσσέας Ελύτης παραμένει μία από τις μεγαλύτερες μορφές της παγκόσμιας ποίησης και της διανόησης, ως στοχαστής, ως υμνητής του ελληνικού φωτός.
Ο Οδυσσέας Ελύτης αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της ελληνικής λογοτεχνίας και όχι μόνο της ποίησης ή του υπερρεαλισμού από τον οποίο επηρεάστηκε. Ο δεύτερος Έλληνας ποιητής που βραβεύτηκε μετά τον Γιώργο Σεφέρη με Νόμπελ Λογοτεχνίας (το 1979) ο πιο εμβληματικός σε έργο, χαρακτηριστικός για τον τρόπο γραφής και τη σκέψη του.
Κάθε του ποίημα, δοκίμιο, πεζογράφημα είναι ωδή στην ελληνική γλώσσα, μύηση στον πολιτισμό μας. Αν δεν έχεις διαβάσει Ελύτη δεν έχεις γνωρίσει τον πλούτο της γλώσσας μας.
Γιατί όπως έλεγε ο ίδιος στον «Μικρό Ναυτίλο»:
«Μια γλώσσα όπως η ελληνική όπου άλλο πράγμα είναι η αγάπη και άλλο πράγμα ο έρωτας. Άλλο η επιθυμία και άλλο η λαχτάρα. Άλλο η πίκρα και άλλο το μαράζι. Άλλο τα σπλάχνα κι άλλο τα σωθικά».
Ο Ελύτης δεν υπήρξε όμως, μόνο ένας μέγας ποιητής, αλλά ένας στοχαστής και αυτό φαίνεται τόσο από τα δοκίμια, τις ρήσεις, τις συνεντεύξεις του. Αλλά και από τον εμπνευσμένο λόγο του στη Σουηδική Ακαδημία κατά την παραλαβή του βραβείου του.
Πέθανε σαν σήμερα, στις 18 Μαρτίου του 1996.
Ο ποιητής του Αρχιπελάγους ο μελοποιημένος Ελύτης και η ανάρτηση της συντρόφου του
Ο Οδυσσέας Ελύτης ένωσε την ελληνική παράδοση και τον αρχαίο πολιτισμό με τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό μέσω και της ευρείας του μόρφωσης και της τριβής του με τους ανθρώπους που επηρέασαν τα ελληνικά γράμματα.
Ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης όπως είναι το κανονικό του όνομα, γόνος της μεγάλης οικογένειας με εργοστάσια σαπωνοποιίας με καταγωγή από τη Λέσβο, γεννήθηκε στην Κρήτη στις 2 Νοεμβρίου του 1911, όταν ο πατέρας του δημιούργησε και εκεί ένα εργοστάσιο, μεγάλωσε όμως στον Πειραιά αλλά και στις Κυκλάδες, ενώ από μικρός είχε μία αγάπη για τα βιβλία και τη λογοτεχνία.
Το ελληνικό φως που έζησε, η κάθε σπιθαμή της ελληνικής γης υπάρχουν σε όλα τα έργα του.
Σπούδασε αρχικά χημικός περισσότερο για να κάνει το χατίρι των γονιών του, στράφηκε αργότερα στη Νομική και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Σορβόννη σπουδάζοντας φιλοσοφία. Από μικρή ηλικία είχε συναναστροφές με ανθρώπους της τέχνης και των γραμμάτων, επηρεάστηκε αρκετά από τον Ανδρέα Κάλβο, τον Κωνσταντίνο Καβάφη και αργότερα τον Ανδρέα Εμπειρίκο και ερχόμενος σε επαφή και με ανθρώπους της ευρωπαϊκής διανόησης πριν και μετά την Κατοχή, διαμόρφωσε την προσωπικότητά του.
Ευρισκόμενος στον κύκλο των Νέων Γραμμάτων, φίλοι του ήταν εκείνοι που κράτησαν χειρόγραφά του για να τα δημοσιεύσουν, επειδή εκείνος δεν τολμούσε και μάλιστα εκείνοι βρήκαν το ψευδώνυμο Οδυσσέας Ελύτης. Παρά τις αντιρρήσεις του τον Νοέμβριο του 1935 δημοσιεύτηκαν τα πρώτα του ποιήματα, το 1936 οι Προσανατολισμοί, ενώ αργότερα όταν εκείνος ήταν ανθυπολοχαγός στο Αλβανικό μέτωπο δημοσίευσε το «Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας».
Μετά το τέλος του πολέμου και παράλληλα με τις μεταφράσεις ξένων λογοτεχνών και ποιητών ξεκίνησε και το δικό του λογοτεχνικό έργο. Ο Οδυσσέας Ελύτης έκανε και αποδόσεις σπουδαίων θεατρικών έργων παράλληλα με την προσωπική του πορεία στα γράμματα. Το έργο του Μπρέχτ «Ο κύκλος με την κιμωλία» έχει παιχτεί εκατοντάδες φορές στο θέατρο με τη δική του απόδοση, ενώ ο Ελύτης ήταν εκείνος που μας μύησε επίσης στον κόσμο του Λόρκα.
Από τις δεκάδες σπουδαίες ποιητικές συλλογές του, τα δοκίμια και τα πεζά, το Άξιον Εστί παραμένει το έργο που από το 1959 είναι η κορωνίδα του μεγαλείου και του ταλέντου του. Ένας ύμνος στο φως, στην ελευθερία, στην αυτόνομη βούληση, στον πολιτισμό, στη δημοκρατία, ως παγκόσμιες έννοιες.
Μέρος του έργου του μελοποιήθηκε από τον Μίκη Θεοδωράκη και αντίθετα με άλλους συναδέλφους του, ο Ελύτης δεν ήταν αρνητικός στη σύζευξη ποίησης και μουσικής.
«Υπάρχει μια ολόκληρη παράδοση, αναμφισβήτητα, καλόπιστη, που καταδικάζει, ωστόσο, στη συνείδησή της, κάθε συνεργασία μουσικής και ποίησης. Ίσως, γιατί εκτιμά τη μελωδία και βρίσκει άτοπο να συνδέεται αυτή μ’ ένα κείμενο που δεν της ήτανε απ’ αρχής προορισμένο. Τις απόψεις αυτές, πρέπει να πω ευθύς αμέσως, τις κατανοώ και τις σέβομαι, αλλά δεν μου είναι δυνατόν να τις δεχτώ.
Φοβούμαι ότι κατά ένα μεγάλο μέρος οφείλονται στη μακρά συνήθεια που μας έχει κληρονομήσει η Δύση και που την υποθάλψανε οι εξατομικευμένες κοινωνίες, να νοούμε τις τέχνες σαν μονάδες ξεχωριστές και να θεωρούμε βεβήλωση τη σύζευξή τους».
Κανείς δε λησμονεί το «Μονόγραμμα», τη σπουδαιότερη ωδή στον έρωτα, στη μνήμη, στην απουσία, στον χρόνο που ο Οδυσσέας Ελύτης το έγραψε το 1969.
«Είναι νωρίς ακόμη μέσ’ στον κόσμο αυτόν, μ’ ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ’ ακούς
Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ’ ακούς
Μαχαίρι
Σαν κριάρι που τρέχει μέσ’ στους ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ’ ακούς
Είμ’ εγώ, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, μ’ ακούς
Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ’ ακούς
Πού μ’ αφήνεις, πού με πας και ποιος, μ’ ακούς;
Αλλά και όλες όσες ποιητικές συλλογές προηγήθηκαν ή ακολούθησαν: «Ο ήλιος ο ηλιάτορας», «Τα Ρω του έρωτα», «Μαρία Νεφέλη», «Ο Μικρός Ναυτίλος», «Ο Φυλλομάντης», «Τα Ετεροθαλή», «Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας», «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου», «Έξη και μια τύψεις για τον ουρανό», «Το φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά»)
Στο «Σηματολόγιο» έδειξε και την εικαστική πλευρά του με σκίτσα - σήματα και κοσμήματα.
Ρήσεις του ποιητή έχουν χρησιμοποιηθεί συχνά δείχνοντας τη μεγαλοφυία του και την οξύνοια του.
Από το «Θεέ μου τι μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε» έως το «Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μία ελιά, ένα αμπέλι, κι ένα καράβι. Που σημαίνει, με άλλα τόσα την ξαναφιτάχνεις» (από τον «Μικρό Ναυτίλο) και το
«Η ποίηση έγινε για να διορθώνει τα λάθη του Θεού· ή εάν όχι, τότε, για να δείχνει πόσο λανθασμένα εμείς συλλάβαμε τη δωρεά του».
Aλλά και το παρακάτω:
Τον Οκτώβριο του 1979 ο λόγος του στη Σουηδική Ακαδημία κατά την παραλαβή του Βραβείου Νόμπελ, θα μείνει στην ιστορία του θεσμού και θα συζητηθεί διεθνώς:
«Μου δόθηκε, αγαπητοί φίλοι, να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνον από μερικά εκατομμύρια ανθρώπων. Παρ’ όλ’ αυτά, μια γλώσσα που μιλιέται επί δυόμισι χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή και μ’ ελάχιστες διαφορές. Η παράλογη αυτή, φαινομενικά, διάσταση, αντιστοιχεί και στην υλικοπνευματική οντότητα της χώρας μου. Που είναι μικρή σε έκταση χώρου και απέραντη σε έκταση χρόνου.
«Ας μου επιτραπεί, παρακαλώ, να μιλήσω στο όνομα της φωτεινότητας και της διαφάνειας.
Επειδή οι ιδιότητες αυτές είναι που καθορίσανε το χώρο μέσα στον οποίο μου ετάχθη να μεγαλώσω και να ζήσω. Και αυτές είναι που ένιωσα, σιγά σιγά, να ταυτίζονται μέσα μου με την ανάγκη να εκφρασθώ»
Σε μία σπάνια συνέντευξη του και σε μία συζήτηση που αφορούσε το μέλλον της Ελλάδας στην Ευρώπη είχε μιλήσει για την έννοια της ελληνικότητας που σθεναρά υποστήριζε:
«Μία ζωή ολόκληρη αγωνίσθηκα για την ελληνικότητα. Και που δεν είναι τίποτε άλλο από τον τρόπο να βλέπεις και να αισθάνεσαι τα πράγματα. Είτε στην κλίμακα τη μεγάλη, είτε στην ταπεινή. Είτε σε έναν Παρθενώνα, είτε σε ένα λυχνάρι.
Το παν είναι η ευγένεια, η ποιότητα, σε αντίθεση με το μέγεθος και την ποσότητα που χαρακτηρίζουν τη Δύση».
Ο Οδυσσέας Ελύτης που εργάστηκε ένα διάστημα και ως διευθυντής της Ελληνικής Ραδιοφωνίας στα σπάργανά της ως ΕΙΡ, έμεινε μακριά από πολιτικά κόμματα και αξιώματα. Αρνήθηκε τον τίτλο του Ακαδημαϊκού, αρνήθηκε να γίνει Πρόεδρος της Δημοκρατίας, όταν του προτάθηκε από τον Αντώνη Σαμαρά.
Ωστόσο ο λόγος του είναι βαθιά και πολιτικός σε αρκετά ποιήματά του και τα δοκίμιά του. Πολιτικός όμως, με την έννοια του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και όχι με με τους όρους της σύγχρονης σκοπιμότητας και του καιροσκοπισμού.
Η επί 13 χρόνια σύντροφός του, ποιήτρια και επιμελήτρια σε αρκετές εκδόσεις που τον αφορούν, Ιουλίτα Ηλιοπούλου με τους στίχους ενός ποιήματός του, τίμησε τη μνήμη του σε σχετική της ανάρτηση στο Facebook.
«Αλήθεια θα' ναι φαίνεται ότι ζω για τότε που δεν θα υπάρχω»

