Η μνήμη της Αμαλίας Γκινάκη χρειάζεται μόνο σεβασμό και μια συγγνώμη από όλους μας
Η νύχτα που μια χώρα κοιτούσε την τηλεόραση και δεν καταλάβαινε τι βλέπει.
Ήμουν 15 χρονών το 1998, στην ηλικία που επιτρέπεται ή τουλάχιστον επιτρεπόταν να μένεις λίγο παραπάνω ξύπνια μόνο αν συμβαίνει «κάτι σοβαρό» στις ειδήσεις. Θυμάμαι το σαλόνι φωτισμένο από την τηλεόραση, τους μεγάλους να μιλούν χαμηλόφωνα και μια φωνή στο τηλέφωνο να επαναλαμβάνει ξανά και ξανά τη φράση «κρατάω χειροβομβίδα».
Στο σπίτι μας η τηλεόραση όπως την θυμάμαι να παραμένει ανοιχτή ήταν σαν μια αχνή ανάμνηση στο Eurobasket του 87, στο θρίλερ των σατανιστών την Παλλήνης και προφανώς στον σεισμό του 93 στην Αχαϊκή πρωτεύουσα όπου μεγαλώναμε με σταρ δημοσιογράφο των Πατρών την Ελίζα Καλλίτση.
Δεν καταλάβαινα πλήρως τι συνέβαινε εκείνο το βράδυ του Σεπτέμβρη του 1998, καταλάβαινα όμως το βάρος της στιγμής, τη νευρικότητα των δημοσιογράφων, την αγωνία που περνούσε από την οθόνη στο δωμάτιο.
Για πάνω από τέσσερις ώρες, η Ελλάδα παρακολουθούσε σχεδόν σε πραγματικό χρόνο μια ομηρία σε διαμέρισμα της οδού Νιόβης στα Πατήσια. Ένας δραπέτης είχε εισβάλει στο σπίτι μιας οικογένειας και κρατούσε τέσσερις ανθρώπους ομήρους με την απειλή χειροβομβίδας, ενώ συνομιλούσε τηλεφωνικά με τον Νίκο Ευαγγελάτο σε ζωντανή μετάδοση.
Κάπου μέσα σε εκείνο το σπίτι βρισκόταν η Αμαλία Γκινάκη. Ήταν 25 χρονών και ετοιμαζόταν να παντρευτεί. Εκείνο το βράδυ όμως βρέθηκε εγκλωβισμένη στο κέντρο μιας ιστορίας που μετατράπηκε σε δημόσιο θέαμα πριν ακόμη προλάβει να γίνει τραγωδία.
Η Αμαλία, μια γυναίκα που δεν ήταν «ιστορία εγκλήματος»
Η Αμαλία ήταν ένας από τους τέσσερις ομήρους που κρατούσε ο Σορίν Ματέι στο διαμέρισμα. Μαζί της βρίσκονταν η μητέρα της Σουλτάνα, ο αδελφός της Ευάγγελος και ο αρραβωνιαστικός της, Απόστολος Μακρινός. Ο δράστης είχε δηλώσει από την αρχή ότι κρατούσε απασφαλισμένη χειροβομβίδα και προειδοποιούσε πως αν επιχειρούσε η αστυνομία να εισβάλει, θα σκοτώνονταν όλοι μέσα στο σπίτι.
Σε κάποια στιγμή της τηλεφωνικής επικοινωνίας με το δελτίο ειδήσεων, έδωσε το ακουστικό στην Αμαλία για να αποδείξει ότι οι όμηροι ήταν ζωντανοί. Η φωνή της ακούστηκε καθαρά στον αέρα. Όταν ρωτήθηκε αν η χειροβομβίδα ήταν πραγματική και αν ήταν απασφαλισμένη, εκείνη επιβεβαίωσε ότι πράγματι την κρατούσε στο χέρι του.
Αργότερα έγινε γνωστό ότι ο δράστης είχε δέσει το ένα του χέρι με το δικό της και το άλλο της χέρι με εκείνο του αρραβωνιαστικού της. Με αυτό τον τρόπο, η Αμαλία είχε μετατραπεί σε κυριολεκτική ανθρώπινη ασπίδα μέσα σε ένα σκηνικό που μεταδιδόταν σε ζωντανή τηλεοπτική ροή.
Σήμερα, όταν επιστρέφουμε σε εκείνη την ιστορία, είναι εύκολο να μιλήσουμε για τη «διάσημη ομηρία της Νιόβης» ή για μια από τις πιο ακραίες στιγμές της ελληνικής τηλεόρασης, από εκείνες που πλέον δεν συμβαίνουν και δεν πρέπει να συμβαίνουν σε ζωντανή μετάδοση. Ωστόσο πίσω από αυτή την αφήγηση υπάρχει κάτι που συχνά ξεχνιέται: η Αμαλία δεν ήταν χαρακτήρας σε μια ιστορία εγκλήματος, αλλά μια πραγματική γυναίκα με μια ζωή που διακόπηκε βίαια.
Το λάθος που οδήγησε στην έκρηξη
Καθώς περνούσαν οι ώρες, η πίεση αυξανόταν τόσο για τις αστυνομικές αρχές όσο και για όσους παρακολουθούσαν την υπόθεση από την τηλεόραση. Κάποια στιγμή οι αστυνομικοί κατέληξαν στο συμπέρασμα, βασισμένοι σε λανθασμένη πληροφόρηση, ότι η χειροβομβίδα που κρατούσε ο δράστης ήταν ψεύτικη. Με αυτή την εκτίμηση αποφασίστηκε τελικά να πραγματοποιηθεί έφοδος στο διαμέρισμα. Η πραγματικότητα αποδείχθηκε τραγικά διαφορετική.
Την ώρα που οι ειδικές δυνάμεις εισέβαλαν στον χώρο, η χειροβομβίδα εξερράγη. Η έκρηξη τραυμάτισε βαριά την Αμαλία Γκινάκη, καθώς έσκασε πίσω από τα πόδια της, προκαλώντας εκτεταμένες καταστροφές στο σώμα της, η νεαρή κοπέλα μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο Ερυθρός Σταυρός όπου οι γιατροί προχώρησαν σε αλλεπάλληλες επεμβάσεις για να τη σώσουν.
Η Αμαλία παρέμεινε για δεκαεπτά ημέρες στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας δίνοντας έναν άνισο αγώνα για να κρατηθεί στη ζωή και η εικόνα της στα παντοδύναμα την δεκαετία του 90 ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια παρέμενε κεντρική. Οι γιατροί που την παρακολουθούσαν μιλούσαν με συγκίνηση για την αντοχή της, τονίζοντας ότι η νεανική της καρδιά συνέχιζε να παλεύει μέχρι το τέλος.
Στις 9 Οκτωβρίου 1998, όμως, η μάχη χάθηκε. Η Αμαλία πέθανε από πολυοργανική ανεπάρκεια, έπειτα από τις επιπλοκές των τραυμάτων της. Ο διευθυντής της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας του Ερυθρού Σταυρού το περιέγραψε με μια φράση που έμεινε χαραγμένη στη συλλογική μνήμη:
«Το τελευταίο 24ωρο διαπιστώσαμε ότι η μάχη είχε χαθεί. Μας νίκησε η χειροβομβίδα».
Το πρόβλημα με το πώς αφηγούμαστε τέτοιες ιστορίες
Σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα, η υπόθεση της οδού Νιόβης εξακολουθεί να επιστρέφει στη δημόσια συζήτηση, συχνά γίνεται αφορμή για τηλεοπτικά αφιερώματα, ντοκιμαντέρ ή κινηματογραφικές αφηγήσεις όπως η πρόσφατη, που προσπαθούν να ανασυνθέσουν εκείνη τη νύχτα.
Σε αυτές τις αφηγήσεις, όμως, υπάρχει συχνά μια μετατόπιση της προσοχής προς τον δράστη: προς την ιστορία του, την ψυχολογία του, τις συνθήκες που τον οδήγησαν στο έγκλημα. Αυτή είναι μια γνωστή τάση της σύγχρονης κουλτούρας του true crime, η οποία συχνά αντιμετωπίζει τους εγκληματίες σαν περίπλοκους αντιήρωες που αξίζει να αναλυθούν.
Όταν όμως μια τέτοια αφήγηση ξεκινά να κυριαρχεί, υπάρχει ο κίνδυνος να χαθεί από το κάδρο το πρόσωπο που πραγματικά πλήρωσε το τίμημα. Η Αμαλία Γκινάκη ήταν μια νέα γυναίκα που βρέθηκε τυχαία στο λάθος μέρος, τη λάθος στιγμή και πλήρωσε με τη ζωή της μια αλληλουχία εγκληματικών πράξεων και λανθασμένων αποφάσεων.
Για τη γενιά που μεγάλωσε στα τέλη της δεκαετίας του ’90, εκείνη η υπόθεση ήταν ίσως η πρώτη φορά που αντιληφθήκαμε πόσο λεπτή είναι η γραμμή ανάμεσα στην ενημέρωση και στο τηλεοπτικό θέαμα. Μια τραγωδία που συνέβη μπροστά στα μάτια εκατομμυρίων θεατών, στα μάτια μας και που ας μην κρυβόμαστε η οικογένεια που θρήνησε το κορίτσι αυτό, με δυσκολία θα καταφέρει να δεχτεί την προσοχή που θα πέσει πάλι επάνω της.
Κοιτάζοντας πίσω, είναι εύκολο να θυμόμαστε τα τεχνικά ή δημοσιογραφικά λάθη, τις ευθύνες των αρχών ή τη συζήτηση που άνοιξε για τα όρια της τηλεοπτικής μετάδοσης. Όμως πίσω από όλα αυτά υπάρχει μια ανθρώπινη απώλεια που δεν μπορεί να χωρέσει σε καμία αφήγηση θεάματος, τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που μπορούμε να θυμηθούμε άλλες ιστορίες των 90ς όπως το Ριφιφί που δεν άφησε πίσω του ανθρώπινες ζωές.
Μιλώντας χρόνια μετά από την μοιραία εκείνη νύχτα και μετάδοση ο Νίκος Ευαγγελάτος στο ντοκιμαντέρ του BBC για την υπόθεση, είπε αυτό που ευχόμουν προσωπικά να πει, πως δεν θυμάται τα νούμερα τηλεθέασης εκείνου του απογεύματος, θυμάται όμως πάντα το αποτέλεσμα και το αποτέλεσμα ήταν μια νεκρή γυναίκα.
«Δεν μπορείς ποτέ να πεις ότι η υπόθεση μας έκανε καλό, αλλά υπήρχε και μια νεκρή γυναίκα. Το μόνο πράγμα που θυμάμαι από εκείνη τη βραδιά είναι αυτή η νεκρή γυναίκα».
Η Αμαλία Γκινάκη ήταν μια γυναίκα με σχέδια, μια οικογένεια και μια ζωή που μόλις ξεκινούσε στο πλευρό του αγαπημένου της, σε έναν γάμο που δεν έγινε ποτέ. Η μνήμη της δεν χρειάζεται δραματοποιήσεις, ούτε νέες μυθολογίες γύρω από εγκληματίες, χρειάζεται μόνο αυτό που συχνά λείπει από τις ιστορίες εγκλήματος: ο σεβασμός και μια συγνώμη από όλους μας.
Η ταινία για την υπόθεση του Σορίν Ματέι κάνει πρεμιέρα: Αυγουστίδης - Λάλος στην «Τελευταία κλήση»
