Η Gloria Steinem, η πρωτοπόρος φεμινίστρια και ακτιβίστρια έφυγε από τη ζωή στα 92 της χρόνια
Η Gloria Steinem, η αμερικανίδα φεμινίστρια και δημοσιογράφος, της οποίας η ακτιβιστική δράση συνέβαλε στην προώθηση των δικαιωμάτων των γυναικών σε ολόκληρο τον κόσμο, πέθανε σε ηλικία 92 ετών.
Η Gloria Steinem «έφυγε ειρηνικά στο σπίτι της στη Νέα Υόρκη, έχοντας στο πλευρό της πολλούς από τους ανθρώπους που την αγαπούσαν», ανέφερε ανακοίνωση που δημοσιεύτηκε στον λογαριασμό της στο Instagram.
«Τα σχεδόν εκατό χρόνια της Gloria πάνω στη Γη ήταν μια ζωή που άξιζε να βιωθεί και εκείνη συνέχισε να εργάζεται για την ισότητα μέχρι το τέλος. Το μεγαλύτερο χάρισμα της Gloria ήταν η ικανότητά της να ακούει τους άλλους, να τους κάνει να νιώθουν ότι τους βλέπουν και τους ακούν. Τα λόγια, οι πράξεις και το παράδειγμά της έδωσαν στους ανθρώπους την ελευθερία να είναι ο αληθινός τους εαυτός».
Η Steinem έφερε τη φεμινιστική οπτική στη δημόσια συζήτηση μέσα από την ουσιαστική δημοσιογραφία, τις δημόσιες ομιλίες και τον ακτιβισμό της. Συγγραφέας εννέα βιβλίων, αγωνίστηκε ενάντια στην ενδοοικογενειακή βία, τον ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων, τη βιομηχανία της πορνογραφίας, αλλά και τους πολέμους στο Βιετνάμ και τον Περσικό Κόλπο.
Η δημοσιογράφος στήριξε επίσης κινήματα και σκοπούς όπως το Black Lives Matter, την επανένωση της Κορέας, τα αναπαραγωγικά δικαιώματα των γυναικών και το κίνημα Time’s Up. Το 1984 συνελήφθη ενώ διαδήλωνε κατά του απαρτχάιντ έξω από την πρεσβεία της Νότιας Αφρικής στην Washington DC.
Η Gloria Steinem γεννήθηκε στο Ohio το 1934 και μεγάλωσε σε τροχόσπιτο. Η μητέρα της αντιμετώπιζε προβλήματα ψυχικής υγείας, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται να διατηρήσει μια σταθερή δουλειά και να νοσηλεύεται κατά διαστήματα σε ιδρύματα. Όταν η Gloria ήταν 10 ετών, οι γονείς της χώρισαν. Μεγαλώνοντας μαζί με τη μητέρα της σε ένα παραμελημένο σπίτι στο Toledo, άρχισε να αντιλαμβάνεται την εχθρική αντιμετώπιση που δεχόταν εκείνη ως εργαζόμενη γυναίκα.
Μετά την αποφοίτησή της από γυναικείο κολέγιο ανθρωπιστικών σπουδών το 1956, η Steinem ταξίδεψε στην Ινδία για δύο χρόνια, όπου εργάστηκε ως νομική υπάλληλος στο Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας. Όταν επέστρεψε στις ΗΠΑ, εργάστηκε ως διευθύντρια του Independent Research Service, μιας οργάνωσης-βιτρίνας της CIA που στρατολογούσε Αμερικανούς φοιτητές προκειμένου να παρεμβαίνουν στα ελεγχόμενα από τη Σοβιετική Ένωση World Youth Festivals στη Vienna και το Helsinki.
Η Steinem αποκάλυψε αργότερα ότι γνώριζε εξαρχής ποιος χρηματοδοτούσε την επιχείρηση: «Αν είχα την επιλογή, θα το έκανα ξανά».
Το 1962 ανέλαβε την πρώτη «σοβαρή δημοσιογραφική αποστολή» της από τον αρχισυντάκτη του Esquire, Clay Felker. Στο άρθρο της για την αντισύλληψη, με τίτλο The Moral Disarmament of Betty Coed, περιέγραψε πώς οι γυναίκες αναγκάζονταν να επιλέξουν ανάμεσα στην καριέρα και την οικογένεια.
Την επόμενη χρονιά, η Steinem εργάστηκε undercover ως Playboy Bunny για 11 ημέρες, προκειμένου να γράψει τη διάσημη έρευνά της σε δύο μέρη για τις συνθήκες που αντιμετώπιζαν οι γυναίκες που εργάζονταν ως μοντέλα στο Playboy Club του Hugh Hefner.
Αναγκασμένη να φορά στενά κοστούμια και ψηλοτάκουνα, η Steinem έχασε περίπου 4,5 κιλά κατά τη διάρκεια αυτής της εμπειρίας, τα μισά μέσα σε μία μόνο νύχτα. Ο
Μετά τη δημοσίευση του άρθρου, δυσκολευόταν να βρει δουλειά, επειδή, όπως είχε πει, «είχα πλέον γίνει Bunny και δεν είχε σημασία για ποιον λόγο».
Το 1968, ο Felker την προσέλαβε στο New York magazine, όπου η ίδια χρησιμοποίησε τον όρο «αναπαραγωγική ελευθερία» σε ένα άρθρο για μια δημόσια εκδήλωση στο Greenwich Village, στην οποία γυναίκες μιλούσαν ανοιχτά για τις εμπειρίες τους με την άμβλωση.
Η Steinem απέδιδε επίσης μεγάλη σημασία σε μαύρες φεμινίστριες όπως οι Florynce Kennedy, Evelyn Cunningham, Shirley Chisholm και Fannie Lou Hamer, λέγοντας ότι εκείνες της δίδαξαν τη σημασία του ακτιβισμού.
«Ήταν σαν να βρίσκω μια οικογένεια», είχε πει για εκείνη την περίοδο.
«Όσο διαφορετικές κι αν είμαστε και σίγουρα ήμασταν, οι γυναίκες μοιράζονται ελπίδες, μια συγκεκριμένη οπτική για τον κόσμο και ένα συγκεκριμένο ραντάρ για τις ανοησίες».
Εκείνη την περίοδο ξεκίνησε επίσης η πορεία της Steinem ως αιχμηρής και προκλητικής δημοσιογράφου μιας και έγραψε άρθρα όπως το If Men Could Menstruate, που δημοσιεύτηκε στο Ms., το περιοδικό που συνίδρυσε μαζί με την Dorothy Pitman Hughes το 1971.
Το πρώτο τεύχος είχε στο εξώφυλλο τη Wonder Woman. Η υπερηρωίδα είχε πρόσφατα εγκαταλείψει τις δυνάμεις της για να μείνει με τον άνδρα που αγαπούσε και το σχετικό κείμενο υποστήριζε ότι η DC Comics έπρεπε να της επιστρέψει τις δυνάμεις της και να επαναφέρει τον χαρακτήρα στις φεμινιστικές του ρίζες.
Η Steinem έγραψε επίσης άρθρα όπως τα What It Would Be Like If Women Win στο Time και After Black Power, Women’s Liberation στο New York magazine το 1969, ένα κείμενο που συνέβαλε καθοριστικά στο να καθιερωθεί ως ηγετική φωνή του φεμινιστικού κινήματος.
Παρότι φοβόταν τις δημόσιες ομιλίες και τις συγκρούσεις, γνώριζε πολύ καλά πώς λειτουργούν τα μέσα ενημέρωσης. Η Steinem αξιοποίησε την προβολή που είχε αποκτήσει ως λευκή, μορφωμένη γυναίκα για να μιλήσει για ανθρώπους που παραδοσιακά αγνοούνταν, μαύρους, εθνοτικές μειονότητες και την εργατική τάξη ενώ υποστήριζε ότι το φύλο και η φυλή ήταν πάντα αλληλένδετα.
Το 1971 είχε εξηγήσει πως οι ορατές διαφορές χρησιμοποιούνταν ως βασικός τρόπος διαχωρισμού των ανθρώπων σε «ανώτερους» και «κατώτερους», αλλά και για τη δημιουργία φθηνού εργατικού δυναμικού.
Η Steinem υπήρξε, ωστόσο, και μια προσωπικότητα που δίχασε. Ορισμένες φεμινίστριες θεωρούσαν ότι η θέση της ως δημόσιας ηγετικής φυσιογνωμίας του κινήματος δεν προέκυψε μόνο από την αξία της, αλλά και από την επιλογή των media να την αναδείξουν επειδή ήταν νέα, λευκή και όμορφη.
Στο βιβλίο της My Life on the Road του 2015 έγραψε ότι η «ιδέα πως ό,τι είχα καταφέρει οφειλόταν αποκλειστικά στην εμφάνισή μου θα παρέμενε μια προκατειλημμένη και πληγωτική κατηγορία ακόμη και στα γεράματά μου».
Για δεκαετίες δεχόταν επίσης έντονη κριτική για ένα άρθρο γνώμης που είχε γράψει στους New York Times το 1998, στο οποίο υποστήριξε τον πρόεδρο Bill Clinton απέναντι στις καταγγελίες για σεξουαλική παρενόχληση.
«Δεν είναι ένοχος για σεξουαλική παρενόχληση», είχε γράψει τότε, χαρακτηρίζοντας τη συμπεριφορά του «μια χοντροκομμένη, ανόητη και απερίσκεπτη απόπειρα προσέγγισης μιας υποστηρίκτριας σε μια δύσκολη στιγμή της ζωής της».
Το 2017 αναθεώρησε δημόσια τη στάση της:
«Πρέπει να πιστεύουμε τις γυναίκες. Δεν θα έγραφα το ίδιο πράγμα σήμερα, επειδή πιθανότατα γνωρίζουμε πλέον περισσότερα για άλλες γυναίκες».
Το 1986 η Steinem διαγνώστηκε με καρκίνο του μαστού και το 1994 με νευραλγία τριδύμου, μια πάθηση που προκαλεί χρόνιο πόνο.
Έπειτα από χρόνια κατά τα οποία απέρριπτε την ιδέα του γάμου, παντρεύτηκε τον περιβαλλοντικό ακτιβιστή David Bale το 2000 ενώ παρέμεινε κοντά με τον θετό γιο της, τον ηθοποιό Christian Bale, μετά τον θάνατο του πατέρα του το 2003.
Το 2011, μιλώντας στον Observer, η Gloria Steinem είχε εκφράσει μια επιθυμία που σήμερα αποκτά διαφορετικό βάρος:
«Ελπίζω να ζήσω μέχρι τα 100. Υπάρχουν τόσα πολλά ακόμη να γίνουν».
