Όταν η oυρά του σούπερ μάρκετ γίνεται γέφυρα ανθρωπιάς: Πόσο χρειαζόμαστε ένα «Tαμείο Για Κουβέντα»;
Τι κρύβεται πίσω από την ιδέα των «αργών ταμείων» που εφαρμόστηκαν ήδη σε Ολλανδία, Γαλλία και Σκωτία;
Ας είμαστε ειλικρινείς: το να πηγαίνεις σούπερ μάρκετ μετά τη δουλειά δεν είναι ακριβώς βόλτα για χαλάρωση. Μοιάζει περισσότερο με αποστολή επιβίωσης. Κινείσαι στους διαδρόμους με ταχύτητα, αρπάζεις το γάλα, το απορρυπαντικό και τα μαρούλια λες και παίζεις σε τηλεπαιχνίδι, και το μόνο που έχεις στο μυαλό σου είναι η λίστα με τις δουλειές που σε περιμένουν στο σπίτι. Φτάνοντας στα ταμεία, το βλέμμα σου σκανάρει τον χώρο σαν ραντάρ, ψάχνοντας την πιο γρήγορη λωρίδα, τα self-service μηχανήματα, ή έστω τον ταμία που περνάει τα barcode με ταχύτητα πολυβόλου. Θέλεις απλώς να πληρώσεις και να φύγεις. Χθες.
Τα «just because» μηνύματα είναι το πιο απλό wellness hack που δεν κάνεις (αλλά μάλλον χρειάζεσαι)
Μέσα σε αυτόν τον διαρκή αγώνα δρόμου της καθημερινότητας, η τεχνολογία μας βοηθάει να κερδίζουμε χρόνο, αλλά μας κάνει και λίγο πιο απόμακρους. Και ενώ για εμάς τους βιαστικούς η ταχύτητα είναι το ζητούμενο, για μια άλλη μεγάλη ομάδα ανθρώπων - όπως οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας - η βιασύνη αυτή είναι πηγή άγχους.
Για εκείνους, η μοναξιά είναι το πραγματικό πρόβλημα και η έξοδος για ψώνια είναι, ίσως, η μοναδική τους ευκαιρία να δουν κόσμο.
Εδώ ακριβώς έρχεται η ιδέα των «αργών ταμείων» που εφαρμόστηκε ήδη σε Ολλανδία, Γαλλία και Σκωτία.
Πώς θα έμοιαζε, λοιπόν, ένα «Ταμείο για Ψιλή Κουβέντα» αν μεταφερόταν στην ελληνική πραγματικότητα;
Φαντάσου, λοιπόν, να είσαι με το καλάθι στο χέρι, έτοιμος να εκραγείς από την κούραση, και δίπλα στο Ταμείο 1 να βλέπεις μια διαφορετική ταμπέλα του τύπου: «Ταμείο χωρίς βιασύνη - Εδώ μιλάμε!».
Η πρώτη σου αντίδραση, θα ήταν πιθανότατα ένα εσωτερικό αίσθημα πανικού του τύπου «Μακριά από εκεί, γιατί αν μπλέξω, χάθηκα!». Αν το καλοσκεφτείς, όμως, αυτό το ταμείο είναι η δική σου «σωτηρία». Διαχωρίζοντας τη ροή των καταναλωτών, ξέρεις ότι οι υπόλοιπες λωρίδες προορίζονται για εσένα και όσους άλλους κινείστε με ρυθμούς Formula 1. Δεν χρειάζεται πλέον να ξεφυσάς με ανυπομονησία πίσω από κάποιον που δυσκολεύεται να βρει τα κέρματά του ή θέλει να ρωτήσει κάτι τον υπάλληλο. Εκείνος ο άνθρωπος έχει πλέον τον δικό του, προστατευμένο χώρο, κι εσύ τον δικό σου ελεύθερο διάδρομο για σπριντ.
Αν η ιδέα αυτή εφαρμοζόταν στην Ελλάδα, η «ψιλή κουβέντα» - που είναι άλλωστε το εθνικό μας σπορ - θα της έδινε μια εντελώς μοναδική, ζεστή ταυτότητα. Το ελληνικό αργό ταμείο θα μεταμορφωνόταν γρήγορα στο πιο ζωντανό σημείο συνάντησης της γειτονιάς: εκεί όπου η κυρία Ελένη θα ανέλυε τη συνταγή για τα γεμιστά, ο κύριος Νίκος θα σχολίαζε το χθεσινό ντέρμπι ψάχνοντας με την ησυχία του τα κέρματα και ένας υπομονετικός υπάλληλος θα τους άκουγε πραγματικά, με χαμόγελο και χωρίς να κοιτάει το ρολόι.
Σε αντίθεση με το εξωτερικό, όπου οι πρωτοβουλίες αυτές έχουν πιο δομημένο χαρακτήρα - όπως τα ολλανδικά «Kletskassa» (ταμεία για κουβέντα) της αλυσίδας Jumbo, τα γαλλικά «Blablabla caisses» της Carrefour ή τα «αργά ταμεία» για ανθρώπους με άνοια στη Σκωτία - στην Ελλάδα ένα τέτοιο ταμείο δεν θα ήταν απλώς μια εταιρική στρατηγική κατά της μοναξιάς.
Θα ήταν μια ζεστή, ανθρώπινη γωνιά μέσα στην απρόσωπη καθημερινότητα της πόλης.
Σε έναν κόσμο που τρέχει με χίλια, η επιστροφή στην απλή ανθρώπινη επαφή μοιάζει με μικρή επανάσταση. Ακόμα κι αν κάποιος δεν θα διάλεγε ποτέ το «Ταμείο της Κουβέντας» επειδή πάντα βιάζεται, και μόνο που θα έβλεπε έναν ηλικιωμένο να φεύγει από εκεί χαμογελαστός επειδή κάποιος τον άκουσε, η μέρα του θα γινόταν λίγο καλύτερη.
Γιατί, τελικά, η ποιότητα μιας κοινωνίας δεν κρίνεται από το πόσο γρήγορα αδειάζουν τα ράφια, αλλά από το πόσο χώρο αφήνουμε για όσους πηγαίνουν πιο αργά. Και ποιος ξέρει; Ίσως μια μέρα χωρίς άγχος, να διάλεγε κανείς εκείνη την ουρά απλώς για να πει μια καλημέρα.

