Ο Θάνος Τοκάκης πιστεύει πως η ταινία «I was a stranger» είναι η ευκαιρία να βρούμε την αλήθεια μας
Η βραβευμένη στα διεθνή φεστιβάλ κινηματογράφου παραγωγή, του σεναριογράφου και σκηνοθέτη Brandt Andersen, ξεκίνησε την προβολή της και στην Ελλάδα και ο Θάνος Τοκάκης μας μιλά για αυτή τη ιστορία 5 διαφορετικών χαρακτήρων ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο.
Ο βραβευμένος παραγωγός, σκηνοθέτης και ακτιβιστής Brandt Andersen, έγραψε το σενάριο και δημιούργησε την ταινία «I was a stanger» εμπνευσμένος από το προσωπικό του βίωμα, βλέποντας και καταγράφοντας πραγματικές ιστορίες προσφύγων που ταξίδεψαν από τη Συρία στην Ελλάδα.
Η ταινία που έχει βραβευτεί διεθνώς και πλέον προβάλλεται και στην Ελλάδα, έχει έναν μοναδικό ρεαλισμό με φόντο αρχικά το εμπόλεμο περιβάλλον στη Συρία.
Ακολουθεί τη διαδρομή μίας Σύριας γιατρού με τη κόρη της, από το Χαλέπι όπου ζούσε, η οποία κυριολεκτικά σε μία στιγμή την ημέρα των γενεθλίων της, έχασε την οικογένειά της. Εκείνη και η κόρη της βρέθηκαν στα συντρίμμια και ξεκίνησαν μετά τη διάσωσή τους, τη δύσκολη πορεία από τον θάνατο προς τη ζωή και αντίστροφα.
Στη δική της κινηματογραφική διαδρομή μέχρι να φτάσει στα παράλια της Τουρκίας και να κάνει το ταξίδι μέσω μίας βάρκας στην Ελλάδα, θα βλέπουμε παράλληλα και σε συσχετισμό με εκείνη, τις ζωές των άλλων χαρακτήρων. Ο Andersen ένωσε τα χαρακτηριστικά διαφορετικών ανθρώπων, πολιτισμών και θρησκειών, ενώνοντας τους με μία αόρατη κλωστή ψυχικά και νοητικά.
Θα δεις τον στρατιώτη που ήρθε αντιμέτωπος με τη συνείδησή του για να τη σώσει, τον σκληρό διακινητή των προσφύγων που έχει και μία αγνή πλευρά γιατί με αυτά τα χρήματα θέλει να σώσει τη ζωή του δικού του παιδιού, έναν ποιητή που έρχεται από μία χαμένη πατρίδα και αναζητά μία άλλη για να στηρίξει τα όνειρά του και τον Έλληνα λιμενικό που παλεύει δίχως δεύτερη σκέψη όχι γιατί έχει καθήκον, αλλά με ανθρώπινα κίνητρα να σώσει ψυχές που βυθίζονται στη σκοτεινή θάλασσα.
Τον ρόλο του λιμενικού που βασίζεται στην πραγματική ιστορία του αξιωματικού του Λιμενικού Κυριάκου Παπαδόπουλου που έσωσε χιλιάδες ζωές ανοιχτά της Λέσβου στα όρια των διεθνών υδάτων, υποδύεται ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης και τον βοηθό του επίσης αξιωματικό του λιμενικού ο Θάνος Τοκάκης.
Ο γιος του λιμενικού, η κόρη της γιατρού, ο γιος του διακινητή, τα παιδιά του ποιητή, όλα συνδέονται με έναν ιδιαίτερο τρόπο στις ιστορίες. Το μήνμα της ταινίας περνά χωρίς να μας επιβληθεί σεναριακά και μόνο από τις ιστορίες αυτών των παιδιών.
Ο Θάνος Τοκάκης μας μίλησε στο Queen.gr για τον ρόλο του, για τις σκηνές με τα παιδιά που συναισθηματικά τον επηρέασαν, αλλά και για την επιτακτική μας πια ανάγκη να κοιτάξουμε κατάματα τον εαυτό μας στο καθρέπτη, για να δούμε την αλήθεια μας.
Η ταινία έχει αληθοφάνεια στους χαρακτήρες και τις ιστορίες τους που θυμίζει ντοκιμαντέρ, έναν κινηματογραφικό ρεαλισμό σε ένα θέμα όπως το προσφυγικό που εμείς οι Έλληνες γνωρίζουμε πολύ καλά. Τι θα λέγατε σε κάποιον ή κάποια που θέλει να δει την ταινία; Για ποιο λόγο να τη δει;
Το προσφυγικό παραμένει ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα. Αυτή η ταινία είναι όμως μία προσωπική άποψη του σκηνοθέτη ο οποίος δεν είχε πρόθεση στο να ωραιοποιήσει τα γεγονότα. Μας είπε εξαρχής «Αυτά είδα και αυτά θέλω να καταθέσω ως τη δική μου οπτική». Αυτό που κάνουμε συνήθως εμείς οι Έλληνες που παρακολουθούμε πολύ τηλεόραση, είναι στο να βλέπουμε κάτι, να ζούμε μία στιγμιαία συγκίνηση, ένα στιγμιαίο αποτύπωμα που ταράζει για λίγο το θυμικό μας και λίγο μετά να το ξεχνάμε. Αυτή η ταινία μπορεί να «μετακινήσει» μέσα μας κάτι πολύ ουσιαστικό. Δεν έχει να κάνει όμως μόνο με το θυμικό μας κομμάτι, με το να δούμε κάτι και να στεναχωρηθούμε.
Έχει να κάνει με το ότι είναι μία ευκαιρία να δούμε με τα μάτια μας την πραγματικότητα. Ας μη ξεχνάμε όμως πως είναι μία ταινία μυθοπλασίας, δεν είναι ντοκιμαντέρ.
Παρόλο που δεν δικαιολογούνται οι ακρότητες και δεν εξωραΐζονται οι «κακοί» χαρακτήρες, υπάρχει μία συγκλονιστική ένωση των παιδιών όλων των ηρώων. Με διαφορετικές καταβολές, θρησκεία και πολιτισμούς που μας δημιουργεί υποσυνείδητα την ανάγκη να σκεφτούμε πώς για αυτά τα παιδιά αξίζει να παλέψουμε περισσότερο και πιο ουσιαστικά. Γίνεται με κάποιον τρόπο διδακτική αυτή η ταινία για όλους μας;
Για να είμαι ειλικρινής μαζί σας, δεν πιστεύω στην τέχνη και στη διδαχή που πρέπει να έχει ως στόχο. Πολλές φορές εμείς οι ηθοποιοί αλλά και οι δημιουργοί έχουμε την ανάγκη στο να παραδώσουμε στο κοινό το μήνυμα της αλήθειας. Όμως δεν υπάρχει αυτή τη έννοια της αλήθειας στην τέχνη, αλλά η έννοια της ανταλλαγής. Ο σκηνοθέτης καταθέτει μία άποψη, «βάζει» την κουβέντα στο τραπέζι για το θέμα. Αυτό έκανε και ο Brandt Andersen με βάσει την εμπειρία του από τα ταξίδια που έκανε στη Λέσβο εκείνη την εποχή και τις διασώσεις που έκανε ο λιμενικός Κυριάκος Παπαδόπουλος. Διηγείται μέσω της ταινίας αυτή την ιστορία που βίωσε ο ίδιος. Ο οποιοσδήποτε μπορεί να του ασκήσει κριτική, ή ακόμη και να τον αμφισβητήσει. Αλλά κανείς δεν μπορεί να του αμφισβητήσει την πρόθεσή του να πει μία προσωπική ιστορία.
Το θέμα που θίγει η ταινία είναι πολύ λεπτό και ιδιαίτερο. Δυστυχώς στην εποχή μας αυτά τα θέματα τα περνάμε επιφανειακά, θεωρούμε πως βρίσκονται μακριά απ’ εμάς.
Ένα επίσης μεγάλο ζήτημα στην εποχή μας, είναι εκείνο της ενσυναίσθησης. Δεν υπάρχει ενσυναίσθηση, ζούμε απλά στιγμιαίες συναισθηματικές φορτίσεις. Το ίδιο κάνουμε και με τα social media. Θα δούμε ένα βίντεο στο Tik Tok, θα στεναχωρηθούμε για 30 δευτερόλεπτα και μετά θα το ξεχάσουμε.
Είναι μία καλή ευκαιρία να δούμε και εμείς οι Έλληνες το θέμα διαφορετικά αποφορτίζοντάς το από πολιτικές σκοπιμότητες; ‘Η να το ξεχωρίσουμε από το γενικότερο μεταναστευτικό ζήτημα, από τους αλλοδαπούς που μόνιμα τους θεωρούμε στην πλειοψηφία τους κακοποιητικά στοιχεία;
Ο συγκεκριμένος σκηνοθέτης αποτελεί μία εξαίρεση. Eμείς ως λαός δυστυχώς παραμένουμε σε ένα μεγάλο βαθμό ρατσιστές. Αυτό που μας λείπει είναι το να δούμε τον εαυτό μας στον καθρέπτη. Ούτε για να αυτομαστιγωθούμε ούτε για να μας παινέψουμε. Αλλά για να δούμε κατάματα την πραγματικότητα, να δούμε την αλήθεια μας.
Έχετε μία σκηνή ως αξιωματικός του λιμενικού και βοηθός του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη που του λέτε κάποια στιγμή με ακρίβεια τον αριθμό των χιλιάδων προσφύγων που έχετε σώσει στο διάστημα ενός χρόνου. Είναι μία σκηνή που μιλά από μόνη της και «λέει» τόσα πολλά χωρίς να μοιάζει πως είναι μία κυνική απεικόνιση της πραγματικότητας.
Ο τρόπος που λες έναν αριθμό δίνει και μία άλλη βαρύτητα στην ουσία της απάντησης. Και αυτό συμβαίνει σε αυτή τη σκηνή. Ως αξιωματικός παρουσιάζω το στοιχείο μίας καταγραφής. Ο τρόπος που εγώ αντιλαμβάνομαι αυτό τον αριθμό, έχει μεγάλη σημασία.
Η ταινία γυρίστηκε πριν αποκτήσετε με τη σύζυγό σας, τον γιο σας. Τη βλέπετε απ’ άλλη οπτική τώρα που είστε και εσείς γονιός; Σας αγγίζει με έναν διαφορετικό τρόπο;
Οι σκηνές που γυρίσαμε με τα παιδιά, πραγματικά με ξεπέρασαν συναισθηματικά. Ήταν κάτι πάνω από εμένα, έπαψε να είναι σινεμά. Ένα παιδί όταν έρχεται στη ζωή, είναι ένα ακόμη αθώο βλέμμα. Αυτό το βλέμμα έχουμε καθήκον να το προστατέψουμε ώστε να παραμείνει αγνό σε όλη του τη ζωή. Να μη χαθεί η ειλικρίνεια του για το καλό της ανθρώπινης φύσης.
Είναι επαγγελματικό challenge για έναν ηθοποιό το να αποτελεί μέρος ενός τόσο μεγάλου κινηματογραφικού project;
Ήταν εντελώς διαφορετικό το επίπεδο γιατί είναι φυσικά και διαφορετικό το budget σε μία διεθνή παραγωγή, αν και για αμερικάνικη κινηματογραφική παραγωγή η συγκεκριμένη, θεωρείται low budget. Παρόλα αυτά ήταν πολύ υψηλές οι προδιαγραφές ειδικά στα γυρίσματα. Σε αυτές τις σκηνές με τη φουρτούνα στη θάλασσα και γενικά όλα τα γυρίσματα που έγιναν κάτω από το νερό, αλλά και με την τεχνητή βροχή. Δεν έχει όμως να κάνει μόνο με τα χρήματα που διαθέτεις για να κάνεις μία ταινία, αλλά και την τεχνογνωσία που έχεις. Και σε αυτόν τον τομέα οι Αμερικανοί παραγωγοί είναι πολύ καλοί. Στην Ελλάδα έχουμε κομάντο τεχνικούς που δουλεύουν όμως πολλές φορές κάτω από άθλιες συνθήκες.
Επίσης στις περισσότερες ταινίες που έχω κάνει στην Ελλάδα υπάρχει πάντα το «πάμε να το κάνουμε γιατί έχει ένα όραμα ο σκηνοθέτης». Όλοι αφοσιωνόμαστε για να βγει ένα ωραίο αποτέλεσμα. Σε μία διεθνή παραγωγή όμως, δημιουργούνται και οι κατάλληλες συνθήκες στο να αποδώσεις εσύ καλύτερα ως ηθοποιός. Ακόμη και το να μοιράζομαι ένα trailer (βαν που λειτουργεί ως καμαρίνι) δεν έχει να κάνει με την προσωπικότητα που έχω ως ηθοποιός, αλλά έχει να κάνει με τη μέθοδο που ακολουθείται, ώστε ο ηθοποιός μετά τη σκηνή, βρίσκει την ηρεμία στον χώρο του μέχρι να προετοιμαστεί το σετ για το επόμενο γύρισμα. Έχει πολύ μεγάλη σημασία για τον καλλιτέχνη και τις συνθήκες δουλειάς.
Στην ταινία πρωταγωνιστούν οι: Ομάρ Σι, Αγγελική Παπούλια, Γιασμίν Αλ Μάσρι και Γιαχία Μαχαΐνι. Η κινηματογραφική παραγωγή είναι υπό την αιγίδα της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες.

