Μπισμπίκης και Οικονομίδης στον δρόμο για τα Όσκαρ με την Ελλάδα που δεν θέλουμε να παραδεχτούμε
Η «Σπασμένη Φλέβα» διεκδικεί μια θέση στην οσκαρική 15άδα και ο Γιάννης Οικονομίδης με τον Βασίλη Μπισμπίκη ετοιμάζονται να ταξιδέψουν για την προώθησή της. Το Hollywood πρόκειται να γνωρίσει μια Ελλάδα που έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό της και μια ακόμη μεγαλύτερη δυσκολία να αναλάβει τις ευθύνες της.
Έχει μια σχεδόν σαδιστική ειρωνεία η απόφαση να στείλουμε τον Γιάννη Οικονομίδη να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στα Όσκαρ. Έναν σκηνοθέτη που εδώ και είκοσι τέσσερα χρόνια ξεγυμνώνει τη μικροαστική μας μεγαλομανία, ξεσκεπάζει την οικογενειακή μας υποκρισία και αντιμετωπίζει την περίφημη ελληνική λεβεντιά με την καχυποψία που της αξίζει. Τώρα, με τη «Σπασμένη Φλέβα» και τον Βασίλη Μπισμπίκη στον πρωταγωνιστικό ρόλο, διεκδικεί μια θέση ανάμεσα στις δεκαπέντε διεθνείς ταινίες που θα συνεχίσουν την οσκαρική διαδρομή τους.
Ο Οικονομίδης και ο Μπισμπίκης αναμένεται μάλιστα να ταξιδέψουν προσεχώς για την προώθηση της ταινίας, σε μια περίοδο κατά την οποία η διεθνής κινηματογραφική βιομηχανία αρχίζει να ξεχωρίζει τις παραγωγές που θα διεκδικήσουν την προσοχή της Ακαδημίας. Η Ελλάδα, λοιπόν, φιλοδοξεί να συγκινήσει το Hollywood με έναν ήρωα που χρωστάει, ασφυκτιά, προσπαθεί να σώσει το τομάρι του και αντιμετωπίζει την προσωπική του καταστροφή με όλη την αλαζονεία ενός ανθρώπου που εξακολουθεί να πιστεύει πως του αξίζει κάτι καλύτερο.
Αν μη τι άλλο, πρόκειται για μια εξαιρετικά αντιπροσωπευτική εξαγωγή.
Masterclass με τον Γιάννη Οικονομίδη: Το Φαινόμενο της Σπασμένης Φλέβας
Απελπισία, χρήμα, «Σπασμένη Φλέβα»: Η Ιωάννα Κολλιοπούλου από το σύμπαν του Οικονομίδη στο Queen
Μια πρώτη ματιά στη Σπασμένη Φλέβα του Οικονομίδη και γιατί μας αφορά το -δίχως κλισέ- αστικό δράμα
Από το «Σπιρτόκουτο» στη «Σπασμένη Φλέβα»: Η ελληνική οικογένεια δεν πήρε ποτέ εξιτήριο
Το 2002, το «Σπιρτόκουτο» προκάλεσε μια μικρή πολιτισμική αναστάτωση, κυρίως επειδή ο Οικονομίδης τόλμησε να παρουσιάσει την ελληνική οικογένεια απαλλαγμένη από την υποχρεωτική αγιογραφία της. Ένα σπίτι γεμάτο θυμό, απωθημένα, εξουσιαστικές συμπεριφορές και ανθρώπους που απαιτούσαν σεβασμό ενώ είχαν καταργήσει κάθε έννοιά του στις μεταξύ τους σχέσεις. Το σοκαριστικό δεν ήταν οι βρισιές, όσο κι αν βόλευε να επικεντρωθεί εκεί η συζήτηση. Ήταν η ευκολία με την οποία μπορούσε κανείς να αναγνωρίσει πίσω από αυτές μια απολύτως οικεία νοοτροπία.
Ακολούθησε η «Ψυχή στο Στόμα», με την ταπείνωση και την εξάρτηση να αποκτούν σχεδόν νοσηρές διαστάσεις, ο «Μαχαιροβγάλτης», όπου το χρήμα και η εξουσία καθόριζαν μέχρι και τα όρια της προσωπικής ελευθερίας, και η «Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς», με έναν κόσμο που είχε μετατρέψει τη μικροαστική επιτυχία σε ζήτημα ζωής, θανάτου και κοινωνικής επίδειξης. Σε κάθε ταινία, ο Οικονομίδης επέστρεφε σε μια διαφορετική εκδοχή της ίδιας παθογένειας: την πεποίθηση ότι η αξιοπρέπεια είναι κάτι που οφείλουν να σου αναγνωρίζουν οι άλλοι, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο συμπεριφέρεσαι.
Στη «Σπασμένη Φλέβα», ο Θωμάς του Μπισμπίκη κουβαλά αυτή την κληρονομιά σε μια Ελλάδα όπου το χρέος έχει αποκτήσει σχεδόν υπαρξιακές διαστάσεις. Οικονομικές υποχρεώσεις, κοινωνικές απαιτήσεις, προσωπικές φιλοδοξίες και μια αρρενωπότητα που θεωρεί την παραδοχή της ήττας προσβολή συγκροτούν τον κόσμο ενός ανθρώπου ο οποίος δυσκολεύεται να αποδεχτεί ότι οι επιλογές του έχουν συνέπειες. Ο Οικονομίδης γνωρίζει καλά αυτή τη φιγούρα. Την έχουμε συναντήσει σε οικογενειακά τραπέζια, σε επαγγελματικές συναλλαγές, στην ελληνική δημόσια ζωή, ακόμη και σε εκείνη τη γνώριμη κατηγορία ανθρώπων που έχουν καταστρέψει τα πάντα γύρω τους και εξακολουθούν να αισθάνονται αδικημένοι.
Η αρχαία τραγωδία απέκτησε ΑΦΜ και ληξιπρόθεσμες οφειλές
Η επιτροπή του Υπουργείου Πολιτισμού, που επέλεξε τη «Σπασμένη Φλέβα» ως την επίσημη ελληνική πρόταση για το Όσκαρ Διεθνούς Ταινίας, αναφέρθηκε στην επανεγγραφή μοτίβων της αρχαίας τραγωδίας μέσα από μια σύγχρονη ιστορία αδιεξόδου. Και πράγματι, η ύβρις δεν χρειάζεται πια βασιλικά ανάκτορα, χρησμούς και θεϊκές παρεμβάσεις για να οδηγήσει έναν άνθρωπο στην καταστροφή του. Μπορεί κάλλιστα να κατοικεί σε ένα διαμέρισμα, να οδηγεί αυτοκίνητο με δόσεις και να διατηρεί μια αξιοθαύμαστη αυτοπεποίθηση παρά την πλήρη κατάρρευση των οικονομικών του.
Στην Ελλάδα, άλλωστε, η κοινωνική εικόνα αντιμετωπίζεται συχνά ως περιουσιακό στοιχείο που πρέπει να διασωθεί πάση θυσία. Μπορεί να χρωστάς παντού, να έχεις εξαντλήσει την υπομονή των γύρω σου και να αδυνατείς να διαχειριστείς ακόμη και τις στοιχειώδεις υποχρεώσεις σου, αρκεί να μη φανεί ότι απέτυχες. Η παραδοχή της ήττας θεωρείται μεγαλύτερη ταπείνωση από την ίδια την αποτυχία, ενώ η επίκληση της αδικίας προσφέρει μια εξαιρετικά βολική απαλλαγή από την αυτοκριτική.
Οι χαρακτήρες του Οικονομίδη έχουν συνήθως μια εξήγηση για όλα, εκτός από τη δική τους συμπεριφορά. Η κοινωνία τούς αδίκησε, οι άλλοι τούς πρόδωσαν, οι περιστάσεις συνωμότησαν εναντίον τους και η πραγματικότητα οφείλει διαρκώς να προσαρμόζεται στις προσδοκίες τους. Πρόκειται για μια νοοτροπία που υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια του κινηματογράφου και εξηγεί εν μέρει γιατί οι ταινίες του προκαλούν τέτοια αμηχανία. Η υπερβολή τους δεν αρκεί για να μας καθησυχάσει, επειδή η πρώτη ύλη τους παραμένει ενοχλητικά αναγνωρίσιμη.
Το Hollywood θα γνωρίσει τον Έλληνα χωρίς το τουριστικό του φυλλάδιο
Η οσκαρική διαδρομή της «Σπασμένης Φλέβας» βρίσκεται ακόμη στην αρχή. Στις 15 Δεκεμβρίου αναμένεται να ανακοινωθεί η shortlist των δεκαπέντε ταινιών, ενώ στις 21 Ιανουαρίου 2027 θα γίνουν γνωστές οι πέντε επίσημες υποψηφιότητες για το Όσκαρ Διεθνούς Μεγάλου Μήκους Ταινίας. Μέχρι τότε, η προώθηση και η διεθνής παρουσία της ταινίας αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, καθώς η ελληνική συμμετοχή καλείται να διεκδικήσει χώρο ανάμεσα σε παραγωγές από ολόκληρο τον κόσμο.
Ο Οικονομίδης, βέβαια, δεν χρειάστηκε ποτέ να καταφύγει σε κάποια εξωτική εκδοχή της ελληνικότητας για να αποκτήσει κινηματογραφική ταυτότητα. Οι ταινίες του έχουν χτιστεί πάνω στην καθημερινή μας γλώσσα, στις ταξικές μας ανασφάλειες, στην αγωνία της κοινωνικής ανέλιξης και στην παράδοξη ευκολία με την οποία η προσωπική αποτυχία μετατρέπεται σε κατηγορία εναντίον των άλλων. Έχει καταλάβει ότι πίσω από τον διαρκή θόρυβο της ελληνικής καθημερινότητας κρύβεται συχνά μια βαθιά ανασφάλεια, την οποία οι άνθρωποι προσπαθούν να θεραπεύσουν με επίδειξη ισχύος, χρήματος ή ανδρισμού.
Ο Βασίλης Μπισμπίκης, στον ρόλο ενός ανθρώπου που βλέπει τον κόσμο του να στενεύει επικίνδυνα, μεταφέρει αυτή τη σύγκρουση στο κέντρο της «Σπασμένης Φλέβας». Και ο Οικονομίδης συνεχίζει να αντιμετωπίζει τους ήρωές του με την ίδια αμείλικτη περιέργεια για όσα ο άνθρωπος είναι διατεθειμένος να κάνει προκειμένου να αποφύγει την ταπεινωτική διαδικασία της αυτογνωσίας.
Έχει λοιπόν ενδιαφέρον που η Ελλάδα επέλεξε να διεκδικήσει ένα Όσκαρ με τον συγκεκριμένο σκηνοθέτη. Επί είκοσι τέσσερα χρόνια, ο Οικονομίδης μάς δείχνει ανθρώπους που φωνάζουν για να μην ακούσουν, επιτίθενται για να μην απολογηθούν και απαιτούν σεβασμό επειδή δεν έχουν ιδέα πώς να τον κερδίσουν. Τώρα τους στέλνουμε στην Αμερική ως εκπροσώπους μας.
Τουλάχιστον αυτή τη φορά, η εθνική μας αντιπροσωπεία δεν θα χρειαστεί να υποκριθεί ότι είμαστε καλύτεροι απ' όσο ξέρουμε.

