Η άβολη συγγνώμη του Λιάγκα στον Τζώρτζογλου δεν αρκεί: Η παλιά τηλεόραση εκθέτει & επαναλαμβάνεται
Οι άβολες τηλεοπτικές στιγμές όπως αυτή του Στράτου Τζώρτζογλου στο Πρωινό δεν είναι ατύχημα. Eίναι μια πολύ παλιά συνήθεια της ελληνικής τηλεόρασης, απάνθρωπης όσο και το ίδιο το «άβολο» που ξεστόμισε και ο Γιώργος Λιάγκας.
Κακά τα ψέματα. Οι Millennials μεγαλώσαμε με μεσημεριανές και όχι μόνο εκπομπές που έκαναν θέαμα την αμηχανία, την εισβολή και την έκθεση. Το πρόβλημα είναι ότι το 2026 δεν μπορούμε πια να κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε, να ζούμε τα τηλεοπτικά 90ς και 00ς με δόξα και τιμή αντί για ντροπή.
H άβολη συγγνώμη του Λιάγκα και η επίσκεψη του Τζώρτζογλου στο Πρωινό: Πόσο παλιακό το θες;
Το να βλέπουμε τον Γιώργο Λιάγκα να ζητά δημόσια συγγνώμη από τον Στράτο Τζώρτζογλου, επειδή ο ηθοποιός έμαθε από τη δημοσιογράφο του Πρωινού για τη νέα σχέση της πρώην συζύγου του Σοφίας Μαριόλα, δεν είναι απλώς μια «άβολη τηλεοπτική στιγμή», είναι ένα déjà vu.
Ένα από εκείνα τα τηλεοπτικά flashbacks που σε γυρνούν αυτόματα στα χρόνια που η ελληνική ψυχαγωγία μπέρδευε συστηματικά το ενδιαφέρον με την αδιακρισία και τη δημοσιογραφία με την ανθρωποφαγία. Το περιστατικό συνέβη όντως στις αρχές Απριλίου 2026, με τον ίδιο τον παρουσιαστή να παραδέχεται on air πως, αν είχε δει το βίντεο, δεν θα το έπαιζε.
Το ατόπημα του Λιάγκα για τη Μενεγάκη και η σωστή παρατήρηση της Χρηστίδου για τα fake news
Kαι για να έρθει η τηλεοπτική εξιλέωση και να κλείσουμε τα στόματά μας οι υπόλοιποι (μάλλον έτσι σκέφτηκε) ο Γιώργος Λιάγκας είχε σήμερα προσκεκλημένο τον Στράτο Τζώρτζογλου. Ένα έμμεσο, ορίστε θιχτήκατε εσείς, αλλά όχι ο άμεσα εμπλεκόμενος.
Και όσα ειπώθηκαν μετά, στην τηλεοπτική αυτή συνάντηση, με τον Λιάγκα να επιμένει να ρωτάει τον Τζώρτζογλου αν ένιωσε άσχημα που είδε την Σοφία με νέο σύντροφο (άκυρη η χτεσινή συγγνώμη άρα), τι του είπε η Σοφία μετά την προβολή του βίντεο (άβολο πάλι).
Για όποιον όμως μεγάλωσε ως Millennial στην ελληνική τηλεόραση, τίποτα από όλα αυτά δεν μοιάζει καινούργιο.
Θυμόμαστε πολύ καλά μια ολόκληρη εποχή όπου οι μεσημεριανές και πρωινές και απογευματινές εκπομπές έψαχναν τα πάντα: σχέσεις, χωρισμούς, ψυχικές καταρρεύσεις, οικογενειακά δράματα, ακόμα και τα σκουπίδια, κυριολεκτικά και μεταφορικά, της ζωής των επωνύμων.
Η αμηχανία ήταν content. Η αθέλητη έκθεση ήταν viral πριν καν μάθουμε τη λέξη viral και η τηλεοπτική παγίδα παρουσιαζόταν σαν «αθώα πλακίτσα».
Γι’ αυτό και έχει σημασία να θυμηθούμε το 2014. Τότε που πάλι στο πλαίσιο του Πρωινού, ο Στράτος Τζώρτζογλου οδηγήθηκε σε εκείνη τη διαβόητη τηλεοπτική στιγμή με το «Last Christmas», μια σκηνή που έμεινε στην ποπ μνήμη όχι επειδή ήταν αστεία, αλλά επειδή ήταν βαθιά αμήχανη.
Χρόνια αργότερα, ο ίδιος ο ηθοποιός με τη φανέλα με το νούμερο 9, περιέγραψε δημόσια πως το βίωσε σαν «παγίδα» του Λιάγκα: είχε πει ότι δεν ήξερε το τραγούδι, δεν είχε κάνει πρόβα, ζήτησε άλλο κομμάτι και τελικά βρέθηκε μόνος του εκτεθειμένος, ενώ οι υπόλοιποι χαμήλωσαν τα μικρόφωνα. Ο ίδιος μάλιστα είπε ότι τότε είχε στεναχωρηθεί πολύ, παρότι αργότερα το επεξεργάστηκε αλλιώς. Καλεσμένος στην εκπομπή «Εδώ Tv», ο Στράτος Τζώρτζογλου είπε για την παγίδα του Λιάγκα:
«Γελάω γιατί εκείνη την ημέρα ο Λιάγκας μου την έστησε. Το λέω ξεκάθαρα Γιώργο μου, στο έχω πει κι εσένα πολλές φορές. Εκείνη την ημέρα βέβαια, στεναχωρήθηκα γιατί σου είχα πει δεν ξέρω να τραγουδάω πρώτον, δεύτερο δεν έχω κάνει πρόβα, τρίτον τα αγγλικά μου δεν είναι καλά και είχες βάλει το «Last Christmas» να πω, δεν είπες να πω που σου ζήτησα του Σιδηρόπουλου το «Να μ' αγαπάς» που είναι πιο κοντά στη φωνή μου - απροβάριστος εγώ.
Οπότε μου την έστησες, είσαι πιο έξυπνος από μένα Γιώργο μου, το παραδέχομαι - ή πιο πονηρός θα έλεγα. Αυτό που έγινε, που είπες θα το πούμε όλοι μαζί το τραγούδι και ξαφνικά χαμηλώσατε εσείς τα μικρόφωνα και δεν τραγουδούσατε και είδα αργότερα ότι και κάποιοι στην εκπομπή γελάγανε - που εγώ εκείνη τη στιγμή διάβαζα τα λόγια, δεν το ήξερα το τραγούδι - και το λέω πολύ σοβαρά, ήσουν πιο πονηρός, μου την έφερες, με έκανες viral. Κάποιοι νέοι που πιθανώς να μην με ήξεραν από τα θεατρικά μου έργα με γνώρισαν με λάθος τρόπο - αλλά δεν έχει σημασία, με γνώρισαν. Οπότε πιθανόν να υπάρχει και κάτι καλό σε όλα αυτά. Εκείνη την εποχή στεναχωρήθηκα πολύ, αλλά τώρα σε ευγνωμονώ για έναν λόγο: με έμαθες να το ξεπερνάω όταν μου γίνεται αδικία, να μην κρατάω πίκρα».
Αυτό είναι το σημείο που πρέπει να μας ενδιαφέρει περισσότερο σήμερα: όχι αν υπήρξε ή δεν υπήρξε δόλος, αλλά ότι το μοτίβο παραμένει αναγνωρίσιμο.
Πρώτα παίζεται κάτι που εκθέτει έναν άνθρωπο. Μετά ακολουθεί η αμηχανία. Μετά η συγγνώμη. Μετά ο κύκλος ξανανοίγει αλλού, με άλλον πρωταγωνιστή.
Κάπως έτσι, μόλις πριν από λίγες εβδομάδες, η ίδια τηλεοπτική λογική φάνηκε ξανά να λειτουργεί γύρω από τις φήμες για χωρισμό της Ελένης Μενεγάκη από τον Μάκη Παντζόπουλο, φήμες που τελικά διαψεύστηκαν δημόσια από την ίδια με ανάρτησή της. Δεν είναι το ίδιο περιστατικό, είναι όμως η ίδια γνώριμη βιασύνη να μετατραπεί η προσωπική ζωή κάποιου σε θέμα προς κατανάλωση πριν υπάρξει επιβεβαίωση, όριο ή στοιχειώδης φρένο. Σε εκείνη την περίπτωση ο Λιάγκας έκανε το πολύ απλό, δεν θυμήθηκε τι έλεγε την προηγούμενη ημέρα, δεν ζήτησε συγνώμη για την αναπαραγωγή της είδησης ενός site και υποστήριξε πως ο ίδιος είχε δει χαρούμενους και αγαπημένους τους Ελένη - Μάκη λίγους μήνες νωρίτερα.
Και εδώ ακριβώς αλλάζει η συζήτηση το 2026. Γιατί πια δεν μπορούμε να προσποιούμαστε ότι δεν ξέρουμε τι σημαίνει δημόσια έκθεση, δεν μιλάμε για μια αθώα αμηχανία τηλεοπτικού χρόνου.
Μιλάμε για ανθρώπους που έχουν μιλήσει ανοιχτά για ψυχική κατάρρευση, για κατάθλιψη, για βαθύ πόνο, για περιόδους που δεν ήταν καθόλου διαχειρίσιμες. Ο ίδιος ο Στράτος Τζώρτζογλου έχει μιλήσει επανειλημμένα δημόσια για τη μάχη του με την κατάθλιψη και για εξαιρετικά σκοτεινές περιόδους της ζωής του.
Αυτό σημαίνει ότι η συγγνώμη, όσο ειλικρινής κι αν είναι, δεν αρκεί από μόνη της ως άλλοθι.
Γιατί το ερώτημα δεν είναι μόνο αν ένιωσε άσχημα ο παρουσιαστής όταν είδε εκ των υστέρων το αποτέλεσμα. Το ερώτημα είναι γιατί εξακολουθεί να υπάρχει τηλεοπτικός μηχανισμός που θεωρεί φυσιολογικό να μεταδίδει προσωπικές πληροφορίες με τρόπο που μπορεί να αιφνιδιάσει, να πληγώσει ή να εξευτελίσει. Γιατί το δεν το είδα πριν δεν είναι απάντηση σε μια κουλτούρα που εδώ και δεκαετίες λειτουργεί ακριβώς πάνω στο σοκ του άλλου. Να μην πούμε πως ο ίδιος ο ρεπόρτερ δεν έπρεπε να συνεχίσει δείχνοντας το υλικό. Να μην πούμε πως ο αρχισυντάκτης έπρεπε να έχει επέμβει. Να μην πούμε πως στην καρτέλα του βίντεο δεν έπρεπε να φιγουράρει το «ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ».
Οι Millennials το αναγνωρίζουμε αμέσως αυτό το format, γιατί μεγαλώσαμε μέσα του.
Με παρουσιάστριες και παρουσιαστές που χαμογελούσαν ενώ ξεδίπλωναν δράματα, με πάνελ που σχολίαζαν σώματα, γάμους, απιστίες, ψυχικές κρίσεις και οικογενειακές τραγωδίες σαν να επρόκειτο για μενού της ημέρας. Μίλησε πρόσφατα η Αγγελική Ηλιάδη για την κακοποίηση που υπέστη στη σχέση της και επανήλθε το δικό μας τραύμα από εκπομπές που την είχαν πρωταγωνίστρια κάθε μεσημέρι, για το αν μίλησε με την οικογένειά της, αν έκλεψε τον πατέρα του παιδιού της από την πρώην σύζυγό του και αν και αν.
Και ναι ήμασταν το κοινό που είχε εκπαιδευτεί να παρακολουθεί την ιδιωτικότητα σαν reality, επιτέλους μαζί στο repeat. Δεν είναι ότι παλιότερα «ήμασταν πιο αθώοι», είναι ότι ήμασταν πολύ πιο σκληροί χωρίς να το ομολογούμε.
Και ίσως γι’ αυτό σήμερα η αμηχανία είναι συλλογική. Δεν νιώθει άβολα μόνο ο άνθρωπος που εκτίθεται. Νιώθουμε κι εμείς που το βλέπουμε.
Γιατί καταλαβαίνουμε πια ότι δεν υπάρχει καμία ψυχαγωγία τη στιγμή που ένας άνθρωπος παγώνει μπροστά στην κάμερα.
Δεν υπάρχει χιούμορ όταν κάποιος δεν έχει επιλέξει τι ακριβώς αποκαλύπτεται για τη ζωή του.
Δεν υπάρχει «τηλεοπτικό παιχνίδι» όταν το τίμημα το πληρώνει η αξιοπρέπεια κάποιου άλλου.
Το 2026, λοιπόν, το πρόβλημα δεν είναι ότι συμβαίνουν ακόμα άβολες στιγμές στην τηλεόραση.
Το πρόβλημα είναι ότι συνεχίζουμε να τις αντιμετωπίζουμε σαν ατυχείς εξαιρέσεις, ενώ είναι το πιο γνώριμο σύμπτωμα μιας παλιάς νοοτροπίας που δεν έχει τελειώσει ποτέ πραγματικά, μιας νοοτροπίας που πρώτα εκθέτει και μετά απολογείται.
Πρώτα παίζει το απόσπασμα και μετά θυμάται την ευαισθησία. Πρώτα κάνει τον άνθρωπο θέμα και μετά τον ξαναβαφτίζει αξιοπρεπή επειδή άντεξε την έκθεση, το άδειασμα.
Δεν ξέρω αν οι δημόσιες συγγνώμες αρκούν πια. Ξέρω όμως ότι δεν αρκεί να λέμε «ήταν άβολο».
Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί εξακολουθούμε να παράγουμε τηλεοπτικό προϊόν που έχει ανάγκη την αμηχανία του άλλου για να λειτουργήσει και κάποια στιγμή, ειδικά όταν μιλάμε για ανθρώπους με ιστορία πόνου, ψυχικής δοκιμασίας, οικογένειες και παιδιά πίσω τους, η απάντηση δεν μπορεί να είναι «έτυχε». Δεν έτυχε.
Έτσι είχε μάθει να δουλεύει αυτή η τηλεόραση (εμείς δεν είμαστε σαν τα sites είπε πρόσφατα ο Γιώργος Λιάγκας, ευτυχώς θα πω εγώ) και ίσως ήρθε η ώρα να παραδεχτούμε ότι αυτό δεν είναι απλώς ξεπερασμένο: είναι απάνθρωπο.
Ο Τζώρτζογλου δεν ήθελε ποτέ να τραγουδήσει το «Last Christmas», αλλά υπάρχει καλύτερη version;

