... και έλαχε η μέρα Σάββατο!

... και έλαχε η μέρα Σάββατο!

«Πήγε ο Εβραίος στο παζάρι και έλαχε η μέρα Σάββατο» λέει η παροιμία, αλλά εμένα πράγματι Σάββατο ήταν. Όπως σας έχω διεκτραγωδήσει, αν δεν είναι για θέατρο, δε ξεκουνιέμαι απ'τον καναπέ μου, που να μ'απειλούν με ούζι και καλάσνικοφ μαζί. Εξαίρεση μοναδική; Η Άννα Βίσση! Πάω! Κάθε χρόνο! Ούτε τάμα να το'χα! Και έτσι και φέτος, αν και το καθυστέρησα γιατί συνήθως πάω απ' τις πρώτες, κανόνισα το περασμένο Σάββατο, με καλή παρέα, να βρεθώ στο «12». Τόσο τραγούδι, τόσο συναίσθημα, τόσο κέφι, τόσο φλερτ –έρωτας – καψούρα στη νιότη μου, πώς να μην χτυπήσω τα τακούνια μου ρυθμικά σε ένδειξη σεβασμού και σχεδόν στρατιωτικού χαιρετισμού στην στρατάρχη μας της νύχτας;


Και βάφω βλεφαρίδα, χτενίζω μαλλί (έως που σκέφτηκα να βάψω και ρίζα, αλλά δεν αποθεραπεύτηκα πλήρως για να κάνω τόσο επώδυνο βήμα επανένταξης), φοράω καφτάνι πόθου μανιασμένου, της φίλης μου της Ευγενείας Ζίντρου, ασπρόμαυρο και λατρεμένο, απ' τη νέα της συλλογή, με οικονομικά αλλά πολύ πολύ ψαγμένα και σοφιστικέ ρούχα (μισό παινεύω την Ευγενεία, μισό τον εαυτό μου, τώρα!) και την ώρα που καταφέρνω να κλείσω φερμουάρ χρυσής μπότας στο πόδι μου, που' χει γίνει απ' την ζωή στον καναπέ σαν ιωνικού ρυθμού μαρμαροκολόνα, κτυπάει το τηλέφωνο! Η Άννα είναι άρρωστη απ' την προηγούμενη βραδιά και όσο και αν προσπάθησε δεν μπορεί να εμφανιστεί, παλεύοντας με μια απ' τις χειρότερες ιώσεις που της έχουν συμβεί ποτέ.

Έκοψα δυο τρεις βόλτες με το καφτάνι, από το χωλάκι στο μπάνιο και πάλι στο χωλάκι, το' βγαλα, έβαλα την μαύρη φόρμα μου- που να γίνει το πόδι μου σαν όλο το ναό του Ποσειδώνα, σε κολώνα, στο Σούνιο, πάντα θα μου έρχεται- και κάθισα στον καναπέ μου. Ευτυχώς, που δεν έβαψα και ρίζα...