Πώς μοιάζει πραγματικά η συναισθηματική ωριμότητα στα παιδιά; Μια ψυχοθεραπεύτρια εξηγεί
Η συναισθηματική ωριμότητα δεν σημαίνει ότι το παιδί σου θα γίνει ξαφνικά το «καλό παιδί» που δεν αντιμιλάει, δεν λερώνει και κάνει πάντα ό,τι του λες. Ξέχνα το αυτό. Είναι απλώς η αόρατη βάση που το βοηθάει να μη χάνει τελείως την μπάλα στα δύσκολα — και η προετοιμασία γι' αυτό ξεκινάει πολύ νωρίτερα από όσο φαντάζεσαι.
Αν έχεις αναρωτηθεί ποτέ μήπως το παιδί σου είναι «στο σωστό δρόμο» συναισθηματικά, τότε κάνεις τη σωστή ερώτηση. Ίσως, όμως, να ψάχνεις τα λάθος σημάδια.
Η συναισθηματική ωριμότητα στα παιδιά δεν σημαίνει να είναι ήρεμα, υπάκουα ή εύκολα στη διαχείριση. Σύμφωνα με την ψυχοθεραπεύτρια και συγγραφέα Δρ Lindsay Gibson, πρόκειται για κάτι πολύ πιο εσωτερικό: την ικανότητα να συνδέουν τη σκέψη με το συναίσθημα, να χτίζουν μια σταθερή αίσθηση του εαυτού τους και να πλοηγούνται στις σχέσεις χωρίς να χάνουν τον έλεγχο.
Τα παιδιά που δεν έμαθαν να μιλούν για τα συναισθήματά τους αναπτύσσουν 4 μηχανισμούς ως ενήλικες
Τι είναι η συναισθηματική ωριμότητα στα παιδιά;
Η Gibson περιγράφει τη συναισθηματική ωριμότητα ως «ένα επίπεδο ανάπτυξης - ένα σημείο πολυπλοκότητας και ενοποίησης μέσα στον άνθρωπο». Σκέψου το λιγότερο ως χαρακτηριστικό της προσωπικότητας και περισσότερο ως μια εσωτερική αρχιτεκτονική: τον τρόπο με τον οποίο οι σκέψεις, τα συναισθήματα, τα ένστικτα και η αυτοεπίγνωση του παιδιού συνδέονται μεταξύ τους με την πάροδο του χρόνου.
Όταν αυτή η εσωτερική καλωδίωση λειτουργεί σωστά, το παιδί μπορεί να χρησιμοποιήσει τη σκέψη του για να ηρεμήσει τα συναισθήματά του και να αντλήσει από τα συναισθήματά του για να τροφοδοτήσει τη δημιουργικότητα και τη διαίσθησή του. Ολόκληρη η εσωτερική προσωπικότητα αναπτύσσεται μαζί. Με τον καιρό, σύμφωνα με την Gibson, αυτή η ενσωμάτωση δημιουργεί έναν άνθρωπο με ισχυρή, σταθερή αίσθηση του εαυτού, την ικανότητα να χτίζει και να διατηρεί αληθινές σχέσεις, μια ακριβή αντίληψη για το πώς λειτουργεί ο κόσμος και τη δυνατότητα να απαντά στα προβλήματα αντί απλώς να αντιδρά σπασμωδικά σε αυτά.
Με απλά λόγια, όταν αυτή η εσωτερική αρχιτεκτονική δουλεύει ρολόι, το παιδί σου αποκτά ένα αόρατο, πανίσχυρο GPS για τη ζωή. Δεν γίνεται ένα ρομποτάκι που δεν κλαίει ή δεν θυμώνει ποτέ - κάθε άλλο - αλλά μαθαίνει να μη χάνει την μπάλα όταν τα συναισθήματά του χτυπάνε κόκκινο. Αντί να παθαίνει κρίσεις πανικού ή να ξεσπάει με το παραμικρό, μπορεί να κάτσει, να πάρει μια ανάσα και να σκεφτεί λογικά τι το ζορίζει. Καταλαβαίνει ποιο είναι, τι θέλει, δεν παρασύρεται εύκολα από τους άλλους και, το κυριότερο, βρίσκει λύσεις στα ζόρια του αντί να κάθεται να κλαίει πάνω από το χυμένο γάλα.
Το καλό νέο είναι ότι τα παιδιά έχουν μια έμφυτη ανάγκη να φτάσουν εκεί. «Είναι σαν μικρά πλασματάκια από το διάστημα που προσγειώθηκαν σε αυτόν τον πλανήτη και περνούν τα πρώτα δεκαπέντε χρόνια προσπαθώντας απλώς να καταλάβουν τι συμβαίνει», εξηγεί η ψυχοθεραπεύτρια.
Τα συναισθήματα δεν είναι ταμπού για Gen Z και Gen Alpha & μιλούν γι’ αυτά πιο πολύ από άλλες γενιές
Συναισθηματική ωριμότητα στα παιδιά: Πώς μοιάζει ανά ηλικία
Νήπια (ηλικίες 1- 3): Τα γεμάτα ενέργεια, απαιτητικά χρόνια
Αν το 2χρονο παιδί σου τρέχει προς την αντίθετη κατεύθυνση και αρνείται οτιδήποτε του προτείνεις αυτό δεν είναι ανησυχητικό σημάδι. Αυτό είναι ακριβώς το σημάδι που θέλεις να δεις. Η Gibson λέει ότι το σήμα κατατεθέν της υγιούς συναισθηματικής ανάπτυξης σε αυτό το στάδιο είναι η διαρκής εναλλαγή μεταξύ ανεξαρτησίας και σύνδεσης. Ένα νήπιο που εξελίσσεται σωστά συναισθηματικά θα απομακρυνθεί από εσένα - διεκδικώντας με πάθος την αυτονομία του, θέλοντας να γίνει ο «μικρός κυρίαρχος του σύμπαντός του» - και μετά θα επιστρέψει τρέχοντας για να «γεμίσει τις μπαταρίες του» με αγκαλιές. Αυτός ο κύκλος απομάκρυνσης και επιστροφής είναι ακριβώς αυτό που πρέπει να συμβαίνει. Παραδόξως, ένα πολύ ήσυχο και υπάκουο νήπιο ίσως χρειάζεται περισσότερη προσοχή. Το παιδί που δεν φέρνει ποτέ αντίσταση μπορεί να μην αποκτά αρκετή εμπειρία με την αυτονομία του.
Παιδιά δημοτικού (ηλικίες 5–11): Η εποχή των «κολλητών» και του σχολείου
Μέχρι τα παιδιά να φτάσουν στη σχολική ηλικία, η συναισθηματική δουλειά μετατοπίζεται από την ανεξαρτησία στο σπίτι, στην επιθυμία να ανήκουν στον ευρύτερο κόσμο. Σύμφωνα με την ψυχοθεραπεύτρια, τα σημάδια της υγιούς ανάπτυξης εδώ έχουν να κάνουν με το «θέλω» - θέλουν να φτιάχνουν πράγματα, να κάνουν πράγματα και, πάνω απ' όλα, να έχουν φίλους. Αυτή η εμμονή με την κοινωνική ιεραρχία μπορεί να σου φαίνεται εξαντλητική. Αλλά αναπτυξιακά είναι απολύτως εντός προγράμματος.
Έφηβοι (ηλικίες 12–18): Τα χρόνια που «δεν είσαι πια κουλ»
Οι έφηβοι είναι γνωστοί ότι περνούν πολλές και διαφορετικές φάσεις. Απομακρύνονται, συμπεριφέρονται σαν να τους φέρνεις σε δύσκολη θέση και ξαφνικά έχουν απόψεις που δεν αναγνωρίζεις. Η Gibson είναι ξεκάθαρη σε αυτό. Ο έφηβος που θέλει την ιδιωτικότητά του, στρέφεται προς την παρέα του, προσπαθεί να διαμορφώσει χαρακτήρα - ακόμα και με τρόπους που σου φαίνονται αλλόκοτοι ή εξεζητημένοι - βρίσκεται στον σωστό δρόμο. «Είναι πολύ εύκολο να μην παίρνεις στα σοβαρά τους εφήβους, γιατί σε σύγκριση με την ενήλικη εκδοχή της ωριμότητας, η δική τους δεν της μοιάζει καθόλου. Φαίνεται σαν να ακολουθούν τυφλά το πλήθος ή να θέλουν απλώς να κάνουν οτιδήποτε θα προκαλέσει.. Αλλά αν καταλάβεις ότι αυτό είναι σημάδι της ωρίμανσής τους, όλα αλλάζουν», εξηγεί η ψυχοθεραπεύτρια.
Η ερώτηση 5 λέξεων που βοηθά τους συναισθηματικά ευφυείς ανθρώπους να παίρνουν καλύτερες αποφάσεις
Γιατί η δική σου συναισθηματική ισορροπία μετράει περισσότερο από όσο νομίζεις
Αποδεικνύεται ότι ένα από τα πιο ισχυρά πράγματα που μπορείς να κάνεις για τη συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού σου δεν έχει καμία σχέση με το ίδιο το παιδί. 'Ερευνα της θεωρητικού του δεσμού Mary Main, διαπίστωσε ότι οι γονείς που είχαν επεξεργαστεί ειλικρινά τις δικές τους δυσκολίες στην παιδική ηλικία - που μπορούσαν να μιλήσουν για τις αντιξοότητες με τρόπο που έδειχνε ότι τις είχαν ενσωματώσει και ξεπεράσει - είχαν παιδιά που εμφάνιζαν υψηλότερα ποσοστά ασφαλούς δεσμού. Ακόμη και στην ηλικία των πέντε ετών.
Δεν χρειάζεται να είσαι τέλειος γονιός. Πρέπει να επανορθώνεις.
Κάθε γονιός έχει χάσει τον έλεγχο. Έχει πει το λάθος πράγμα, έχει αφαιρεθεί, έχει αφήσει το άγχος της ημέρας να ξεσπάσει στο παιδί του. Το μήνυμα της Gibson εδώ είναι πραγματικά καθησυχαστικό: η ρήξη δεν είναι το πρόβλημα. Αυτό που κάνεις μετά είναι. Αναφέρεται στο έργο του ερευνητή βρεφικής ηλικίας Ed Tronick, ο οποίος μελέτησε τι χτίζει πραγματικά τη βαθύτερη εμπιστοσύνη μεταξύ γονέα και παιδιού. Το εύρημά του: τα παιδιά των οποίων οι γονείς επέστρεψαν μετά από ένα λάθος - που αναγνώρισαν τι συνέβη, συντονίστηκαν με τα συναισθήματα του παιδιού και έκαναν μια ειλικρινή επανόρθωση- έδειξαν ισχυρότερη εμπιστοσύνη από τα παιδιά των γονέων που σπάνια έκαναν λάθη εξαρχής.
Η μία αλλαγή νοοτροπίας που τα αλλάζει όλα
Όταν ένα παιδί έρχεται σε εσένα με ένα πρόβλημα - το δράμα με μια φιλία, τον δάσκαλο που ήταν άδικος, το παιχνίδι που έσπασε - η φυσική γονεϊκή παρόρμηση είναι είτε να δώσεις αμέσως λύση, είτε να το παρουσιάσεις ως κάτι για το οποίο δεν αξίζει να στενοχωριέται. Η Gibson λέει ότι αυτή η παρόρμηση, όσο καλοπροαίρετη κι αν είναι, κλείνει την πόρτα. «Κάθε πρόβλημα που σου φέρνει το παιδί σου είναι ένα σοβαρό πρόβλημα για εκείνο. Δεν είναι δική σου δουλειά ως γονιός να είσαι ο τελικός κριτής για το αν αυτό είναι κάτι για το οποίο πρέπει να στενοχωριέται», λέει χαρακτηριστικά.
Για να το δεις πιο καθαρά, φαντάσου να ερχόταν η κολλητή σου στενοχωρημένη για κάτι κι εσύ να της απαντούσες εξηγώντας της γιατί δεν είναι και τόσο σπουδαίο θέμα, δίνοντάς της αμέσως συμβουλές.Τα παιδιά δεν διαφέρουν - μόνο που όταν τα απορρίπτουμε, απλά δεν είναι εύκολο να μας μιλήσουν ξανά και να μας εμπιστευτούν για κάτι που τα απασχολεί.
Αυτό που λειτουργεί είναι να σταματήσεις, να εστιάσεις και να ακούσεις χωρίς κριτική.
Άφησέ το να παραγγείλει μόνο του το παγωτό
Όταν ο γιος της ψυχοθεραπεύτριας ήταν μικρός, ρώτησε μια μαμά - της οποίας τα παιδιά ήταν τα πιο αυτόνομα και άνετα με τους ενήλικες που είχε γνωρίσει ποτέ- ποιο ήταν το μυστικό της. Η απάντησή της ήταν σχεδόν ενοχλητικά απλή: τα άφηνε πάντα να μιλάνε για τον εαυτό της. Από τότε που ήταν μικρά, αν ήθελαν κάτι, έπρεπε να το ζητήσουν μόνα τους. Δεν μιλούσε ποτέ αντί γι' αυτά.
Η Gibson επιβεβαιώνει πλήρως αυτή την προσέγγιση - αλλά επαναπροσδιορίζει από πού προέρχεται στην πραγματικότητα αυτή η αυτοπεποίθηση. Δεν είναι μια δεξιότητα που διδάσκεται απλώς εκείνη τη στιγμή. Είναι μια στάση που χτίζεται στο σπίτι, μέσα από μικρές αλληλεπιδράσεις όπου ένα παιδί ζήτησε κάτι, είπε κάτι, ένιωσε κάτι - και οι γονείς του το πήραν στα σοβαρά.
Το πρακτικό συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο: όταν βρίσκεσαι στο ταμείο για παγωτό και ο υπάλληλος ρωτάει το παιδί σου τι θέλει, κάνε πίσω. Είναι εξαιρετικά δελεαστικό να πεταχτείς. Εξάλλου, ξέρεις ήδη ότι θέλει την πολύχρωμη γρανίτα, συν του ότι είναι πιο γρήγορο και στους γονείς αρέσει να είναι αυτοί που ξέρουν τα πάντα. Αλλά κάθε φορά που απαντάς αντί για το παιδί, το εκπαιδεύεις, άθελά σου, να μη μιλάει.
Το να μεγαλώνεις ένα συναισθηματικά ώριμο παιδί δεν σημαίνει να κατασκευάζεις μια τέλεια συμπεριφορά ή να το προστατεύεις από κάθε δυσκολία. Σημαίνει να είσαι ο άνθρωπος που εμπιστεύεται αρκετά ώστε να επιστρέφει σε αυτόν - ξανά και ξανά- καθώς περνάει από κάθε στάδιο για να ανακαλύψει ποιος είναι.
Το δύσκολο νήπιο, το παιδί που έχει εμμονή με τους φίλους του, ο έφηβος που ξαφνικά δεν σε θεωρεί κουλ: όλα τους κάνουν τη δουλειά που πρέπει για την ανάπτυξή τους. Η δουλειά του γονιού , όπως λέει και η ειδικός , είναι να το γνωρίζει αυτό, να μην το παίρνει προσωπικά και να κρατάει την πόρτα ανοιχτή.
Και σε κάθε αναπόφευκτο λάθος, η λύση είναι η επιστροφή και η επανόρθωση, δείχνοντας έτσι στο παιδί ακριβώς πώς αντιμετωπίζονται οι δυσκολίες στην πράξη.
