Πριν υπάρξει η επόμενη Κυψέλη, ας μιλήσουμε επιτέλους για την προστασία των παιδιών
Υπάρχουν ειδήσεις που προκαλούν σοκ. Υπάρχουν άλλες που αφήνουν πίσω τους θυμό, αγανάκτηση, οργή. Και υπάρχουν εκείνες που, πέρα από όλα αυτά, θα έπρεπε να μας υποχρεώνουν να κοιτάξουμε λίγο πιο πέρα από την ίδια την είδηση.
Η υπόθεση στην Κυψέλη είναι μία από αυτές.
Η έρευνα βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη και αρκετά από τα στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, παραμένουν αντικείμενο διερεύνησης. Τι γνωρίζουμε με βεβαιότητα μέχρι σήμερα; Στο διαμέρισμα της οδού Θάσου εντοπίστηκαν έξι άνθρωποι: ένας 43χρονος, μία 38χρονη γυναίκα, ένας 26χρονος άνδρας και τρία παιδιά, ένα κορίτσι 15 ετών και δύο αγόρια 12 και 9 ετών.
Στο ίδιο διαμέρισμα εντοπίστηκε και το βρέφος, ένα αγοράκι ηλικίας περίπου 8 έως 9 μηνών, το οποίο βρέθηκε σε βαλίτσα. Η ιατροδικαστική εξέταση έδειξε πολλαπλά τραύματα από αιχμηρό αντικείμενο στην πλάτη και κατέληξε ότι ο θάνατος οφείλεται σε εγκληματική ενέργεια. Οι έρευνες και οι εργαστηριακές εξετάσεις συνεχίζονται, με τις Αρχές να αναζητούν απαντήσεις για την ταυτότητα του βρέφους και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχασε τη ζωή του.
Επίσης, σύμφωνα με νοσοκομειακές πηγές, η 15χρονη και το 9χρονο αγόρι έχουν διαγνωστεί με σύφιλη, ενώ για το 12χρονο αγόρι βρίσκονταν σε εξέλιξη οι σχετικές εξετάσεις. Τα παιδιά νοσηλεύονται και παρακολουθούνται από γιατρούς, ενώ η κατάσταση της υγείας τους και οι συνθήκες στις οποίες ζούσαν αποτελούν πλέον σημαντικό μέρος της έρευνας.
Δεν θα σταθώ στα υπόλοιπα στοιχεία της υπόθεσης που έρχονται διαρκώς στο φως, επιβεβαιωμένα ή μη. Από τη στιγμή που η υπόθεση βρίσκεται πλέον στα χέρια της Δικαιοσύνης, όλα όσα πρέπει να διερευνηθούν θα πάρουν τον δρόμο τους και, όταν έρθει η ώρα, θα γίνουν γνωστά. Προτιμώ να σταθώ εκεί όπου, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται το πιο σημαντικό κομμάτι αυτής της ιστορίας: στα παιδιά.
Γιατί είναι το σημαντικότερο κομμάτι αυτής της υπόθεσης.
Τρία παιδιά και ένα νεκρό βρέφος βρέθηκαν σε ένα οικογενειακό περιβάλλον όπου, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, υπήρχαν σοβαρά προβλήματα και συνθήκες που εγείρουν εύλογα ερωτήματα για την προστασία τους. Και όσο περισσότερα στοιχεία έρχονται στο φως, τόσο πιο δύσκολο είναι να αγνοήσει κανείς το ερώτημα αν υπήρχαν σημάδια που είχαν γίνει αντιληπτά νωρίτερα και γιατί δεν υπήρξε, όταν χρειαζόταν, η απαραίτητη παρέμβαση.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν οι πληροφορίες που έδωσε στη δημοσιότητα «Το Χαμόγελο του Παιδιού». Οπως έκανε γνωστό τον Απρίλιο του 2020 έλαβε ανώνυμη αναφορά για τρία παιδιά, με αναφορές σε παραμέληση της υγιεινής τους, οικονομική εκμετάλλευση της κόρης, χρήση ουσιών από τους γονείς και πλημμελή εποπτεία. Η αναφορά διαβιβάστηκε στην αρμόδια Εισαγγελία. Το 2024 υπήρξε νέα ανώνυμη κλήση με αναφορές σε σωματική βία και κακοποίηση της κόρης, όμως τότε, σύμφωνα με τον Οργανισμό, δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία για να διαβιβαστεί η αναφορά στις Αρχές. Το «Χαμόγελο» διευκρινίζει, μάλιστα, ότι με τα σημερινά δεδομένα υπάρχουν ομοιότητες με την υπόθεση, χωρίς να μπορεί να επιβεβαιώσει απόλυτα ότι πρόκειται για την ίδια οικογένεια.
Αυτά δεν είναι στοιχεία για να μοιράσουμε εκ των υστέρων ευθύνες. Είναι, όμως, στοιχεία που μας επιβάλλουν να κάνουμε ερωτήσεις, περιμένοντας υπεύθυνες απαντήσεις.
Γιατί το θέμα δεν μπορεί να τελειώνει κάθε φορά με μια συλλογική έκρηξη οργής. Με ένα «πώς είναι δυνατόν;», με ένα «κανείς δεν είδε;», με μια σειρά καταγγελιών και ανακοινώσεων όταν πλέον όλα έχουν αποκαλυφθεί.
Η οργή είναι ανθρώπινη. Η αγανάκτηση είναι απολύτως δικαιολογημένη.
Αλλά από μόνη της δεν προστατεύει κανένα παιδί.
Τα παιδιά χρειάζονται ένα σύστημα που να λειτουργεί πριν φτάσουμε στο σημείο να «γίνουν» είδηση. Πριν χρειαστεί η Αστυνομία. Πριν χρειαστεί ο ιατροδικαστής. Πριν ένα παιδί βρεθεί στο επίκεντρο μιας υπόθεσης που θα απασχολήσει ολόκληρη τη χώρα.
Χρειάζονται δομές προστασίας που να υπάρχουν στην πράξη και όχι μόνο στα χαρτιά. Χρειάζονται επαρκώς στελεχωμένες κοινωνικές υπηρεσίες. Χρειάζονται ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί, παιδοψυχίατροι και άνθρωποι που να μπορούν να αξιολογήσουν μια καταγγελία, να επιστρέψουν σε αυτήν, να ελέγξουν τι έγινε και να μη χαθεί ένας φάκελος ανάμεσα σε διαφορετικές υπηρεσίες.
Χρειάζεται, κυρίως, επικοινωνία.
Η προστασία ενός παιδιού δεν μπορεί να εξαρτάται από το αν δύο υπηρεσίες θα μιλήσουν μεταξύ τους. Δεν μπορεί κάθε φορέας να γνωρίζει μόνο το δικό του κομμάτι μιας ιστορίας και κανείς να μη βλέπει ολόκληρη την εικόνα.
Και φυσικά, χρειάζονται αντανακλαστικά.
Όχι για να τιμωρήσουμε κάποιον εκ των υστέρων, αλλά για να μπορέσουμε να παρέμβουμε εγκαίρως.
Γιατί κάθε φορά που ένα τέτοιο περιστατικό έρχεται στο φως, η αντίδραση είναι περίπου η ίδια: σοκαριζόμαστε, θυμώνουμε, ζητάμε απαντήσεις, αναζητούμε ευθύνες.
Μέχρι το επόμενο περιστατικό.
Και μετά;
Αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο ερώτημα που πρέπει να μας μείνει από την Κυψέλη.
Όχι μόνο «ποιος φταίει;». Αλλά τι πρέπει να αλλάξει ώστε την επόμενη φορά ένα παιδί να προστατευτεί πριν να είναι αργά.
Δεν υπάρχει ένας διακόπτης που θα λύσει το πρόβλημα της παιδικής κακοποίησης, της παραμέλησης και της βίας. Δεν θα εξαφανιστούν όλα τα περιστατικά επειδή θα δημιουργηθεί μία ακόμη υπηρεσία ή θα αλλάξει ένας νόμος.
Κάπου, κάπως όμως, πρέπει να γίνει η αρχή.
Με ένα σύστημα που θα ακούει. Θα ελέγχει. Θα συνδέει τις πληροφορίες. Θα παρεμβαίνει. Θα παρακολουθεί την υπόθεση μέχρι τέλους. Και κυρίως, με ένα σύστημα που θα αντιμετωπίζει το παιδί όχι ως έναν ακόμη αριθμό σε έναν φάκελο αλλά ως έναν άνθρωπο που χρειάζεται κάποιον να σταθεί δίπλα του.
Ναι, οι καταγγελίες έχουν τη σημασία τους. Η διερεύνηση έχει τη σημασία της. Η απόδοση ευθυνών, όταν αυτές προκύψουν, επίσης.
Αλλά η πραγματική επιτυχία θα είναι να μη χρειάζεται κάποτε να μιλάμε για όλα αυτά.
Να έχουμε προλάβει...
