Η πιο νορμάλ ανάρτηση για την Καρυστιανού ήρθε από μια μάνα που έχασε επίσης την κόρη της στα Τέμπη

Ανθή Μιμηγιάννη
Η πιο νορμάλ ανάρτηση για την Καρυστιανού ήρθε από μια μάνα που έχασε επίσης την κόρη της στα Τέμπη

Η Μαρία Ντόλκα δεν λέει ότι συμφωνεί ή διαφωνεί με την επιλογή της Καρυστιανού να πολιτευτεί. Λέει κάτι βαθύτερο και πιο τίμιο. Ότι δεν μπορεί και δεν θέλει να κρίνει. Γιατί ξέρει από πρώτο χέρι πως η μάνα, όταν της κόβουν το οξυγόνο του παιδιού της, θέλει να φέρει τον κόσμο ανάποδα. Και ο τρόπος που θα το κάνει δεν αφορά κανέναν άλλο. Ο στόχος παραμένει ένας. Να μπουν οι ένοχοι φυλακή. Αυτή η τοποθέτηση έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη βιασύνη της δημόσιας σφαίρας να απλοποιήσει, να καταδικάσει, να βαφτίσει τις πράξεις των ανθρώπων. Σαν να ξεχνάμε ότι μιλάμε για γονείς που εδώ και τρία χρόνια αντιμετωπίζουν ένα σύστημα που τους κοροϊδεύει, τους εξαντλεί και τους δοκιμάζει. Σαν να ξεχνάμε ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν ξεκίνησαν τον αγώνα τους από ιδεολογική φιλοδοξία αλλά από ανάγκη δικαίωσης και επιβίωσης.

Η δημόσια συζήτηση γύρω από τα Τέμπη βρίσκεται ξανά σε ένα επικίνδυνο σημείο καμπής. Όχι γιατί αμφισβητείται το έγκλημα, ούτε γιατί ξεθωριάζει η μνήμη των 57 νεκρών, αλλά γιατί ο τρόπος με τον οποίο μιλάμε για τη δικαίωση αρχίζει να γίνεται θορυβώδης, πρόχειρος και σε στιγμές άδικος. Σαν να υπάρχει μια αόρατη βιασύνη να αποφανθούμε, να πάρουμε θέση, να διαλέξουμε πλευρά, να κρίνουμε ανθρώπους που δεν ζητούν ρόλο αλλά οξυγόνο. Και κάπου εκεί, μέσα στον καταιγισμό από γνώμες, ερωτήσεις, πολιτικά σενάρια και τηλεοπτικές αναλύσεις, εμφανίστηκε μια φωνή που δεν ύψωσε τον τόνο της αλλά καθάρισε τον αέρα.

Η τοποθέτηση της Μαρία Ντόλκα, μητέρας της 18χρονης Αναστασία Παπαγγελή, δεν γράφτηκε για να απαντήσει σε πολιτικά διλήμματα, ούτε για να ευθυγραμμιστεί με αφηγήσεις.

Γράφτηκε επειδή κάποια στιγμή, όταν έχεις χάσει το παιδί σου με τρόπο βίαιο, άδικο και κρατικά αδιανόητο, κουράζεσαι να σου ζητούν άποψη σαν να μιλάς από απόσταση. Η MANA δεν μίλησε ως σχολιάστρια της επικαιρότητας, μίλησε ως μάνα που από τις 28 Φεβρουαρίου 2023 είδε τον χρόνο να σταματά, το κράτος να εξαφανίζεται και την αλήθεια να γίνεται κάτι που πρέπει να αναζητήσεις μόνη σου, σχεδόν στα τυφλά.

Περιγράφει μια διαδρομή γεμάτη μοναξιά, συλλογικότητα, αγώνα και εξάντληση. Περιγράφει πώς οι γονείς αναγκάστηκαν να κάνουν αυτό που κανονικά θα έπρεπε να κάνει το κράτος. Να ψάξουν στοιχεία, να σταθούν σε χώρους που έμοιαζαν με απέραντα νεκροταφεία, να αντιμετωπίσουν απαξίωση, ειρωνεία και κλειστές πόρτες. Περιγράφει πώς τα παιδιά τους αντιμετωπίστηκαν σαν «λεκές» που έπρεπε να καθαριστεί γρήγορα. Και μέσα σε αυτή τη συντριβή, περιγράφει και τη συλλογική προσπάθεια, τις συναντήσεις, τις πορείες, τα δικαστήρια, τις αίθουσες όπου οι μάνες κάθονται δίπλα δίπλα, όχι γιατί συμφωνούν σε όλα, αλλά γιατί μοιράζονται το ίδιο αβάσταχτο κενό.

Όχι για να την εξιδανικεύσει και όχι για να την προστατεύσει από κάθε κριτική αλλά για να πει κάτι που στον δημόσιο διάλογο μοιάζει σχεδόν απαγορευμένο. Ότι όταν σου σκοτώνουν το παιδί, δεν υπάρχει ένας σωστός τρόπος να σταθείς. Δεν υπάρχει εγχειρίδιο πένθους, δεν υπάρχει υποχρεωτική διαδρομή αγώνα, δεν υπάρχει καθολικά αποδεκτή μορφή αντίδρασης. Κάποιος θα βγει στον δρόμο, κάποιος θα κλειστεί στο σπίτι, κάποιος θα πιστέψει στη Δικαιοσύνη, κάποιος θα πάψει να την πιστεύει, κάποιος θα στραφεί στην πολιτική, κάποιος θα τη μισήσει. Και όλοι έχουν δικαίωμα.

Λέει κάτι βαθύτερο και πιο τίμιο. Ότι δεν μπορεί και δεν θέλει να κρίνει. Γιατί ξέρει από πρώτο χέρι πως η μάνα, όταν της κόβουν την ανάσα του παιδιού της, θέλει να σκίσει τα βουνά. Και ο τρόπος που θα το κάνει δεν αφορά κανέναν άλλο. Ο στόχος παραμένει ένας. Να μπουν οι ένοχοι φυλακή. Όλα τα υπόλοιπα είναι δρόμοι, όχι ταυτότητες.

Αυτή η τοποθέτηση έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη βιασύνη της δημόσιας σφαίρας να απλοποιήσει, να καταδικάσει, να βαφτίσει τις πράξεις των ανθρώπων. Σαν να ξεχνάμε ότι μιλάμε για γονείς που εδώ και τρία χρόνια αντιμετωπίζουν ένα σύστημα που τους κοροϊδεύει, τους εξαντλεί και τους δοκιμάζει. Σαν να ξεχνάμε ότι η λέξη «Τέμπη» ήταν για μήνες απαγορευμένη στους διαδρόμους της Βουλής. Σαν να ξεχνάμε ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν ξεκίνησαν τον αγώνα τους από ιδεολογική φιλοδοξία αλλά από ανάγκη επιβίωσης.

Το παρακάτω κείμενο της χαροκαμένης μάνας είναι σημαντικό γιατί επαναφέρει κάτι που χάθηκε μέσα στη φασαρία. Την έννοια της ενσυναίσθησης χωρίς όρους. Δεν ζητά να συμφωνήσεις. Δεν ζητά να χειροκροτήσεις. Ζητά να καταλάβεις ότι η δικαίωση δεν είναι ίδιο μονοπάτι για όλους. Ότι η πολιτική επιλογή ενός ανθρώπου που πενθεί δεν ακυρώνει τον πόνο του, όπως και η σιωπή ενός άλλου δεν σημαίνει αδιαφορία. Ότι το έγκλημα των Τεμπών δεν ανήκει σε κανέναν, ούτε σε κόμματα, ούτε σε πρόσωπα, ούτε σε αφηγήσεις.

Σε χαλεπούς καιρούς όπου η κοινωνία δείχνει έτοιμη να κατασπαράξει ακόμα και εκείνους που πενθούν, η φωνή αυτής της μάνας είναι μαχαιριά για όλους. Η οποία μάνα, δεν λέει ότι πρέπει να συμφωνήσουμε όλοι, λέει ότι πρέπει να μάθουμε να σεβόμαστε. Αυτή η μάνα, δεν αρνείται την πολιτική διάσταση, θυμίζει όμως ότι καμία πολιτική ανάγνωση δεν δικαιούται να ακυρώνει την ανθρώπινη. Και, πάνω απ’ όλα, βάζει ένα όριο που δεν θα έπρεπε καν να συζητιέται: κανείς δεν έχει το δικαίωμα να υποδείξει σε μια μάνα πώς θα αγαπήσει, πώς θα πονέσει και πώς θα παλέψει για το παιδί της.

Η πιο νορμάλ τοποθέτηση για την Καρυστιανού δεν ήρθε από αναλυτές, ούτε από τηλεοπτικά πάνελ. Ήρθε από μια γυναίκα που κάθε χρόνο στα γενέθλιά της δεν ακούει πια το «χρόνια πολλά» της κόρης της. Και αυτό από μόνο του θα έπρεπε να μας κάνει πιο προσεκτικούς, πιο σιωπηλούς και πιο έντιμους.

Γιατί στο ίδιο τρένο ήταν η Μάρθη και η Αναστασία. Και άλλες ψυχές. Και καμία μάνα και κανείς συγγενής δεν οφείλει να απολογείται για τον τρόπο που προσπαθεί να φτάσει στη δικαίωση. Με όποιον δρόμο μπορεί. Με όποιο κόστος αντέχει. Με όση ελπίδα της έχει απομείνει.

Αναλύτικα η ανάρητηση

DPG Network