Όταν οι θεωρίες συνωμοσίας στα social γίνονται κοινωνικό αυτογκόλ
Δεν είναι θέμα online dating. Είναι θέμα εμπιστοσύνης, κοινής πραγματικότητας και του πώς σε «διαβάζουν» πριν καν σου μιλήσουν.
Κάθε δημόσια ανάρτηση στα social media λειτουργεί πλέον σαν βιογραφικό χαρακτήρα. Δεν δηλώνει απλώς άποψη, ούτε καταγράφει μια στιγμιαία σκέψη. Δηλώνει πώς αντιλαμβάνεσαι τον κόσμο, αν μοιράζεσαι κοινό έδαφος με τους άλλους και, τελικά, αν μπορεί κανείς να σταθεί απέναντί σου χωρίς να χρειαστεί να διαπραγματευτεί την ίδια την πραγματικότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, οι θεωρίες συνωμοσίας δεν είναι μια αθώα ιδιαιτερότητα, ούτε μια «εναλλακτική ματιά». Είναι σήμα. Και συχνά, σήμα κινδύνου.
Μια πρόσφατη επιστημονική μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Personality and Social Psychology Bulletin εξέτασε τι συμβαίνει όταν κάποιος εκφράζει πίστη σε θεωρίες συνωμοσίας μέσα από δημόσια προφίλ.
Γιατί η Alexa «ακυρώνει» τα Χριστούγεννα του 2026; Το viral μυστήριο και η πρόβλεψη της Sloan Bella
Γιατί περνάει πιο γρήγορα ο χρόνος μετά τον Covid-19 το 2020; Οι θεωρίες συνωμοσίας και η εξήγηση
Ποιοι πιστεύουν στις θεωρίες συνωμοσίας και πώς η παραπληροφόρηση καταφέρνει να επηρεάζει
Το αρχικό ερευνητικό πεδίο ήταν το online dating, όμως τα ευρήματα ξεπερνούν κατά πολύ το πλαίσιο του φλερτ. Γιατί αυτό που αξιολογείται δεν είναι η ερωτική προοπτική, αλλά η κοινωνική αναγνωσιμότητα του ατόμου.
Οι συμμετέχοντες στη μελέτη κλήθηκαν να δουν προφίλ ανθρώπων που είτε εξέφραζαν ανοιχτά πίστη σε θεωρίες συνωμοσίας είτε δεν τις ανέφεραν καθόλου. Τα αποτελέσματα ήταν σταθερά και επαναλαμβανόμενα: τα άτομα που συνδέονταν με συνωμοσιολογικές πεποιθήσεις θεωρήθηκαν λιγότερο αξιόπιστα, λιγότερο ειλικρινή, λιγότερο ευφυή και λιγότερο κοινωνικά ασφαλή. Το μοναδικό χαρακτηριστικό στο οποίο «υπερείχαν» ήταν η αίσθηση της ιδιαιτερότητας. Με άλλα λόγια, ξεχώριζαν, αλλά όχι με τρόπο που να προκαλεί εμπιστοσύνη ή επιθυμία σύνδεσης.
Αυτό έχει σημασία, γιατί αποκαλύπτει κάτι που συχνά αποφεύγουμε να παραδεχτούμε: στα social media δεν κρινόμαστε μόνο για όσα λέμε, αλλά για το αν ο άλλος νιώθει ότι μπορεί να συνυπάρξει μαζί μας χωρίς να καταρρεύσει το πλαίσιο της λογικής συνεννόησης. Οι θεωρίες συνωμοσίας λειτουργούν ως δήλωση ότι ο συνομιλητής ενδέχεται να απορρίπτει βασικούς μηχανισμούς τεκμηρίωσης, επιστημονικής συναίνεσης ή κοινής εμπειρικής πραγματικότητας. Και αυτό, κοινωνικά, μεταφράζεται σε ρίσκο.
Το online dating απλώς έκανε αυτό το κόστος ορατό, μέσα από τα likes και τα swipes. Στην πραγματική ζωή, όμως, το ίδιο φαινόμενο επεκτείνεται παντού: στις φιλίες, στις επαγγελματικές σχέσεις, στη δημόσια εικόνα. Όταν κάποιος επιλέγει να ανεβάζει ή να υιοθετεί συνωμοσιολογικό περιεχόμενο, δεν δηλώνει μόνο δυσπιστία προς την εξουσία ή τα συστήματα. Δηλώνει και απροθυμία να συμμετάσχει σε μια κοινή, έστω ατελή, βάση κατανόησης του κόσμου.
Η έρευνα δείχνει επίσης κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον: οι άνθρωποι που εκφράζουν τέτοιες πεποιθήσεις συχνά θεωρούν ότι έτσι «ξεχωρίζουν» ή αποκαλύπτουν μια βαθύτερη αλήθεια που οι άλλοι δεν βλέπουν.
Κοινωνικά, όμως, αυτό διαβάζεται διαφορετικά. Διαβάζεται ως απομάκρυνση από τη συλλογική λογική, ως δυσκολία συνεργασίας και ως πιθανή αδυναμία αυτοκριτικής. Δεν είναι τυχαίο ότι τα ίδια άτομα αξιολογούνται ως λιγότερο φιλικά, λιγότερο καλοπροαίρετα και λιγότερο ασφαλή συναισθηματικά.
Το κρίσιμο σημείο εδώ δεν είναι να «απαγορευτούν» οι απόψεις ή να αστυνομευτεί ο λόγος. Είναι να κατανοηθεί ότι οι απόψεις δεν αιωρούνται στο κενό. Έχουν κοινωνικό αποτύπωμα. Και στα social, όπου όλα είναι δημόσια, μόνιμα και επαναλαμβανόμενα, αυτό το αποτύπωμα γίνεται ταυτότητα.
Οι θεωρίες συνωμοσίας δεν αποτυγχάνουν επειδή είναι ακραίες. Αποτυγχάνουν επειδή διαρρηγνύουν την έννοια της κοινής πραγματικότητας. Και χωρίς αυτήν, καμία σχέση, καμία συνεργασία και καμία ουσιαστική επικοινωνία δεν μπορεί να σταθεί. Το dating απλώς το φώναξε πρώτο. Τα social το επιβεβαιώνουν καθημερινά.
Τελικά, το ερώτημα δεν είναι αν «δικαιούσαι» να πιστεύεις ό,τι θέλεις. Το ερώτημα είναι αν καταλαβαίνεις τι δηλώνεις για σένα, κάθε φορά που το δημοσιοποιείς. Γιατί πριν σε γνωρίσουν, πριν σου μιλήσουν, πριν σε εμπιστευτούν, οι άλλοι σε έχουν ήδη διαβάσει. Και συχνά, έχουν ήδη αποφασίσει αν θέλουν να συνεχίσουν τη συζήτηση.
