Ηλικία και σχέσεις: γιατί ο κανόνας «μισή ηλικία συν επτά» δεν λειτουργεί για όλους
Πίσω από τον κανόνα «μισή ηλικία συν επτά» υπάρχει η ανάγκη για απλές απαντήσεις σε σύνθετα ερωτήματα όμως η έρευνα αποκαλύπτει ότι οι ηλικιακές προτιμήσεις στις σχέσεις είναι πολύ πιο σύνθετες και άνισες από μια εξίσωση.
Ο κανόνας «μισή ηλικία συν επτά» παρουσιάζεται εδώ και δεκαετίες ως ένας άτυπος κοινωνικός μπούσουλας για το ποια ηλικία θεωρείται αποδεκτή στις ερωτικές σχέσεις. Εμφανίζεται συχνά σε συζητήσεις, αστεϊσμούς και κοινωνικά σχόλια, λειτουργώντας ως ένας γρήγορος τρόπος να κριθεί αν μια σχέση ξεφεύγει ή όχι από τα όρια του κοινωνικά ανεκτού. Η απλότητά του τον καθιστά ελκυστικό. Όμως η επιστήμη δείχνει ότι η ανθρώπινη έλξη και οι ηλικιακές προτιμήσεις δεν υπακούουν σε μαθηματικούς τύπους.
Σύμφωνα με τον κανόνα, η ελάχιστη αποδεκτή ηλικία ενός συντρόφου προκύπτει αν διαιρέσει κανείς την ηλικία του δια δύο και προσθέσει επτά χρόνια.
Αντίστοιχα, το ανώτατο όριο υπολογίζεται αφαιρώντας επτά χρόνια από την ηλικία και διπλασιάζοντας το αποτέλεσμα. Ο κανόνας αυτός δίνει την αίσθηση μιας συμμετρίας και μιας δήθεν αντικειμενικότητας. Στην πράξη όμως, σπάνια αντικατοπτρίζει το πώς σκέφτονται και αισθάνονται πραγματικά οι άνθρωποι.
Ο επιστημονικός λόγος που οι άνδρες δεν ακούνε όταν προσπαθείς να τους μιλήσεις για τα συναισθήματά
8 σημάδια ότι βρίσκεσαι σε μια σπάνια σχέση που μπορεί πραγματικά να κρατήσει για πάντα
Ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι οι ηλικιακές προτιμήσεις διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με το φύλο, το είδος της σχέσης και το στάδιο ζωής. Μελέτη των Buunk και συνεργατών ανέδειξε ότι άνδρες και γυναίκες δεν εφαρμόζουν τον ίδιο κανόνα ούτε με τον ίδιο τρόπο ούτε με την ίδια αυστηρότητα. Οι προτιμήσεις διαφοροποιούνται όταν πρόκειται για γάμο, σοβαρή σχέση, περιστασιακή επαφή ή φαντασίωση.
Στους άνδρες, ο κανόνας φαίνεται να λειτουργεί σχετικά καλύτερα μόνο ως προς το κατώτατο όριο ηλικίας για μακροχρόνιες σχέσεις.
Ακόμη κι εκεί όμως, οι ίδιοι συχνά δηλώνουν προτιμήσεις πιο συντηρητικές από αυτές που ο τύπος θεωρεί αποδεκτές. Με άλλα λόγια, πολλοί άνδρες επιλέγουν συντρόφους μεγαλύτερης ηλικίας από το μαθηματικό ελάχιστο. Όταν όμως εξετάζεται το ανώτατο όριο, ο κανόνας αποτυγχάνει σχεδόν πλήρως. Οι άνδρες δεν δείχνουν αυξανόμενη αποδοχή για μεγαλύτερες ηλικίες όσο μεγαλώνουν. Αντίθετα, μετά από ένα σημείο, οι μέγιστες ηλικίες που θεωρούν ελκυστικές παραμένουν κοντά στη δική τους ηλικία ή και χαμηλότερες.
Στις γυναίκες, η απόσταση ανάμεσα στον κανόνα και την πραγματικότητα είναι ακόμη μεγαλύτερη.
Ο κανόνας τείνει να υποτιμά το κατώτατο όριο ηλικίας που οι ίδιες θεωρούν αποδεκτό. Παρότι ο μαθηματικός τύπος επιτρέπει μεγάλες ηλικιακές διαφορές προς τα κάτω, οι περισσότερες γυναίκες δηλώνουν ότι αισθάνονται άνετα με συντρόφους κοντά στη δική τους ηλικία ή ελαφρώς μεγαλύτερους, ειδικά όταν πρόκειται για σοβαρή σχέση ή γάμο. Ακόμη και στο επίπεδο της φαντασίωσης, οι προτιμήσεις τους εμφανίζονται πιο περιορισμένες από αυτές που προβλέπει ο κανόνας.
Το ίδιο ισχύει και για το ανώτατο όριο ηλικίας. Ο κανόνας συχνά «νομιμοποιεί» ηλικιακές διαφορές που οι ίδιες οι γυναίκες δεν θεωρούν ρεαλιστικές ή επιθυμητές. Όσο αυξάνεται η ηλικία, τόσο διευρύνεται το χάσμα ανάμεσα σε αυτό που ο τύπος θεωρεί κοινωνικά αποδεκτό και σε αυτό που οι γυναίκες δηλώνουν ότι θα επέλεγαν στην πράξη.
Η εμμονή με τον κανόνα δεν είναι τυχαία. Σε κοινωνίες όπου οι ηλικιακές διαφορές κρίνονται έντονα και συχνά γίνονται αντικείμενο σχολιασμού, ένας απλός αριθμητικός κανόνας προσφέρει ένα είδος άτυπης άδειας. Αν μια σχέση βρίσκεται εντός των «ορίων», φαίνεται να προστατεύεται από την κοινωνική κριτική. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η άδεια δεν βασίζεται σε πραγματικές ανθρώπινες προτιμήσεις αλλά σε μια αφηρημένη σύμβαση.
Στο ελληνικό κοινωνικό πλαίσιο, όπου οι σχέσεις με διαφορά ηλικίας συχνά αντιμετωπίζονται με καχυποψία ή ειρωνεία, ο κανόνας χρησιμοποιείται συχνά ως άλλοθι. Όμως τα δεδομένα δείχνουν ότι οι άνθρωποι δεν επιλέγουν συντρόφους με βάση εξισώσεις. Λαμβάνουν υπόψη κοινό στάδιο ζωής, στόχους, δυναμική εξουσίας, κοινωνική εικόνα και προσωπική άνεση. Παράγοντες που καμία μαθηματική φόρμουλα δεν μπορεί να αποτυπώσει.
Το συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο.
Ο κανόνας «μισή ηλικία συν επτά» δεν αποτελεί αξιόπιστο οδηγό για τις σχέσεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις είναι υπερβολικά αυστηρός, αλλά πολύ συχνότερα είναι υπερβολικά επιεικής, προτείνοντας ηλικιακά σχήματα που οι ίδιοι οι άνθρωποι δεν αισθάνονται άνετα να ζήσουν. Η ηλικία στις σχέσεις δεν είναι αριθμητικό πρόβλημα προς επίλυση. Είναι κοινωνικό, ψυχολογικό και βαθιά ανθρώπινο ζήτημα. Και αυτός είναι ακριβώς ο λόγος που καμία εξίσωση δεν μπορεί να το λύσει.
