Ιανουάριος 2026: μήνας χωρίς δικαίωμα στη δυσφορία; Η εμμονή με την ευτυχία και η τοξική θετικότητα
Μήπως ο εαυτός μας πιέζεται να αλλάξει από την πρώτη κιόλας μέρα; Μήπως η εμμονική ανάγκη να ξεκινήσουμε «σωστά» μάς εγκλωβίζει σε μια μόνιμη αξιολόγηση του πώς νιώθουμε; Μήπως η απαίτηση να είμαστε επιτέλους καλά αφήνει εκτός όσα δεν χωρούν στο αφήγημα της ευτυχίας; Η Σοφία Ανδρεοπούλου, MSc, ψυχολόγος και παιδοψυχολόγος, απαντά σε ερώτημά μας για την εμμονή με την ευτυχία και την τοξική θετικότητα, καταθέτοντας μια τεκμηριωμένη και καθαρή ανάγνωση του φαινομένου.
Ιανουάριος. Ο μήνας που, περισσότερο από κάθε άλλον, σηκώνει πάνω του το βάρος των προσδοκιών μας. Ο απολογισμός της χρονιάς που πέρασε, οι υποσχέσεις προς έναν καλύτερο εαυτό, η εμμονική ανάγκη να ξεκινήσουμε «σωστά», να νιώσουμε αλλιώς, να είμαστε επιτέλους καλά. Σχεδόν ανεπαίσθητα, η ευτυχία παύει να είναι εμπειρία και μετατρέπεται σε μέτρο αξίας, σε κριτήριο επάρκειας, σε κοινωνικό καθήκον. Όποιος δεν δείχνει φωτεινός, λειτουργικός και αισιόδοξος, μοιάζει να μένει πίσω, σαν να απέτυχε όχι σε μια συγκυρία αλλά σε μια υποτιθέμενη ηθική υποχρέωση απέναντι στη ζωή. Κάπως έτσι, η εσωτερική πολυπλοκότητα απλοποιείται βίαια και το ανθρώπινο βίωμα συμπιέζεται σε εύπεπτες φράσεις, χαμόγελα και κλισέ.
Σε αυτό το κλίμα, η θετικότητα δεν ίείναι πάντα στήριγμα αλλά συχνά φίμωτρο. Δεν προσφέρει χώρο κατανόησης αλλά επιβάλλει σιωπή, δεν αντέχει τη δυσφορία και γι’ αυτό την απορρίπτει ως αποτυχία. Η σύγχρονη κουλτούρα ευεξίας, όσο κι αν υπόσχεται λύτρωση, δείχνει να φοβάται βαθιά την ανθρώπινη αλήθεια, εκείνη που περιλαμβάνει ρωγμές, θυμό, απώλεια, αμφιβολία. Κι όμως, χωρίς αυτά, τίποτα ουσιαστικό δεν μπορεί να επεξεργαστεί, τίποτα δεν μπορεί να ωριμάσει. Η ευτυχία, όταν αποκόβεται από το σύνολο της συναισθηματικής εμπειρίας, καταλήγει εύθραυστη, επιφανειακή και τελικά ξένη προς εκείνον που υποτίθεται πως αφορά.
Η Σοφία Ανδρεοπούλου, MSc, ψυχολόγος και παιδοψυχολόγος, απαντά σε ερώτημά μας γύρω από την εμμονή με την ευτυχία και την τοξική θετικότητα, καταθέτοντας μια τεκμηριωμένη και καθαρή ανάγνωση του φαινομένου. Μέσα από την ανάλυσή της, σκιαγραφεί πώς η αναζήτηση της ευτυχίας μετατράπηκε σταδιακά σε κοινωνικό καταναγκασμό και πώς η λεγόμενη τοξική θετικότητα, αντί να λειτουργεί υποστηρικτικά, υπονομεύει την ψυχική ισορροπία και τη βαθιά συναισθηματική επεξεργασία.
Η εμμονή με την ευτυχία και η τοξική θετικότητα
Πριν από πολλά χρόνια, διάβασα κάπου ότι στην Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ (1776), στην οποία στηρίχτηκε μετέπειτα το αμερικάνικο σύνταγμα, η αναζήτηση της ευτυχίας θεωρείται αναφαίρετο δικαίωμα του ανθρώπου, μαζί με την ζωή και την ελευθερία. Αυτό πραγματικά με ενθουσίασε τότε. Ένιωθα πως είναι θαυμάσιο η κοινωνία να προστατεύει το δικαίωμα του ανθρώπου όχι απλώς να επιβιώνει και να είναι ελεύθερος, αλλά και να αναζητά την ευτυχία.
Ωστόσο, καθώς τα χρόνια περνούσαν, άρχισα να συνειδητοποιώ πως τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά σήμερα. Η παράμετρος που τα έχει αλλάξει όλα είναι το διαδίκτυο το οποίο πολλαπλασιάζει τη μετάδοση των πληροφοριών κάνοντας πολύ ευκολότερη τη δημιουργία μιας «μόδας», μιας συλλογικής εμμονής με κάτι. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο με την τεράστια εμμονή τους στην εξωτερική εικόνα, στο «φαίνεσθαι». Στις οθόνες, λοιπόν, πρέπει να φαινόμαστε πάντα επιτυχημένοι και ευτυχισμένοι – οπότε αυτό πρέπει να κυνηγάμε άσχετα με το τι πραγματικά συμβαίνει στη ζωή μας.
Κάπως έτσι, η «αναζήτηση της ευτυχίας» από δικαίωμα μετατράπηκε σε υποχρέωση. Πρέπει υποχρεωτικά να είμαστε –ή να δείχνουμε– ευτυχισμένοι, αλλιώς …καταδικαζόμαστε αιώνια στο κοινωνικό περιθώριο. Είμαστε υποχρεωμένοι να αναζητάμε διαρκώς την ευτυχία και να παριστάνουμε ότι τη βρίσκουμε, αλλιώς θα καταλήξουμε παρίες που όλοι θα τους λυπούνται και θα τους περιφρονούν. Η «ευτυχία» όχι απλώς είναι της μόδας, αλλά έχει γίνει πια κάτι σαν σλόγκαν με τεράστια εμπορική αξία. Στον 21ο αιώνα η ευτυχία πουλάει και το κυνήγι της ευτυχίας έχει εξελιχθεί σε παγκόσμια ψύχωση (ή τουλάχιστον σε ψύχωση του δυτικού κόσμου).
Προφανώς, η «αναζήτηση της ευτυχίας» βοηθάει πολλούς ανθρώπους να βγάλουν χρήματα: γκουρού ευεξίας, γιόγκι, life coaches και συγγραφείς αυτοβελτίωσης. Την ίδια ώρα, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν δώσει βήμα σε πολλούς άλλους «ειδικούς»: διάσημους σταρ και influencers που ευαγγελίζονται ότι «όλα θα πάνε καλά», αν βέβαια τους πατήσετε like (στην καλύτερη περίπτωση) ή αγοράσετε το τάδε προϊόν. Πρόκειται για μια κανονική «βιομηχανία της ευεξίας ή της ευτυχίας» με τεράστιο τζίρο (λένε γύρω στα 33 δισ. Ευρώ!).
Και βέβαια οι περισσότερες συμβουλές και παραινέσεις που μεταφέρονται μέσα από το διαδίκτυο αφορούν πολύ επιφανειακή διαχείριση των θεμάτων. Δεν εξετάζουν συνήθως τι πραγματικά είναι η ευτυχία ή τι μας δυσκολεύει να είμαστε ευτυχείς – αλλά μένουν σε εξωτερικούς τρόπους που υποτίθεται πως θα συμβάλλουν στην ευτυχία μας όπως να «βλέπουμε θετικά τη ζωή μας», να λέμε θετικές φράσεις στον εαυτό μας, να κάνουμε την τάδε άσκηση, να τρώμε το δείνα φρούτο. Όλη αυτή η εμμονή με την θετική στάση οδήγησε τελικά σε αρνητικά αποτελέσματα – και έτσι γεννήθηκε ο όρος «τοξική θετικότητα».
Την πρώτη φορά που άκουσα τη φράση «τοξική θετικότητα», δεν σας κρύβω ότι θύμωσα. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ακόμα και στην θετικότητα κάποιοι απέδιδαν μια αρνητική χροιά. Μου φαινόταν σαν ένα επιχείρημα υπερ της αρνητικότητας. Βασικά, μου φαινόταν σαν ένα κακόγουστο αστείο. Ωστόσο, όταν ηρέμησα λίγο, άρχισα να το ξανασκέφτομαι. Υπάρχει περίπτωση η θετικότητα να έχει αρνητική επίδραση, αναρωτήθηκα. Πότε θα μπορούσε να είναι άσχημο το να βλέπω κάτι θετικά;
Η τοξική θετικότητα είναι η άποψη ότι όσο δύσκολη και αν είναι μια κατάσταση, οι άνθρωποι πρέπει να διατηρούν πάντοτε θετική νοοτροπία, πρέπει να είναι σε θέση να αντιμετωπίζουν τα πάντα με χαμόγελο και θετικότητα. Αυτό βέβαια συχνά οδηγεί σε μια απώθηση ή αποφυγή των δυσάρεστων συναισθημάτων, σε μια απόκρυψη των δυσάρεστων καταστάσεων. Πολλοί άνθρωποι, προκειμένου να διατηρήσουν μια επιφανειακά ευχάριστη εικόνα, θα κρυφτούν πίσω από το δαχτυλάκι τους και θα αποφύγουν να εκφράσουν οτιδήποτε δυσάρεστο. Αυτό συχνά καταλήγει σε μια επίπλαστη εικόνα, σε επιδερμικές σχέσεις, σε μια νευρωτική προσπάθεια να διατηρηθεί αυτή η επίπλαστη θετική εικόνα. Με αυτή την έννοια, η τοξική θετικότητα συνδέεται με την άρνηση και την απώθηση - είναι ένας μηχανισμός άμυνας, ένας τρόπος για να αποφύγουμε τα αληθινά συναισθήματα, τα δικά μας και των άλλων.
Οι άνθρωποι που επιδίδονται στην τοξική θετικότητα, αποφεύγουν να επεξεργαστούν αυτό που νιώθουν και αποφεύγουν να ακούσουν αυτό που οι άλλοι νιώθουν. Έτσι όμως, αφενός τα συναισθήματα αυτά φουντώνουν και αφετέρου, χάνεται όλη η λειτουργικότητα των συναισθημάτων. Γιατί τα συναισθήματα είναι μηχανισμοί πολύτιμοι για την επιβίωσή μας – και δεν θα έπρεπε να τα αγνοούμε. Ο θυμός, ο φόβος, όλα τα «δυσάρεστα» συναισθήματα μας δείχνουν ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά, και μας προετοιμάζουν για να δράσουμε. Αν, επομένως, τα αγνοούμε ή τα «κουκουλώνουμε» τότε δεν δρούμε – και η κατάσταση στη ζωή μας πιθανότατα θα χειροτερέψει.
Επιπλέον, η τοξική θετικότητα κάνει τον άνθρωπο που την εισπράττει να νιώθει ότι οι άλλοι δεν τον καταλαβαίνουν, να έχει ενοχές που νιώθει άσχημα, να νιώθει ότι είναι αγνώμων και αχάριστος – συχνά μάλιστα φοβάται ότι μπορεί να τιμωρηθεί γι’ αυτό από τον Θεό ή το σύμπαν!
Ας πάρουμε για παράδειγμα την Ελένη, η οποία ήταν όμορφη, έξυπνη, είχε την τέλεια δουλειά, το τέλειο σπίτι, και ανέβαζε τις τέλειες φωτογραφίες που όλοι τις ζήλευαν. Κάποια μέρα, δυστυχώς η Ελένη απελύθη από την τέλεια δουλειά της και δεν έχει βρει ακόμα άλλη δουλειά. Ξαφνικά, η Ελένη κατέρρευσε. Έχει πάρει πολύ άσχημα την απόλυση της, η οποία της φαίνεται άδικη και την θυμώνει, ενώ η προσωρινή ανεργία της τη γεμίζει άγχος, παρότι δεν έχει άμεσο οικονομικό πρόβλημα και ξέρει ότι κάποια στιγμή θα βρει δουλειά καθώς υπάρχει ζήτηση για την ειδικότητά της. Δεν ανεβάζει πια φωτογραφίες από την τέλεια ζωή της που δεν είναι πια τέλεια. Συχνά νιώθει άδεια, μόνη και αποτυχημένη!
Εκφράζει την έντονη δυσφορία της στις φίλες της αλλά εκείνες μάλλον δεν καταφέρνουν να την καταλάβουν. Συνήθως απαντούν με τις φράσεις-κλισέ που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο: «υπάρχει λόγος που έγινε αυτό», «δες το θετικά», «κάθε κρίση είναι μια ευκαιρία», «δεν λες που είσαι γερή – η Κατερίνα ανακάλυψε πως έχει καρκίνο»… και άλλα τέτοια. Μπορεί όλα αυτά να τα λένε με καλή πρόθεση για να την παρηγορήσουν, αλλά το αποτέλεσμα δεν είναι καθόλου καλό για την Ελένη, η οποία νιώθει άσχημα που συνεχίζει να νιώθει άσχημα μετά από τόσες προσπάθειες των φίλων της. Έτσι στον αρχικό της θυμό και στο άγχος της τώρα προστίθεται η ενοχή και η αίσθηση ότι είναι αχάριστη αφού γκρινιάζει αντί να «ευχαριστεί το σύμπαν για όλα τα καλά που έχει»! Η τοξική θετικότητα των φίλων της λοιπόν δεν ωφελεί καθόλου την Ελένη!
Παράλληλα, κάτι άλλο που δεν την ωφελεί καθόλου είναι οι προσδοκίες που είχε μέχρι τότε από τη ζωή της: θεωρούσε ότι ήταν αυτονόητο πως θα προχωρεί καλά στη ζωή της, θα είναι επιτυχημένη και θα είναι ευτυχισμένη! Θεωρούσε πως ήταν δεδομένο είτε ότι όλα θα πηγαίνουν όπως τα θέλει, είτε ότι θα καταφέρνει να τα βλέπει θετικά έστω κι αν δεν είναι. Κι έτσι, τώρα που νιώθει χάλια και που δεν μπορεί τίποτα θετικό να βρει, καταρρακώνεται. Οι μη ρεαλιστικές προσδοκίες που είχε από παλιά τώρα της προξενούν μεγαλύτερη απογοήτευση και οδηγούν σε μια δυσλειτουργική διαχείριση της δυσφορίας της.
Η τόσο μεγάλη έμφαση στην αναζήτηση της ευτυχίας και η τοξική θετικότητα έχουν αυτό το κακό: δεν μας προετοιμάζουν καθόλου για τις δύσκολες στιγμές. Καθώς μόνιμα αποφεύγουμε τα δυσάρεστα, δεν εκπαιδευόμαστε να τα διαχειριζόμαστε. Έτσι όταν συμβαίνουν, δεν διαθέτουμε τους ψυχικούς πόρους για να τα βγάλουμε πέρα. Αν θεωρώ ότι θα έπρεπε ή ότι οφείλω να είμαι ευτυχής τότε σίγουρα δεν μπορώ να διαχειριστώ το να είμαι δυστυχής.
Το πιο παράλογο, δε, με την εμμονή στην ευτυχία είναι ότι πολλοί άνθρωποι καταλήγουν να ντρέπονται όταν είναι δυστυχισμένοι, σαν να έχουν κάνει κάποιο κακό και όχι σαν να έχουν βιώσει κάτι δύσκολο. Δεν τους πειράζει τόσο αυτό που νιώθουν όσο ότι δίνουν την εικόνα πως είναι αποτυχημένοι ή δυστυχισμένοι – και αυτό τους φαίνεται απολύτως απαράδεκτο.
Όμως ίσως είναι η ώρα να αποδεχτούμε την αλήθεια: η ευτυχία δεν είναι καθόλου κάτι δεδομένο. Αντίθετα, είναι κάτι πολύπλοκο, άπιαστο, κάτι που δύσκολα το ορίζεις, πιο δύσκολα το πετυχαίνεις, και ακόμα πιο δύσκολα το διατηρείς. Δεν μας βοηθάει καθόλου στη ζωή μας να έχουμε στην άκρη του μυαλού μας την ιδέα ότι πρέπει να είμαστε ευτυχισμένοι διαρκώς, ούτε ότι φταίμε εμείς αν δεν είμαστε. Η εμμονή με την ευτυχία μας κάνει τελικά να μην μπορούμε να διαχειριστούμε καλά τη δυστυχία.
Ταυτόχρονα, η εμμονή με την ευτυχία συχνά μας κάνει να μην μπορούμε να χαρούμε ούτε και τις καλές στιγμές, γιατί έχουμε υπερβολικές προσδοκίες για το τι σημαίνει «ευτυχία» οπότε πιθανώς τίποτα δεν μας είναι αρκετό. Αντί να βιώνουμε αυτό που ζούμε, αφηνόμαστε σε ένα συνονθύλευμα αναλύσεων που καταστρέφουν αυτό που ζούμε και μας κάνουν να παίρνουμε απόσταση από τα βιώματά μας. Έτσι κάνουμε την μεγάλη επιτυχία ή το καταπληκτικό ταξίδι ή τον παραμυθένιο γάμο – αλλά δεν μπορούμε να τα χαρούμε γιατί συγκρίνουμε αυτό που νιώθουμε με την «απόλυτη ευτυχία» που φαντασιωνόμαστε!
Θα ήταν πολύ ευκολότερα τα πράγματα αν μπορούσαμε απλώς να αποδεχτούμε την αλήθεια: η ευτυχία είναι κάτι δύσκολο, εύθραυστο, προσωρινό, που απαιτεί μπόλικη τύχη και πολλή προσωπική δουλειά. Ακόμα και αν τα καταφέρουμε και νιώσουμε ευτυχισμένοι, θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι ότι η αίσθηση αυτή θα εναλλάσσεται με περιόδους δυσκολίας, δυσφορίας ή και δυστυχίας. Αυτά τα δυσάρεστα συναισθήματα, αν τα κοιτάξουμε κατάματα, μας ωριμάζουν, μας δυναμώνουν και μας βοηθούν να προχωρήσουμε προς μια πιο ισορροπημένη ζωή όπου ίσως δεν θα υπάρχει μόνιμα ευτυχία αλλά θα μπορούσε να υπάρχει μια αίσθηση βαθύτερης ικανοποίησης – προς μια ζωή με νόημα!
