Μπορεί η τεχνητή νοημοσύνη να προβλέψει μελλοντικούς δολοφόνους;
Τι δείχνουν τα επιστημονικά δεδομένα και ποια είναι τα όρια της πρόληψης.
Η πρόβλεψη ακραίας βίαιης συμπεριφοράς πριν αυτή εκδηλωθεί αποτελεί ένα από τα πιο δύσκολα και φορτισμένα ερωτήματα της σύγχρονης επιστήμης. Ειδικά όταν αφορά ανηλίκους, το ζήτημα αγγίζει ταυτόχρονα τη νευροεπιστήμη, την ψυχολογία, την ηθική και τη δημόσια πολιτική. Πρόσφατες αναλύσεις και ερευνητικά δεδομένα που παρουσιάζονται στο Psychology Today δείχνουν ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη και η μηχανική μάθηση ενδέχεται να ανοίγουν νέους δρόμους για την πρόληψη ανθρωποκτονιών, πριν αυτές συμβούν.
AI situationships: όταν η τεχνητή νοημοσύνη μπαίνει ύπουλα ανάμεσα σε δύο ανθρώπους
Αντι-νοημοσύνη: Όταν η σκέψη παύει να έχει συνέπειες
Η αφετηρία του προβληματισμού είναι σκληρή
Τα τελευταία χρόνια καταγράφονται διεθνώς περιστατικά εξαιρετικά βίαιης συμπεριφοράς από παιδιά και εφήβους πολύ μικρής ηλικίας. Το ερώτημα που επανέρχεται είναι σαφές. Μπορούμε να εντοπίσουμε έγκαιρα εκείνους τους ανηλίκους που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να διαπράξουν σοβαρά εγκλήματα στο μέλλον ή κάθε απόπειρα πρόβλεψης οδηγεί αναπόφευκτα σε στιγματισμό;
Η μέχρι σήμερα κλινική έρευνα δείχνει ότι τα δεδομένα από το οικογενειακό περιβάλλον, το ιστορικό τραύματος και την ποιότητα φροντίδας στην παιδική ηλικία έχουν μόνο μέτρια προγνωστική ακρίβεια. Μελέτη του 2026 από το Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου ανέδειξε ισχυρή συσχέτιση ανάμεσα σε παιδικά τραύματα, χαμηλό κοινωνικοοικονομικό επίπεδο και την εμφάνιση χαρακτηριστικών της λεγόμενης «Σκοτεινής Τριάδας», δηλαδή ναρκισσισμού, μακιαβελισμού και ψυχοπαθητικών τάσεων. Οι συμμετέχοντες που ανέφεραν κακοποίηση, παραμέληση ή σοβαρό τραύμα παρουσίαζαν συχνότερα αντικοινωνικά χαρακτηριστικά, εύρημα που ευθυγραμμίζεται με προηγούμενη διεθνή βιβλιογραφία για την ανάπτυξη δευτερογενούς ψυχοπάθειας ως αντίδραση στην κακοποίηση.
Ωστόσο, αυτά τα δεδομένα από μόνα τους δεν επαρκούν για αξιόπιστη πρόβλεψη μελλοντικής ανθρωποκτονικής συμπεριφοράς.
Η καινοτομία έρχεται όταν στην εξίσωση προστίθενται νευροβιολογικά δεδομένα και υπολογιστικά μοντέλα μηχανικής μάθησης.
Σε μελέτη του 2025, ερευνητές παρακολούθησαν για δεκαέξι χρόνια 202 νεαρούς άνδρες που είχαν αποφυλακιστεί από σωφρονιστικό ίδρυμα ανηλίκων υψίστης ασφαλείας στις ΗΠΑ. Όλοι είχαν χαρακτηριστεί ήδη ως υψηλού κινδύνου για αντικοινωνική συμπεριφορά. Από αυτούς, το 17% διέπραξε ανθρωποκτονία μετά την αποφυλάκιση. Η έρευνα συνδύασε κλινικά δεδομένα, ψυχομετρικές αξιολογήσεις και μαγνητικές τομογραφίες εγκεφάλου, χρησιμοποιώντας αλγορίθμους μηχανικής μάθησης για τη δημιουργία προγνωστικών μοντέλων.
Το αποτέλεσμα ήταν αποκαλυπτικό
Τα μοντέλα που βασίζονταν αποκλειστικά σε κλινικά δεδομένα πέτυχαν ακρίβεια περίπου 65%. Όταν όμως προστέθηκαν νευροαπεικονιστικά δεδομένα, η ακρίβεια πρόβλεψης αυξήθηκε στο 76%. Παράγοντες που φάνηκαν να συνδέονται ισχυρά με μελλοντική ανθρωποκτονική συμπεριφορά ήταν η πολύ πρώιμη πρώτη σύλληψη, υψηλές βαθμολογίες σε ψυχοπαθητικά χαρακτηριστικά και συγκεκριμένο νευρωνικό προφίλ.
Οι εγκεφαλικές απεικονίσεις έδειξαν μειωμένη φαιά ουσία σε περιοχές που σχετίζονται με τη συναισθηματική επεξεργασία και την κοινωνική μάθηση, όπως η αμυγδαλή και ο κροταφικός λοβός. Πρόκειται για περιοχές κρίσιμες για την ενσυναίσθηση, τον έλεγχο παρορμήσεων και την κατανόηση κοινωνικών συνεπειών.
Οι ερευνητές καταλήγουν ότι ο συνδυασμός κλινικών και νευροανατομικών δεδομένων αυξάνει σημαντικά τη χρησιμότητα της πρόβλεψης. Το κρίσιμο σημείο, ωστόσο, δεν είναι η «πρόβλεψη του εγκλήματος», αλλά η δυνατότητα έγκαιρης παρέμβασης. Η ύπαρξη ψυχοπαθητικών χαρακτηριστικών και πρώιμης αντικοινωνικής συμπεριφοράς, σε συνδυασμό με νευροβιολογικές ενδείξεις, θα μπορούσε να αποτελέσει βάση για στοχευμένες προληπτικές παρεμβάσεις πριν εκδηλωθεί θανατηφόρα βία.
Στο ελληνικό πλαίσιο, το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία
Η Ελλάδα δεν διαθέτει οργανωμένο σύστημα πρώιμης ανίχνευσης σοβαρών αντικοινωνικών προτύπων σε ανηλίκους, ούτε επαρκή διασύνδεση ανάμεσα σε σχολεία, υπηρεσίες ψυχικής υγείας και κοινωνική πρόνοια. Τα περισσότερα περιστατικά αντιμετωπίζονται αποσπασματικά, αφού έχει ήδη εκδηλωθεί σοβαρή παραβατική συμπεριφορά.
Ταυτόχρονα, οποιαδήποτε χρήση νευροαπεικονιστικών δεδομένων και αλγοριθμικών μοντέλων εγείρει σοβαρά ηθικά ερωτήματα. Ο κίνδυνος στιγματισμού, η παραβίαση της ιδιωτικότητας και η μετατροπή της πρόβλεψης σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία είναι υπαρκτός. Γι’ αυτό και η διεθνής επιστημονική κοινότητα επισημαίνει ότι τέτοιες προσεγγίσεις μπορούν να δικαιολογηθούν μόνο εντός αυστηρών πλαισίων, με σαφή στόχο την υποστήριξη και όχι την τιμωρία.
Η AI δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις ούτε απόλυτη βεβαιότητα. Προσφέρει όμως κάτι διαφορετικό. Τη δυνατότητα να μετατοπιστεί η συζήτηση από την καταστολή στην πρόληψη. Το ερώτημα δεν είναι αν μπορούμε να «προβλέψουμε δολοφόνους», αλλά αν είμαστε έτοιμοι ως κοινωνία να επενδύσουμε σοβαρά σε έγκαιρη φροντίδα, ψυχική υγεία και επιστημονικά τεκμηριωμένες παρεμβάσεις πριν η βία γίνει μη αναστρέψιμη.
Freep!k
