Μπορεί η τεχνητή νοημοσύνη να αποκαταστήσει τη συγκέντρωση στη δουλειά;
Δεν μας λείπει η διάθεση για δουλειά, μας λείπει η συγκέντρωση και η AI δοκιμάζεται ως απάντηση σε ένα πρόβλημα που μεγαλώνει.
Η σύγχρονη κρίση παραγωγικότητας δεν έχει να κάνει με έλλειψη κινήτρων, φιλοδοξίας ή επαγγελματικής ηθικής. Τα δεδομένα δείχνουν κάτι πιο θεμελιώδες και πιο ανησυχητικό. Αυτό που καταρρέει δεν είναι η διάθεση για δουλειά, αλλά η ικανότητα διατήρησης της προσοχής. Και χωρίς προσοχή, καμία εργασία δεν μπορεί να παραχθεί σε βάθος.
Η συρρίκνωση της προσοχής δεν είναι υπόθεση των τελευταίων ετών ούτε ευθύνη αποκλειστικά της ψηφιακής εποχής. Είναι μια σταδιακή, μετρήσιμη μεταβολή. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, τα τραγούδια της λίστας Billboard είχαν κατά μέσο όρο εισαγωγή 23 δευτερολέπτων πριν ξεκινήσουν τα φωνητικά. Τρεις δεκαετίες αργότερα, η εισαγωγή περιορίστηκε στα πέντε δευτερόλεπτα. Η τηλεόραση ακολούθησε την ίδια πορεία. Εκεί που οι δημοφιλείς σειρές είχαν μακρόσυρτα, αφηγηματικά openings, σήμερα τα περισσότερα προγράμματα μπαίνουν κατευθείαν στο «ζουμί». Ο πολιτισμός προσαρμόστηκε σε έναν εγκέφαλο που αντέχει όλο και λιγότερη αναμονή.
Μπορεί η τεχνητή νοημοσύνη να προβλέψει μελλοντικούς δολοφόνους;
Αντι-νοημοσύνη: Όταν η σκέψη παύει να έχει συνέπειες
Στον χώρο εργασίας, η εικόνα είναι ακόμη πιο ωμή.
Το 2004, ο μέσος εργαζόμενος μπορούσε να παραμείνει σε μία οθόνη και μία εργασία για περίπου δυόμισι λεπτά πριν αλλάξει εστίαση. Το 2012, αυτός ο χρόνος έπεσε στα 75 δευτερόλεπτα. Μετά το 2020, η μέση διάρκεια συγκέντρωσης πριν από task switching δεν ξεπερνά τα 47 δευτερόλεπτα. Σε αυτό το περιβάλλον, η συνεχής αίσθηση «τρέχω όλη μέρα» συνυπάρχει με την απογοήτευση ότι τίποτα ουσιαστικό δεν ολοκληρώνεται.
Εδώ μπαίνει στο κάδρο η Τεχνητή Νοημοσύνη. Όχι ως σωτήρας, αλλά ως εργαλείο που μπορεί είτε να εντείνει το πρόβλημα είτε να λειτουργήσει αντισταθμιστικά. Έρευνες δείχνουν ότι οι νεότερες γενιές εργαζομένων βλέπουν την AI κυρίως θετικά. Δηλώνουν ότι τους εξοικονομεί χρόνο, βελτιώνει την ποιότητα της δουλειάς τους και τους επιτρέπει να αναπνέουν μέσα στην ημέρα. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, δεν είναι αν η AI κάνει τη δουλειά πιο γρήγορη. Είναι αν μπορεί να την κάνει ξανά βαθιά.
Η μεγαλύτερη παγίδα της σύγχρονης εργασίας δεν είναι ο φόρτος, αλλά ο κατακερματισμός. Emails, μηνύματα, ειδοποιήσεις, συσκέψεις χωρίς σαφή σκοπό και διαρκείς μικροδιακοπές διαλύουν κάθε προσπάθεια συγκέντρωσης. Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να απορροφήσει ένα μεγάλο μέρος αυτής της «ρηχής» εργασίας. Να οργανώσει ατζέντες, να συνοψίσει συζητήσεις, να παράγει πρώτα προσχέδια επαναλαμβανόμενων κειμένων. Όχι για να αντικαταστήσει τη σκέψη, αλλά για να την προστατεύσει.
Η ουσιαστική συμβολή της AI, ωστόσο, δεν βρίσκεται μόνο στην εξοικονόμηση χρόνου. Βρίσκεται στη δυνατότητα να δημιουργήσει συνθήκες συγκέντρωσης. Εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης μπορούν να βοηθήσουν στην ιεράρχηση εργασιών, στον διαχωρισμό του επείγοντος από το σημαντικό και στη δημιουργία «κλειδωμένων» χρονικών ζωνών βαθιάς εργασίας. Όταν μειώνονται οι διακοπές, η προσοχή δεν χρειάζεται να ανασυντίθεται κάθε λεπτό. Απλώς συνεχίζει.
Παράλληλα, η προσοχή δεν είναι έμφυτο χάρισμα που είτε το έχεις είτε όχι. Είναι δεξιότητα που καλλιεργείται. Μικρά, συγκεκριμένα διαστήματα εστιασμένης εργασίας εκπαιδεύουν τον εγκέφαλο να αντέχει ξανά τη διάρκεια. Η AI μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά σε αυτή τη διαδικασία, μειώνοντας το νοητικό βάρος της εκκίνησης. Υπενθυμίζοντας πού σταμάτησε κάποιος, ποιο είναι το επόμενο βήμα, τι έχει ήδη γίνει. Όταν η αρχή γίνεται ευκολότερη, η συνέχεια αποκτά πιθανότητες.
Σε οργανωσιακό επίπεδο, η κρίση προσοχής αποκαλύπτει ένα βαθύτερο πρόβλημα κουλτούρας. Σε πολλά εργασιακά περιβάλλοντα, η διαρκής διαθεσιμότητα συγχέεται με την απόδοση. Η γρήγορη απάντηση σε ένα μήνυμα θεωρείται παραγωγικότητα, ενώ η αθόρυβη, συγκεντρωμένη δουλειά περνά απαρατήρητη. Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να βοηθήσει στη μετατόπιση του βλέμματος από την ανταπόκριση στο αποτέλεσμα, καταγράφοντας πρόοδο, αναδεικνύοντας ουσιαστικά επιτεύγματα και μειώνοντας την πίεση του «να είσαι πάντα online».
Στο ελληνικό εργασιακό τοπίο, όπου η πολυδιάσπαση, οι πολλαπλοί ρόλοι και η έλλειψη σαφών προτεραιοτήτων είναι σχεδόν κανονικότητα, η κρίση προσοχής συχνά παρεξηγείται ως έλλειψη επαγγελματισμού. Τα δεδομένα δείχνουν το αντίθετο. Οι άνθρωποι δεν θέλουν λιγότερο να δουλέψουν. Απλώς δεν τους αφήνεται ο χώρος να συγκεντρωθούν.
Η AI δεν είναι πανάκεια και σίγουρα δεν είναι ουδέτερη.
Αν χρησιμοποιηθεί άκριτα, μπορεί να πολλαπλασιάσει τον θόρυβο. Αν όμως ενταχθεί συνειδητά, με στόχο τη μείωση της διάσπασης και την αποκατάσταση του βάθους, μπορεί να λειτουργήσει ως αντίβαρο σε μια εποχή που εξαντλεί την προσοχή πιο γρήγορα απ’ ό,τι την αναπληρώνει.
Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν η AI θα μας κάνει πιο παραγωγικούς. Είναι αν θα μας επιτρέψει να σκεφτούμε ξανά χωρίς να μας διακόπτουν κάθε σαράντα επτά δευτερόλεπτα. Και αυτό είναι πολύ πιο ανθρώπινο ζητούμενο απ’ όσο φαίνεται.
