Οι άνθρωποι που δίνουν ασταμάτητα χωρίς ποτέ να ζητούν τίποτα δεν είναι απαραίτητα γενναιόδωροι
Η έρευνα γύρω από τους δεσμούς δείχνει ότι όταν ένα παιδί μεγαλώνει σε περιβάλλον όπου η φροντίδα είναι ασυνεπής ή υπό όρους, μαθαίνει ότι η αγάπη πρέπει να κερδίζεται.
Η ψυχολογία λέει πως οι άνθρωποι που δίνουν ασταμάτητα χωρίς ποτέ να ζητούν τίποτα δεν είναι απαραίτητα γενναιόδωροι. Συχνά έχουν μπερδέψει το να είναι απαραίτητοι με το να είναι αγαπητοί, κρατώντας ταυτόχρονα ένα σιωπηλό «λογαριασμό» μέσα τους και αυτό οδηγεί σε μια πολύ ιδιαίτερη μορφή μοναξιάς.
Υπάρχει ένας τύπος ανθρώπου που είναι πάντα εκεί για τους άλλους+
Εμφανίζεσαι όταν οι υπόλοιποι δεν μπορούν. Θυμάσαι λεπτομέρειες, προσφέρεις χρόνο, προσοχή και ενέργεια με μια φαινομενική ευκολία, χωρίς να ζητάς τίποτα σε αντάλλαγμα. Οι γύρω σου σε περιγράφουν ως ανιδιοτελή, αξιόπιστη, καλή. Είναι ένα κομπλιμέντο που δέχεσαι με ένα χαμόγελο.
Κι όμως, η ψυχολογία υποστηρίζει ότι κάτω από αυτή την εικόνα συχνά υπάρχει κάτι πιο σύνθετο. Το ότι δίνεις τόσο πολύ είναι αληθινό. Το ότι δεν ζητάς ποτέ τίποτα επίσης. Αλλά αυτά τα δύο δεν είναι άσχετα μεταξύ τους.
Ανάμεσά τους υπάρχει ένα κενό και μέσα σε αυτό το κενό συσσωρεύεται σιωπηλά μια βαθιά μοναξιά.
Για πολλούς ανθρώπους που δίνουν συνεχώς, το δόσιμο δεν αφορά πρωτίστως τον άλλον. Αφορά αυτό που σου προσφέρει το να σε χρειάζονται. Σου δίνει έναν ξεκάθαρο λόγο να υπάρχεις στη ζωή κάποιου, μια απόδειξη της αξίας σου που δεν απαιτεί την ευαλωτότητα του να αγαπιέσαι απλώς γι’ αυτό που είσαι. Το να σε χρειάζονται είναι μετρήσιμο, επαναλαμβανόμενο. Το να σε αγαπούν δεν είναι.
Αυτή η διαφορά έχει σημασία, γιατί από μέσα μοιάζουν πολύ, ειδικά αν έχεις μάθει από μικρή να τα συγχέεις.
Η έρευνα γύρω από τους δεσμούς δείχνει ότι όταν ένα παιδί μεγαλώνει σε περιβάλλον όπου η φροντίδα είναι ασυνεπής ή υπό όρους, μαθαίνει ότι η αγάπη πρέπει να κερδίζεται.
Δεν προσφέρεται απλώς. Έτσι διαμορφώνεται ένα μοτίβο σχέσεων όπου η εγγύτητα μοιάζει πάντα αβέβαιη και η προσπάθεια γίνεται ο μόνος τρόπος να τη διατηρήσεις.
Στην ενήλικη ζωή, αυτό μεταφράζεται σε κάτι πολύ συγκεκριμένο: δίνεις συνεχώς γιατί το δόσιμο είναι πιο ασφαλές από το να ζητήσεις. Αν ζητήσεις, μπορεί να ακούσεις «όχι». Μπορεί να ανακαλύψεις ότι οι άλλοι δεν θα σταθούν για σένα όπως στέκεσαι εσύ για εκείνους. Αν δεν ζητήσεις ποτέ τίποτα, δεν θα χρειαστεί να το μάθεις.
Αυτό που μοιάζει με ανιδιοτελές δόσιμο, στην πραγματικότητα σπάνια είναι εντελώς χωρίς όρους
Οι άνθρωποι που δίνουν διαρκώς, συχνά, έστω και ασυνείδητα, κρατούν έναν λογαριασμό. Ίσως αν σε ρωτούσαν να το αρνιόσουν. Και θα το εννοούσες. Όμως η πικρία που εμφανίζεται όταν δεν υπάρχει ανταπόδοση, η σιωπηλή απογοήτευση όταν κάποιος δεν θυμάται αυτά που εσύ θυμάσαι, το αίσθημα ότι περνάς απαρατήρητη ενώ συνεχίζεις να προσφέρεις, όλα αυτά δείχνουν ότι κάπου μέσα σου υπάρχει μια καταγραφή.
Η κοινωνική ψυχολογία το περιγράφει ως μια κατάσταση όπου δίνεις περισσότερα από όσα λαμβάνεις. Και αυτή η ανισορροπία, με τον καιρό, γεννά θυμό, βάρος και δυσαρέσκεια. Είναι σαν ένας εσωτερικός ισολογισμός που δεν παραδέχεσαι ότι κρατάς, γιατί η εικόνα της «ανιδιοτελούς» δεν ταιριάζει με κάποιον που μετράει.
Το δόσιμο, λοιπόν, δεν είναι μόνο χαρακτηριστικό σου. Είναι και μια στρατηγική. Ένας τρόπος να διαχειριστείς την ανάγκη σου χωρίς να την εκφράσεις. Σαν να λες: «κοίτα τι προσφέρω, άρα αξίζω να με κρατήσεις στη ζωή σου».
Δεν κρατάς σκορ για να απαιτήσεις ανταπόδοση. Το κρατάς για να δεις αν η επένδυση πιάνει τόπο.
Αν η γενναιοδωρία σου φέρνει τελικά αυτό που θέλεις περισσότερο: το αίσθημα ότι ανήκεις.
Το γεγονός ότι δεν ζητάς ποτέ είναι ίσως το πιο αποκαλυπτικό κομμάτι αυτής της συμπεριφοράς. Δεν είναι ότι δεν μπορείς να λάβεις. Είναι ότι το να λάβεις σε εκθέτει. Όταν δίνεις, ελέγχεις τη δυναμική. Εσύ ορίζεις τους όρους. Είσαι εκείνη που στηρίζουν οι άλλοι και αυτό μοιάζει πιο ασφαλές από το να είσαι εκείνη που χρειάζεται στήριξη.
Κάτω από αυτό υπάρχει και ένας πιο βαθύς φόβος: ότι αν ζητήσεις και η απάντηση είναι αρνητική, θα επιβεβαιωθεί κάτι που ίσως πάντα υποψιαζόσουν. Ότι οι σχέσεις σου βασίζονται σε αυτά που προσφέρεις και όχι σε αυτό που είσαι.
Όσο δεν ζητάς, δεν χρειάζεται να το αντιμετωπίσεις και κάπου εκεί φαίνεται ξεκάθαρα η σύγχυση ανάμεσα στο να σε χρειάζονται και στο να σε αγαπούν. Το πρώτο έχει αποδείξεις. Συγκεκριμένα αιτήματα, λύσεις, παρουσία. Το δεύτερο είναι πιο ασαφές, δεν ελέγχεται, δεν «κερδίζεται» με προσπάθεια. Αν έχεις μάθει να εξασφαλίζεις τη σύνδεση μέσα από τη χρησιμότητά σου, τότε η αγάπη χωρίς όρους μπορεί να σου φαίνεται σχεδόν ακατανόητη.
Η μοναξιά που προκύπτει από αυτό δεν είναι η μοναξιά της απουσίας.
Είναι η μοναξιά του να είσαι περιτριγυρισμένη από ανθρώπους που βασίζονται σε σένα, χωρίς όμως να σε γνωρίζουν πραγματικά. Οι άλλοι βλέπουν την ικανή, τη διαθέσιμη, τη γενναιόδωρη πλευρά σου. Όχι εκείνη που κουράζεται, που πληγώνεται, που θα ήθελε κάποιος να τη ρωτήσει «πώς είσαι στ’ αλήθεια;» και να περιμένει την απάντηση.
Οι σχέσεις που βασίζονται μόνο στο να δίνεις δεν φτάνουν ποτέ σε πραγματικό βάθος
Η αληθινή οικειότητα χτίζεται μέσα από την αμοιβαία ευαλωτότητα. Όταν μόνο ο ένας προσφέρει και ο άλλος λαμβάνει, οι ανάγκες σου μένουν αόρατες. Και έτσι, όσο κι αν υπάρχει ζεστασιά, κάτι λείπει. Οι άλλοι σε ξέρουν για αυτά που κάνεις, όχι για αυτό που είσαι.
Αυτή είναι η μοναξιά του να σε χρειάζονται αντί να σε αγαπούν. Δεν φωνάζει, δεν γίνεται δράμα. Είναι ένα ήσυχο υπόβαθρο που σε ακολουθεί: είσαι απαραίτητη, αλλά όχι πραγματικά ορατή και όμως, αυτό το μοτίβο δεν δημιουργήθηκε τυχαία, κάποτε σε προστάτευσε. Ήταν ένας τρόπος να κρατήσεις κοντά σου ανθρώπους που είχες ανάγκη. Στην πορεία έγινε μέρος της προσωπικότητάς σου και σήμερα σε κρατά σε έναν κύκλο όπου η ίδια σου η καλοσύνη δημιουργεί απόσταση.
Η αλλαγή δεν ξεκινά απαραίτητα με το να σταματήσεις να δίνεις. Ξεκινά με κάτι πολύ πιο μικρό και πολύ πιο δύσκολο: να ζητήσεις. Κάτι απλό και να αντέξεις την αμηχανία που αυτό φέρνει.
Όχι επειδή η απάντηση θα είναι πάντα «ναι», αλλά επειδή το να ζητάς είναι ακριβώς αυτό που απέφευγες και μέσα σε αυτή την αποφυγή κρυβόταν όλη εκείνη η μοναξιά που τώρα ζητά να φανεί.

