Το πιο άβολο ερώτημα στο «Fjord» του Cristian Mungiu για εμάς τις μαμάδες δεν έχει εύκολη απάντηση
Το Fjord είναι από εκείνες τις ταινίες που, όταν είσαι μαμά, δύσκολα παρακολουθείς μόνο ως θεατής.
Πού τελειώνει το δικαίωμα μιας οικογένειας να μεγαλώνει τα παιδιά της σύμφωνα με τις δικές της αξίες; Πότε μια κοινωνία έχει δικαίωμα ή υποχρέωση να παρέμβει και ποιος αποφασίζει τελικά τι σημαίνει «καλός γονιός»;
Στο κέντρο της ιστορίας βρίσκεται η οικογένεια Gheorghiu, που μετακομίζει από τη Ρουμανία σε μια μικρή πόλη στα νορβηγικά φιορδ και τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Cristian Mungiu, ο οποίος κέρδισε με την ταινία αυτή τον Χρυσό Φοίνικα. Ο Mihai και η Lisbet μεγαλώνουν τα πέντε παιδιά τους μέσα σε ένα αυστηρό θρησκευτικό πλαίσιο. Όταν η Elia εμφανίζεται στο σχολείο με μώλωπες και τα παιδιά παραδέχονται ότι οι γονείς τους χρησιμοποιούν κάποιες φορές σωματική τιμωρία, οι υπηρεσίες προστασίας ανηλίκων παρεμβαίνουν και τα παιδιά απομακρύνονται προσωρινά από το σπίτι, ακόμα και το μωρό που θηλάζει και τρέφεται αποκλειστικά από τη μητέρα του. Από εκεί και πέρα, αυτό που αρχίζει ως έρευνα για την ασφάλεια των παιδιών μετατρέπεται σε μια πολύ μεγαλύτερη σύγκρουση γύρω από τη γονεϊκότητα, τη θρησκεία, την ελευθερία και τα όρια της κρατικής παρέμβασης.
Αν και αρχικά σκέφτεσαι ποια πλευρά θέλεις η ταινία να δικαιώσει, πολύ γρήγορα, οι σκέψεις σου πηγαίνουν γύρω από τα δικά σου πιστεύω ως άνθρωπος, πιστός ή γονιός και σίγουρα ως μαμά, με ενδιέφερε περισσότερο το πόσο εύκολα η βεβαιότητα με την οποία μεγαλώνουμε τα παιδιά μας μπορεί να αρχίσει να τρίζει από τα θεμέλιά της.
Γιατί οι περισσότεροι γονείς ξεκινάμε από την ίδια πεποίθηση: ξέρουμε το παιδί μας καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον και τις περισσότερες φορές πράγματι το ξέρουμε. Είναι όμως αυτό αρκετό για να σημαίνει ότι έχουμε και πάντα δίκιο;
Υπάρχει μια στιγμή στη δικαστική αίθουσα που φαντάζομαι θα συγκράτησαν όπως κι εγώ, οι απανταχού μητέρες εκεί έξω.
Μια επαγγελματίας των υπηρεσιών προστασίας παιδιών ερωτάται αν είναι η ίδια μητέρα.
«Όχι, αλλά είμαι πολύ καλή στη δουλειά μου», απαντά και η ερώτηση, σχεδόν περισσότερο από την απάντηση, με έκανε να σκεφτώ πόσο συχνά αντιμετωπίζουμε τη μητρότητα σαν ένα είδος αδιαμφισβήτητης γνώσης.
Μας κάνει όμως το γεγονός ότι είμαστε μαμάδες αυτομάτως ειδικούς σε όλα όσα αφορούν τα παιδιά;
Μπορεί κάποιος που δεν είναι γονιός να δει κάτι στο παιδί μας που εμείς δεν βλέπουμε και πόσο εύκολο θα ήταν να το δεχτούμε;
Υπάρχει και μια άλλη φράση που συμπυκνώνει τη σύγκρουση της ταινίας:
«Οι πεποιθήσεις σας δεν συμβαδίζουν με τις δικές μας, επομένως δεν είστε άξιοι εμπιστοσύνης».
Την ίδια στιγμή, οι κάτοικοι αυτής της μικρής κοινωνίας αντιμετωπίζουν σχεδόν ατάραχοι την απειλή των χιονοστιβάδων που μπορούν να καταπιούν το χωριό τους, αλλά φρίττουν στην ιδέα ότι κάποια παιδιά στερούνται το Youtube ή το να έχουν κινητό και εδώ το Fjord ακουμπά κάτι πολύ οικείο στη σύγχρονη μητρότητα.
Πόση ώρα μπορώ και πρέπει να δώσω στο παιδί το tablet; Πόση ζάχαρη είναι καλό να καταναλώσει; Πόσες δραστηριότητες πρέπει να κάνει; Τι ώρα πρέπει να κοιμάται; Πόσο αυστηρά πρέπει να είναι τα όρια; Έχουμε μετατρέψει τη γονεϊκότητα σε μια ατελείωτη σειρά από μικρές και μεγάλες αποφάσεις για τις οποίες κάποιος, κάπου, είναι πάντα έτοιμος να μας πει ότι κάνουμε λάθος στην ίδια μας την πολυκατοικία, στην παιδική χαρά ή ακόμα χειρότερα σε κάποιο podcast γονειϊκότητα.
Ξαφνικά μια ταινία έρχεται να βάλει στο τραπέζι ένα πολύ πιο άβολο ερώτημα: ποια από όσα θεωρούμε εμείς αυτονόητα για την ανατροφή των παιδιών μας είναι πράγματι αυτονόητα;
Δεν βγήκα από το Fjord έχοντας αποφασίσει αν η οικογένεια ή οι θεσμοί έχουν περισσότερο δίκιο ή αν το φινάλε της ταινία με έκανε να νιώθω δικαίωση, ειδικά για τα πέντε παιδιά της οικογένειας Gheorghiu και ίσως δεν χρειάζεται. Γιατί υπάρχει κάτι τρομακτικό και στις δύο πιθανότητες: να απομακρυνθεί ένα παιδί άδικα από μια οικογένεια που το αγαπά και από την άλλη, να μείνει ένα παιδί σε μια κατάσταση που το πληγώνει επειδή κανείς δεν τόλμησε να παρέμβει.
Εκεί όμως υπάρχει και μια τρίτη πλευρά που εύκολα χάνεται ανάμεσα στους γονείς και στο κράτος: τα ίδια τα παιδιά κι αυτό ήταν τελικά το ερώτημα που μέρες τώρα μεγαλώνει ως φωνή στο κεφάλι μου.
Πού τελειώνει το «δικό μου παιδί» και πού ξεκινά ο ανεξάρτητος άνθρωπος που θέλω να βγει στην κοινωνία;
Το να αγαπάμε τα παιδιά μας περισσότερο από οτιδήποτε άλλο δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα έχουμε πάντα δίκιο για εκείνα. Ίσως σημαίνει ότι πρέπει να είμαστε πρόθυμες να αναρωτηθούμε αν έχουμε και αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο κομμάτι της γονεϊκότητας.
Όχι να βρούμε τον τέλειο κανόνα για τις οθόνες ή το να πάρουμε αμέσως θέση στο αν το είδος μουσικής που ακούει δεν είναι κατάλληλο για την ηλικία του.
Ίσως απλά πρέπει να αφήνουμε πάντα λίγο χώρο για την πιθανότητα που θέλει το παιδί απέναντί μας έχει κάτι να μας πει, κάτι που δεν περιμέναμε να ακούσουμε.
