Είδα τώρα τα «Φτηνά Τσιγάρα» και αλήθεια πόσες πιθανότητες θα είχε ένας «Νίκος» στον έρωτα σήμερα;
Η ταινία σήμα κατατεθέν του Αθηναϊκού καλοκαιριού είναι η ανάγκη μας να πιστέψουμε ξανά στον ρομαντισμό.
Δεν είχε τύχει να δω τα Φτηνά Τσιγάρα του Ρένου Χαραλαμπίδη μέχρι τον φετινό Δεκαπενταύγουστο. Για να είμαι ειλικρινής την ακριβή πλοκή δεν την ήξερα. Αυτό που ήξερα είναι ότι πρόκειται για μια ρομαντική κωμική ταινία που όταν κυκλοφόρησε, το 2000, πέρασε σχεδόν απαρατήρητη από τα ταμεία, αλλά τα τελευταία περίπου 10+ χρόνια έχει μετατραπεί στο απόλυτο σήμα κατατεθέν του ελληνικού καλοκαιριού. Ειδικά τις μέρες του Δεκαπενταύγουστου, όταν η Αθήνα αδειάζει, η προβολή της σε κάποιον θερινό κινηματογράφο μοιάζει με ετήσιο ιερό ραντεβού για το κοινό. Και σε αυτό το ραντεβού είπα να βρεθώ κι εγώ πηγαίνοντας να την παρακολουθήσω στο γεμάτο - προς έκπληξή μου - κόσμο Cine Anesis.
Με το που τελείωσε η ταινία κι ενώ για πρώτη φορά έβλεπα τον κόσμο σε σινεμά να μην σηκώνεται αλλά να παίρνει λίγο χρόνο για να συζητήσει τι είδαμε (;), να νοσταλγήσει τα παλιά (;), τις δικές του ερωτικές ιστορίες (;), σκέφτηκα πως είχα πολλές απορίες από την ταινία αυτή.
Ο κανόνας 7-7-7: Πώς τα πολυάσχολα ζευγάρια κρατούν τη σπίθα της σχέσης τους ζωντανή
Για παράδειγμα, τι ήταν εκείνο που έπρεπε να αποφασίσει για τη ζωή του ο Νίκος, γιατί έβαλε σε ένα τρόλεϊ περιστέρια και ψαράκια με σκοπό να φιλήσει την Σοφία και πώς εκείνη ανακάλυψε πού ήταν ενώ απλά είχαν περάσει μαζί ένα βράδυ, χωρίς να ξέρει το πραγματικό του όνομα ούτε καν κάτι άλλο για τη ζωή του πέρα από τις φιλοσοφικές αναζητήσεις του.
Η πιο μεγάλη ωστόσο, απορία που μου γεννήθηκε ήταν η εξής:
Αν δούμε τον Νίκο με όρους της σημερινής πραγματικότητας, πόσες πιθανότητες θα είχε πραγματικά να βρει τον έρωτα;
Καμία, θα απαντήσω κι ας είμαι λίγο σκληρή.
Στον σημερινό κόσμο των dating apps, του γρήγορου scrolling και του αδιάκοπου «φαίνεσθαι», ένας χαρακτήρας όπως ο Νίκος θα συναντούσε σοβαρά εμπόδια. Σε μια εποχή όπου το πρώτο φίλτρο είναι το επάγγελμα, η εικόνα και η παραγωγικότητα, ένας άνεργος τριαντάχρονος, ένας συνειδητός «περιπατητής» της πόλης, χωρίς μόνιμη δουλειά ή σταθερότητα που ζει μέσα στις νύχτες της άδειας Αθήνας, συχνάζει σε καφενεία, μιλάει με στοιχηματζήδες και ιδιόρρυθμους τύπους, περνώντας την ώρα του απλώς παρατηρώντας και φιλοσοφώντας, θα δεχόταν ακαριαίο προσπέρασμα.
Παράλληλα, ο τρόπος που προσεγγίζει τους ανθρώπους μοιάζει σχεδόν ξένος με τους σημερινούς ρυθμούς. Ο Νίκος βασίζεται στο τυχαίο συναπάντημα, στη δια ζώσης γοητεία, στη σιωπή και στη βραδύτητα. Σήμερα, όμως, η έλλειψη βιασύνης εκλαμβάνεται συχνά ως αδιαφορία, ενώ η απουσία ψηφιακού αποτυπώματος δημιουργεί καχυποψία. Τότε, η άγνοια των βασικών στοιχείων του άλλου - όπως το πραγματικό του όνομα - έδινε μια μυστηριακή γοητεία. Σήμερα, αν δεν ανταλλάξεις social media ή μήνυμα μέσα στο πρώτο εικοσιτετράωρο, θεωρείσαι είτε ύποπτος είτε ανύπαρκτος. Ο Νίκος ωστόσο, μπορεί να σκεφτόταν την Σοφία μια βδομάδα και τέσσερις μέρες μετά τη συνάντησή τους, αλλά δεν έψαξε να την βρει. Άφησε τα πράγματα στην τύχη τους.
Είδα τώρα το «Είμαι η Τζο» και αλήθεια πόσες από εμάς είμαστε -κρυφά ή φανερά- σαν εκείνη;
Ίσως, λοιπόν, η διαχρονική επιτυχία της ταινίας να κρύβεται ακριβώς σε αυτό το κλίμα. Ο Νίκος δεν βιάζεται. Παρατηρεί τον κόσμο, στοχάζεται πάνω στη ζωή, και η τυχαία συνάντησή του με τη Σοφία - μια ιστορία που ξεπηδά από το πουθενά - καταλήγει σε ένα σχεδόν παραμυθένιο happy end.
Παράλληλα, η ταινία λειτουργεί σαν μια μοναδική χρονοκάψουλα. Βλέπουμε την Αθήνα μιας άλλης εποχής, τα κλασικά καφενεία, τις αυθεντικές συζητήσεις που έκαναν οι άνθρωποι για τις σχέσεις τους πριν την εισβολή των dating apps, την εποχή των καρτοτηλεφώνων και των τυχαίων συναπαντημάτων.
Ο αργός, ποιητικός τρόπος με τον οποίο ο Νίκος προσεγγίζει τη Σοφία μάς κάνει για λίγο να ξεχνάμε το πόσο ρεαλιστική θα ήταν μια τέτοια ιστορία σήμερα.
Και φυσικά, υπάρχει το φινάλε. Το φιλί του Νίκου και της Σοφίας μέσα στο τρόλεϊ, περιστοιχισμένο από περιστέρια και τα αγαπημένα του ψάρια που σε κάνει να νιώθεις σαν να είσαι στην «Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων». Γιατί μπορεί ο Νίκος να μην φίλησε τη Σοφία το βράδυ που πέρασαν μαζί περπατώντας στην άδεια Αθήνα, όμως αυτό συνέβη γιατί στον δικό του κόσμο τίποτα δεν συμβαίνει απλά για να συμβεί.
H «Οδύσσεια» του Nolan είναι μία ωδή στην πτώση του Δυτικού Κόσμου
Το «Η ζωή ξέρει κι εγώ την εμπιστεύομαι» δεν σημαίνει ότι δεν θα βάλεις κι εσύ λίγο το χέρι σου για να δημιουργηθεί κάτι ωραίο. Έτσι μας είπε και ο Ρένος Χαραλαμπίδης καλωσορίζοντάς μας στην προβολή αυτή:
«Ξέρετε κάτι; Η ομορφιά της ζωής πρέπει να κατασκευάζεται λιγάκι. Δηλαδή μην είμαστε τόσο αυθόρμητοι. Περιμένω να μου συμβεί κάτι ωραίο. Θα το φτιάξεις εσύ. Όπως εμείς φτιάξαμε τη σκηνή με τα πουλιά».
Το φιλί με την Σοφία δεν θα μπορούσε να είναι ένα απλό φιλί, αφού κι ο Νίκος δεν ήταν ένας απλός τύπος κι ας έμοιαζε έτσι «βαρετός».
Από τη μία λοιπόν, πρόκειται για ένα διθυραμβικό, απρόσμενο και ονειρικό τέλος. Από την άλλη, αν το δει κανείς αλληγορικά, ο πρωταγωνιστής (αν και έμοιαζε δηλός στον έρωτα) προσφέρει στην κοπέλα που αγαπά όλα όσα τον εκφράζουν: την ελευθερία του, όπως αυτή συμβολίζεται από τα περιστέρια που πετούν ελεύθερα, την αγάπη του, όπως ήταν η αγάπη που είχε για τα ψάρια, αλλά ταυτόχρονα και την απόλυτη ασφάλεια. Αν θυμάσαι καλά στο πλάνο από το τρόλεϊ υπάρχουν και δύο χήνες. Αυτό που πολλοί δεν γνωρίζουν, είναι πως η χήνα είναι από τους πιο πιστούς και αποτελεσματικούς φύλακες στη φύση.
Ίσως, τελικά, αυτό που αναζητάμε κάθε Αύγουστο κάτω από τον αττικό ουρανό να μην είναι η ρεαλιστική πλοκή, αλλά η ανάγκη μας να πιστέψουμε ξανά σε έναν χαμένο, ασυνήθιστο ρομαντισμό που η εποχή μας έχει προσπεράσει κι ας μην είναι τόσο μελαγχολική όσο ήταν τότε. Ίσως απλά, καπνίζοντας φτηνά τσιγάρα, θέλουμε να πιστέψουμε ότι κι εμάς εκείνο το ειδύλλιο με τον άνθρωπο που γυρίζει στο κεφάλι μας τα βράδια, είχε ένα φαντασμαγορικό happy end που θα έβγαζε νόημα μόνο στους πρωταγωνιστές του.
