Ο Dustin Hoffman έφαγε 27 χαστούκια για το The Graduate: η ιστορία πίσω από την εμβληματική ταινία

Ανθή Μιμηγιάννη
Ο Dustin Hoffman έφαγε 27 χαστούκια για το The Graduate: η ιστορία πίσω από την εμβληματική ταινία

Σχεδόν 60 χρόνια μετά το κινηματογραφικό αριστούργημα του 1967, ο Dustin Hoffman αποκαλύπτει τον «σαδισμό» του Mike Nichols, τη σωματική εξάντληση, τον τραυματισμό του και την ανασφάλεια που τον συνόδευσε στα γυρίσματα της ταινίας που του άλλαξε τη ζωή.

Το 1967, το The Graduate σύστησε στο παγκόσμιο κοινό έναν από τους σημαντικότερους ηθοποιούς της γενιάς του, χάρισε στον Mike Nichols το Oscar σκηνοθεσίας και καθιερώθηκε ως ένα από τα σπουδαιότερα έργα του αμερικανικού κινηματογράφου. Σχεδόν έξι δεκαετίες αργότερα, ο Dustin Hoffman, στα 89 του χρόνια, αποφασίζει να μιλήσει για όσα συνέβησαν πίσω από την επιτυχία, αποκαλύπτοντας μια πραγματικότητα που δύσκολα συμβιβάζεται με τον σχεδόν μυθικό χαρακτήρα της ταινίας. Είκοσι επτά χαστούκια για μια σκηνή που ο σκηνοθέτης δεν χρησιμοποίησε ποτέ, διάτρηση τυμπάνου, εξαντλητικά γυρίσματα και μια διαρκής αίσθηση προσωπικής ανεπάρκειας συνθέτουν τη δική του εκδοχή για τη δημιουργία ενός αριστουργήματος. Η κινηματογραφική ιστορία έχει συνηθίσει να εξυμνεί την τελειομανία των μεγάλων δημιουργών. Σπανιότερα ασχολείται με το πόσο ακριβά πλήρωσαν οι υπόλοιποι αυτή την τελειότητα.

Με αφορμή την αυτοβιογραφία του Look at Me, που κυκλοφορεί στις 10 Νοεμβρίου 2026 και γράφτηκε σε συνεργασία με τη δημοσιογράφο Ariel Levy, ο Hoffman δημοσίευσε στις 31 Οκτωβρίου στο The New Yorker ένα εκτενές προσωπικό κείμενο με τίτλο Surviving The Graduate. Οι αποκαλύψεις του αναδείχθηκαν στις 3 Νοεμβρίου από τον Guardian, με τον ηθοποιό να χαρακτηρίζει τη συνεργασία του με τον Nichols «μια τρομερή εμπειρία» και να χρησιμοποιεί τη λέξη «σαδισμός» για τη συμπεριφορά που, όπως υποστηρίζει, αντιμετώπισε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων.

9781398567184-560x560.jpg

Ένας Εβραίος ηθοποιός που πίστευε ότι δεν είχε θέση στο Hollywood

Ο Hoffman είχε ήδη διανύσει σχεδόν μία δεκαετία στο θέατρο και άρχιζε να γνωρίζει επιτυχία στη Νέα Υόρκη, όταν ο Mike Nichols ενδιαφέρθηκε να του αναθέσει τον ρόλο του Benjamin Braddock. Ο σκηνοθέτης αναζητούσε επί σχεδόν δύο χρόνια τους κατάλληλους πρωταγωνιστές για την κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος του Charles Webb, έχοντας εξετάσει, μεταξύ άλλων, τον Robert Redford. Ο ίδιος ο σεναριογράφος Buck Henry είχε αναφέρει ότι ο Redford και η Candice Bergen αποτελούσαν αρχικά το ιδανικό ζευγάρι για τους δύο βασικούς ρόλους.

Ο Hoffman, από την πλευρά του, θεωρούσε σχεδόν παράλογη την πιθανότητα να υποδυθεί τον Benjamin, έναν εύπορο, αθλητικό, ακαδημαϊκά άριστο νεαρό της αμερικανικής ανώτερης μεσαίας τάξης. Η εβραϊκή του καταγωγή, η εξωτερική του εμφάνιση και η βαθιά πεποίθησή του ότι δεν διέθετε τα χαρακτηριστικά ενός κινηματογραφικού πρωταγωνιστή ενίσχυαν τις επιφυλάξεις του. Όταν ο Nichols τον ρώτησε ποιος θα ήταν καταλληλότερος, ο Hoffman του υπέδειξε έναν όμορφο, ξανθό νεαρό που κοσμούσε τότε το εξώφυλλο του Time. Ο σκηνοθέτης, ωστόσο, διέκρινε κάτι διαφορετικό και του πρότεινε μια ερμηνεία που ο ηθοποιός δεν είχε καν διανοηθεί: ο Benjamin θα μπορούσε να είναι Εβραίος εσωτερικά.

Η δοκιμαστική ακρόαση δεν βελτίωσε την αυτοπεποίθησή του. Ο Hoffman περιγράφει πολύωρες παρεμβάσεις στην εμφάνισή του από τους διάσημους μακιγιέρ της οικογένειας Westmore, με τον Nichols να ζητά αλλαγές στα φρύδια, στον λαιμό και στη μύτη του. Η διαδικασία απέκτησε για τον ίδιο μια ιδιαίτερα οδυνηρή διάσταση, καθώς ένιωθε ότι επιχειρούσαν να εξαφανίσουν από το πρόσωπό του τα χαρακτηριστικά της εβραϊκής του ταυτότητας. Αργότερα θα μάθαινε ότι ακόμη και ο μοντέρ Sam O'Steen είχε αντιμετωπίσει με απογοήτευση την πρώτη του δοκιμή, ενώ ο Buck Henry περιέγραφε την οικογένεια Braddock ως μια τυπικά ξανθιά, υγιή οικογένεια της Καλιφόρνιας, στην οποία ο Hoffman έμοιαζε με γενετική παραφωνία.

Η ειρωνεία είναι ότι ο Nichols είχε διακρίνει στην κάμερα μια ποιότητα που ο ίδιος ο Hoffman αδυνατούσε να αναγνωρίσει στον εαυτό του. Όπως θα εξηγούσε αργότερα στον βιογράφο του Mark Harris, ο νεαρός ηθοποιός μπορούσε να παραμένει σχεδόν ανέκφραστος και ταυτόχρονα να μεταδίδει κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον, ένα χάρισμα που ο σκηνοθέτης συνέκρινε με εκείνο της Elizabeth Taylor. Ο Hoffman πήρε τον ρόλο, παρότι είχε σχεδόν προεξοφλήσει την απόρριψή του. Ακόμη και ο γείτονάς του στη Νέα Υόρκη, Mel Brooks, είχε αντιμετωπίσει με δυσπιστία την είδηση ότι διεκδικούσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε ταινία του Nichols.

https://www.instagram.com/p/DfQsQl9iJem/

Ο Mike Nichols των προβών και ο «σαδισμός» των γυρισμάτων

Η συνεργασία τους ξεκίνησε με τρεις εβδομάδες προβών, ένα ασυνήθιστο προνόμιο για κινηματογραφική παραγωγή της εποχής. Ο Nichols, που είχε ήδη εντυπωσιάσει με το Who's Afraid of Virginia Woolf?, είχε τη δυνατότητα να απαιτεί χρόνο και δημιουργική ελευθερία. Ο Hoffman θυμάται έναν σκηνοθέτη ευφυή, διορατικό και εξαιρετικά αποτελεσματικό στην καθοδήγηση των ηθοποιών. Τον ενθάρρυνε να αξιοποιήσει προσωπικές εμπειρίες, την εφηβική του αμηχανία και τις σεξουαλικές του ανασφάλειες, προκειμένου να κατανοήσει τον Benjamin. Ακόμη και οι χαρακτηριστικοί νευρικοί ήχοι του ήρωα προέκυψαν μέσα από αυτή τη διαδικασία, με αφετηρία τον τρόπο που ο Hoffman μιμούνταν τον αδελφό του όταν εκείνος αγχωνόταν.

Η εικόνα άλλαξε όταν άρχισαν τα γυρίσματα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ο Nichols έγινε απρόβλεπτος, ευερέθιστος και συχνά προσβλητικός, ενώ οι ηθοποιοί δεν είχαν τη δυνατότητα να παρακολουθούν το καθημερινό κινηματογραφημένο υλικό ώστε να αξιολογούν τις ερμηνείες τους. Ο Hoffman εξηγεί ότι ο σκηνοθέτης δεν ήθελε να δει η Anne Bancroft τον τρόπο με τον οποίο τη φώτιζαν, προκειμένου να φαίνεται μεγαλύτερη από τον συμπρωταγωνιστή της. Η Bancroft ήταν μόλις 35 ετών και ο Hoffman πλησίαζε τα 30, παρότι στην ταινία υποδύονταν δύο ανθρώπους με πολύ μεγαλύτερη ηλικιακή διαφορά.

Ο ηθοποιός περιγράφει ένα εργασιακό περιβάλλον στο οποίο η διάθεση του σκηνοθέτη καθόριζε την ψυχολογία ολόκληρου του συνεργείου. Θυμάται ότι φοβόταν διαρκώς μήπως απολυθεί, ενώ μια ιδιαίτερα σκληρή παρατήρηση του Nichols, ο οποίος του συνέστησε να κάνει το αντίθετο από οτιδήποτε σκεφτόταν την επόμενη φορά, ενίσχυσε την ανασφάλειά του. Η συμπεριφορά αυτή φαίνεται πως προβλημάτιζε και άλλους συνεργάτες. Ο διευθυντής φωτογραφίας Robert Surtees είχε εκφράσει τη δυσφορία του για τον τρόπο με τον οποίο ο Nichols απευθυνόταν στο συνεργείο, κάτι που ο ίδιος ο σκηνοθέτης αναγνώρισε αργότερα.

Τα 27 χαστούκια που δεν είδε ποτέ το κοινό

Η σοβαρότερη καταγγελία του Hoffman αφορά μια σκηνή ανάμεσα στον Benjamin και την Elaine, την οποία υποδυόταν η Katharine Ross. Ο Benjamin αποκαλύπτει στη νεαρή γυναίκα ότι είχε ερωτική σχέση με μια μεγαλύτερή του, η οποία αποδεικνύεται πως είναι η μητέρα της. Η Elaine αντιδρά χαστουκίζοντάς τον, όμως ο Nichols απαιτούσε συνεχώς νέες λήψεις, ζητώντας από τη Ross να τον χτυπά ολοένα πιο δυνατά.

Η ηθοποιός ανησυχούσε μήπως τον τραυματίσει, ενώ ο Hoffman της είχε ζητήσει να προσέχει ιδιαίτερα το αυτί του. Όπως αφηγείται, η προειδοποίηση δεν αποδείχθηκε αρκετή. Έπειτα από 27 λήψεις είχε ζαλιστεί, με ορισμένα χτυπήματα να έχουν καταλήξει στο αυτί του. Ο Nichols αποφάσισε στη συνέχεια να μη χρησιμοποιήσει καν το χαστούκι στην τελική ταινία.

Την επόμενη ημέρα, ο Hoffman γύριζε την περίφημη υποβρύχια σκηνή, στην οποία ο Benjamin δοκιμάζει τη στολή κατάδυσης που του έχει αγοράσει ο πατέρας του. Ο Nichols ήθελε να παραμένει κάτω από το νερό, με αποτέλεσμα ο ηθοποιός να κρατιέται από τη σκάλα της πισίνας για να μη βγαίνει στην επιφάνεια. Όταν ολοκλήρωσε ορισμένες λήψεις, διαπίστωσε ότι έτρεχε αίμα από το αυτί του. Είχε υποστεί διάτρηση τυμπάνου, την οποία ο ίδιος συνδέει με τα χτυπήματα της προηγούμενης ημέρας και την πίεση του νερού. Η παραγωγή τον παρέπεμψε σε ειδικό γιατρό στο Beverly Hills.

Η συγκεκριμένη αποκάλυψη θέτει ένα ζήτημα που ξεπερνά τις ιδιοτροπίες ενός διάσημου σκηνοθέτη. Η απαίτηση για απόλυτη αυθεντικότητα είχε μετατραπεί σε μια διαδικασία πραγματικής σωματικής καταπόνησης, ενώ η καλλιτεχνική αναγκαιότητα των επαναλήψεων παραμένει τουλάχιστον αμφισβητήσιμη, ιδιαίτερα από τη στιγμή που το επίμαχο πλάνο απορρίφθηκε στο μοντάζ. Ο Hoffman θυμάται ότι η συμπεριφορά του Nichols απέναντί του είχε αποκτήσει μια διάσταση σαδισμού. Πρόκειται για τη δική του αποτίμηση, σχεδόν έξι δεκαετίες μετά τα γεγονότα, και έχει ιδιαίτερη βαρύτητα ακριβώς επειδή αφορά τον άνθρωπο στον οποίο οφείλει ένα καθοριστικό μέρος της κινηματογραφικής του διαδρομής.

Η λιποθυμία της Anne Bancroft και η εξάντληση που έγινε κινηματογραφική ιστορία

Οι δυσκολίες δεν περιορίζονταν στον Hoffman. Κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών γυρισμάτων στη La Verne της Καλιφόρνιας, τον Ιούνιο του 1967, την περίοδο του Πολέμου των Έξι Ημερών, οι υψηλές θερμοκρασίες επιβάρυναν ακόμη περισσότερο τις συνθήκες εργασίας. Ο ηθοποιός αναφέρει ότι η Anne Bancroft λιποθύμησε κατά τη διάρκεια μιας σκηνής και χρειάστηκε οξυγόνο, ενώ τα γυρίσματα διακόπηκαν για μερικές ημέρες μέχρι να αναρρώσει.

Ο ίδιος περιγράφει ανάλογη εξάντληση κατά τη δημιουργία της διάσημης σκηνής στην οποία ο Benjamin εγκαταλείπει το αυτοκίνητό του, καθώς έχει μείνει από καύσιμα, και τρέχει προς την εκκλησία για να εμποδίσει τον γάμο της Elaine. Ο Nichols απαιτούσε διαρκώς επαναλήψεις, παρά τις ανησυχίες του μοντέρ Sam O'Steen ότι ο πρωταγωνιστής δεν μπορούσε να συνεχίσει να τρέχει μέσα στη ζέστη. Ο Hoffman θυμάται ότι έφτασε στα όρια της λιποθυμίας εξαιτίας της αφυδάτωσης και της σωματικής κόπωσης.

Όταν ο φίλος του και θεατρικός σκηνοθέτης Ulu Grosbard επισκέφθηκε την παραγωγή, ο Hoffman του εκμυστηρεύτηκε ότι, αν αυτή ήταν η πραγματικότητα του κινηματογράφου, δεν ήθελε να γυρίσει ποτέ ξανά ταινία. Του ζήτησε μάλιστα να μάθει εάν ο Nichols είχε μετανιώσει για την επιλογή του. Σύμφωνα με όσα αφηγείται, η απάντηση που μετέφερε ο Grosbard ήταν καταφατική.

Η προσωπική ανασφάλεια του Nichols και η πιο παράδοξη εξήγηση

Σήμερα ο σπουδαίος ηθοποιός επιχειρεί να κατανοήσει τη συμπεριφορά του σκηνοθέτη μέσα από την προσωπική ιστορία του. Γεννημένος ως Mikhail Igor Peschkowsky, ο Nichols έφτασε στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1939, σε ηλικία επτά ετών, ως Εβραίος πρόσφυγας από τη Γερμανία, χωρίς να γνωρίζει αγγλικά. Αντιμετώπιζε επίσης έντονες ανασφάλειες για την εμφάνισή του, καθώς έπασχε από αλωπεκία και χρησιμοποιούσε περούκες.

Παρότι αργότερα απέκτησε όλα τα κοινωνικά σύμβολα της αμερικανικής ευμάρειας, από πολυτελείς κατοικίες μέχρι ακριβά αυτοκίνητα και άλογα, η αίσθηση ότι παρέμενε ξένος δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Ο Nichols είχε παραδεχθεί, ύστερα από χρόνια και προσωπική θεραπεία, ότι ασυνείδητα είχε μετατρέψει τον Benjamin σε έναν Εβραίο που προσπαθούσε να βρει τη θέση του σε έναν κόσμο στον οποίο δεν αισθανόταν ότι ανήκε.

Ο Hoffman προχωρά ακόμη περισσότερο, ερμηνεύοντας το The Graduate ως ένα είδος αυτοπροσωπογραφίας του Nichols. Συνδέει μάλιστα την εμμονική κραυγή του Benjamin προς την Elaine στην τελική σκηνή με τον επαγγελματικό χωρισμό του σκηνοθέτη από τη μακροχρόνια συνεργάτιδά του Elaine May. Θεωρεί ότι ο Nichols αναζητούσε στον πρωταγωνιστή ένα alter ego, έναν άνθρωπο πάνω στον οποίο μπορούσε να μεταφέρει τις δικές του ανασφάλειες και την απέχθεια που ένιωθε για πλευρές του εαυτού του.

Η ερμηνεία αυτή έχει ψυχολογικό ενδιαφέρον, χωρίς να μπορεί να λειτουργήσει ως δικαιολογία για όσα περιγράφει. Άλλωστε, η δημιουργική ιδιοφυΐα και η κακοποιητική συμπεριφορά δεν αποτελούν αναγκαστικά συγκοινωνούντα δοχεία. Η ιδέα ότι ένας καλλιτέχνης χρειάζεται να συνθλίβει τους συνεργάτες του για να παράγει σπουδαίο έργο είναι μια από τις πιο επίμονες και βολικές μυθολογίες της βιομηχανίας του θεάματος.

Το Oscar, η επιτυχία και όσα χρειάστηκαν σχεδόν 60 χρόνια για να ειπωθούν

Το The Graduate κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 1967, απέσπασε επτά υποψηφιότητες για Oscar και χάρισε στον Nichols το βραβείο σκηνοθεσίας στην 40ή τελετή απονομής, το 1968. Η ταινία καθιέρωσε τον Hoffman, ο οποίος απέσπασε την πρώτη του υποψηφιότητα για Oscar Α' Ανδρικού Ρόλου, και απέκτησε διαχρονική πολιτιστική σημασία, με τη μουσική των Simon & Garfunkel, την εμβληματική Mrs. Robinson και τη χαρακτηριστική αμηχανία του Benjamin να αποτελούν πλέον αναπόσπαστο μέρος της κινηματογραφικής ιστορίας.

Η πρώτη δημόσια προβολή που παρακολούθησε ο Hoffman στη Νέα Υόρκη τον βρήκε γεμάτο αγωνία. Στην αρχή το κοινό αντιδρούσε συγκρατημένα, όμως σταδιακά το γέλιο δυνάμωσε και η τελική σκηνή προκάλεσε ενθουσιασμό. Ο ηθοποιός θυμάται ακόμη εκείνη την αντίδραση ως μια εμπειρία που δεν επαναλήφθηκε ποτέ με τον ίδιο τρόπο στην καριέρα του.

Η σημερινή μαρτυρία του αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν αναλογιστεί κανείς ότι και ο ίδιος ο Hoffman έχει βρεθεί στο παρελθόν αντιμέτωπος με καταγγελίες για ανάρμοστη σεξουαλική συμπεριφορά, τις οποίες έχει αρνηθεί. Η αναφορά αυτή δεν αναιρεί όσα καταγγέλλει για τον Nichols, ούτε επιτρέπει την εξίσωση διαφορετικών περιστατικών. Φανερώνει, ωστόσο, πόσο σύνθετη είναι η συζήτηση για την εξουσία στο Hollywood, ιδιαίτερα όταν οι άνθρωποι που την ασκούν ή την υφίστανται έχουν αποκτήσει σχεδόν μυθικές διαστάσεις.

Ο Mike Nichols πέθανε το 2014, σε ηλικία 83 ετών, και δεν μπορεί να απαντήσει στη σημερινή αφήγηση του Hoffman. Η μαρτυρία του τελευταίου, επομένως, παραμένει μια προσωπική αποτίμηση των γεγονότων, με όλες τις ιδιαιτερότητες που συνεπάγεται η απόσταση σχεδόν έξι δεκαετιών. Η σημασία της, ωστόσο, δεν εξαντλείται στην αναδρομική αποκαθήλωση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη.

Το The Graduate παραμένει μια εξαιρετική ταινία και ο Nichols ένας από τους σημαντικότερους δημιουργούς του αμερικανικού κινηματογράφου. Το ερώτημα που αφήνει η εξομολόγηση του Hoffman αφορά την ευκολία με την οποία η καλλιτεχνική επιτυχία μετατρέπει τις υπερβολές, τις ταπεινώσεις και τους τραυματισμούς σε γοητευτικές ιστορίες από τα παρασκήνια. Για δεκαετίες, το Hollywood αντιμετώπιζε την εξουθένωση ως παράσημο και την αυθαιρεσία ως ιδιοσυγκρασία. Τα 27 χαστούκια που δεν έφτασαν ποτέ στην οθόνη αξίζουν σήμερα περισσότερη προσοχή από ένα ακόμη εγκώμιο στη μεγαλοφυΐα του σκηνοθέτη.

DPG Network
© 2012-2026 Queen.gr - All rights reserved