Πέθανε ο Tinto Brass, ο μετρ του ερωτισμού που του πήραν τον Caligula
Ο Ιταλός σκηνοθέτης πέθανε στα 93 του, αφήνοντας πίσω του μια κινηματογραφική διαδρομή γεμάτη λογοκρισία, σεξουαλική πρόκληση και συγκρούσεις με κάθε λογής εξουσία. Από τη μαθητεία του δίπλα στον Roberto Rossellini μέχρι τον διαβόητο Caligula, που ο εκδότης του Penthouse ξαναμοντάρισε και εμπλούτισε με σκηνές πραγματικού σεξ, ο Brass έζησε μια εξαιρετικά ειρωνική ιστορία δημιουργικής ελευθερίας. Για έναν άνθρωπο που πέρασε τη ζωή του προκαλώντας τη δημόσια αιδώ, ήταν μάλλον εξοργιστικό να του παραδίδουν μαθήματα ανηθικότητας οι ίδιοι του οι παραγωγοί.
Ο Tinto Brass, ένας από τους πλέον αμφιλεγόμενους και αμετανόητα προκλητικούς σκηνοθέτες του ιταλικού κινηματογράφου, πέθανε την Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2026 στη Ρώμη, σε ηλικία 93 ετών. Την είδηση του θανάτου του επιβεβαίωσαν στο ιταλικό πρακτορείο ANSA η σύζυγός του, Caterina Varzi, και τα δύο παιδιά του, Bonifacio και Beatrice. Ο δημιουργός που κατόρθωσε να μετατρέψει τον ερωτισμό σε ολόκληρη κινηματογραφική ταυτότητα, προκαλώντας επί δεκαετίες λογοκριτές, κριτικούς και υπερασπιστές της δημόσιας ηθικής, άφησε πίσω του περίπου τριάντα ταινίες, αρκετές δικαστικές περιπέτειες και μια από τις πιο εξωφρενικές ιστορίες δημιουργικής αυθαιρεσίας που γνώρισε ποτέ το σινεμά. Με μια σχεδόν σαδιστική ειρωνεία της κινηματογραφικής ιστορίας, η πιο διαβόητη παραγωγή που συνδέθηκε με το όνομά του ήταν εκείνη από την οποία του αφαιρέθηκε ο δημιουργικός έλεγχος.
Γεννημένος στις 26 Μαρτίου 1933 στο Μιλάνο, με τη Βενετία να αποτελεί την πόλη με την οποία ταυτίστηκε, ο Giovanni Brass, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, ακολούθησε μια διαδρομή πολύ πιο ενδιαφέρουσα από εκείνη που υποδηλώνει η συνήθης περιγραφή του ως «μετρ του ερωτικού κινηματογράφου». Σπούδασε Νομική, βρέθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1950 στο Παρίσι, εργάστηκε στη Cinémathèque française και μαθήτευσε δίπλα σε σημαντικούς κινηματογραφιστές όπως ο Joris Ivens και ο Roberto Rossellini. Είχε ήδη αποκτήσει ουσιαστική εξοικείωση με το μοντάζ, την κινηματογραφική γλώσσα και τις αισθητικές αναζητήσεις της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας προτού αποφασίσει να ασχοληθεί συστηματικά με το σεξ, ένα θέμα που οι συντηρητικοί κύκλοι της εποχής αντιμετώπιζαν περίπου ως προσωπική προσβολή.
Το σκηνοθετικό του ντεμπούτο, Chi lavora è perduto του 1963, αμφισβητούσε τον κοινωνικό κομφορμισμό και την αλλοτρίωση της εργασίας, προκαλώντας ήδη την παρέμβαση της λογοκρισίας. Ακολούθησαν πειραματικές δημιουργίες όπως τα Col cuore in gola (1967), L’urlo και Nerosubianco (1969), με έντονες επιρροές από την pop art, τα κόμικς και τα ριζοσπαστικά πολιτιστικά ρεύματα της δεκαετίας. Στο Col cuore in gola, μάλιστα, συνεργάστηκε με τον εμβληματικό δημιουργό κόμικς Guido Crepax, αναζητώντας μια οπτική γλώσσα που αδιαφορούσε για τις ακαδημαϊκές ευπρέπειες του κινηματογράφου.
Από τη λογοκρισία στον ερωτισμό, με ενδιάμεση στάση την υποκρισία
Στη δεκαετία του 1970, ο Brass στράφηκε σταδιακά στον ερωτικό κινηματογράφο, αντιμετωπίζοντας τη σεξουαλικότητα ως προνομιακό πεδίο για να εξερευνήσει τις ανθρώπινες επιθυμίες, τις σχέσεις εξουσίας και την κοινωνική υποκρισία. Το Salon Kitty του 1976, με φόντο έναν οίκο ανοχής που χρησιμοποιούν οι ναζί για κατασκοπεία, συνέδεσε το σεξ με την πολιτική επιτήρηση και τη χειραγώγηση. Αργότερα, ταινίες όπως τα La chiave (1983), Miranda (1985), Paprika (1991), Così fan tutte (1992) και Monella (1998) καθιέρωσαν το χαρακτηριστικό ύφος του, με πρωταγωνιστικό τον γυναικείο ερωτισμό, την ηδονοβλεπτική οπτική και ένα ιδιαίτερα επιδεικτικό χιούμορ.
Η αισθητική του προκάλεσε αντιδράσεις που ξεπερνούσαν τα όρια μιας συνηθισμένης κινηματογραφικής διαφωνίας. Ο ίδιος συνήθιζε να λέει ότι είχε περάσει σχεδόν περισσότερο χρόνο στις δικαστικές αίθουσες παρά πίσω από την κάμερα, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι 26 από τις 27 ταινίες του είχαν αντιμετωπίσει λογοκριτικές παρεμβάσεις, με μοναδική εξαίρεση το La vacanza του 1971. Ο αριθμός αποτελούσε δικό του ισχυρισμό, χαρακτηριστικό πάντως του τρόπου με τον οποίο αντιμετώπιζε τις διαρκείς συγκρούσεις του με τις αρχές. Για εκείνον, οι δικαστικές περιπέτειες έμοιαζαν να αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της καλλιτεχνικής του δραστηριότητας.
Οι αντιρρήσεις απέναντι στο έργο του δεν προέρχονταν αποκλειστικά από συντηρητικούς υπερασπιστές της ηθικής. Η απεικόνιση των γυναικών, η εμμονή με συγκεκριμένα μέρη του σώματος και η διαρκής μετατροπή της επιθυμίας σε θέαμα προσφέρονταν εξίσου για κριτική σχετικά με την αντικειμενοποίηση και τα όρια της σεξουαλικής απελευθέρωσης. Ο Brass δεν προσπάθησε ιδιαίτερα να γίνει συμπαθής στους επικριτές του. Με το χαρακτηριστικό πούρο, την προκλητική ειλικρίνεια και μια σχεδόν επαγγελματική δυσανεξία απέναντι στους κανόνες καλής συμπεριφοράς, υποστήριζε ότι ο ερωτισμός αποτελούσε ουσιαστικό στοιχείο της ανθρώπινης έκφρασης.
Το κατά πόσο οι ταινίες του δικαίωναν πάντοτε αυτή τη φιλοδοξία παραμένει μια απολύτως θεμιτή συζήτηση. Το ενδιαφέρον στην περίπτωσή του βρίσκεται και στο γεγονός ότι η ελευθερία που διεκδικούσε για τον εαυτό του δοκιμάστηκε με τον πλέον κυνικό τρόπο από έναν άνθρωπο που εμπορευόταν ακριβώς τη σεξουαλική πρόκληση.
Ο Caligula, ο Bob Guccione και μια αυτοκρατορία παραγωγικής αυθαιρεσίας
Η ιστορία του Caligula αποτελεί από μόνη της ένα εξαιρετικά κακόγουστο μάθημα για το ποιος διαθέτει πραγματικά την εξουσία σε μια κινηματογραφική παραγωγή. Η ταινία γυρίστηκε το 1976 και έκανε πρεμιέρα το 1979, με τη φιλοδοξία να εξερευνήσει τη διαφθορά, την πολιτική παράνοια και την ανεξέλεγκτη εξουσία του Ρωμαίου αυτοκράτορα. Το σενάριο υπέγραφε ο Gore Vidal, τον κεντρικό ρόλο υποδυόταν ο Malcolm McDowell, ενώ στο καστ συμμετείχαν οι Helen Mirren, Peter O’Toole και John Gielgud. Μια παραγωγή με σημαντικά ονόματα, φιλόδοξα σκηνικά και έναν παραγωγό που είχε μάλλον διαφορετική αντίληψη περί καλλιτεχνικής ολοκλήρωσης.
Ο συγκεκριμένος παραγωγός ήταν ο Bob Guccione, ιδρυτής και εκδότης του ανδρικού περιοδικού Penthouse. Τα προβλήματα είχαν αρχίσει ήδη κατά την ανάπτυξη και τα γυρίσματα της ταινίας, με σοβαρές δημιουργικές διαφωνίες ανάμεσα στον Brass, τον Vidal και τον Guccione. Η σύγκρουση του σκηνοθέτη με τον σεναριογράφο, που είχε προηγηθεί, περιέπλεξε ακόμη περισσότερο μια παραγωγή στην οποία οι προσωπικές φιλοδοξίες και οι αντικρουόμενες αντιλήψεις για το τελικό αποτέλεσμα είχαν αποκτήσει σχεδόν αυτοκρατορικές διαστάσεις.
Μετά την ολοκλήρωση των βασικών γυρισμάτων, ο Brass απομακρύνθηκε και ο Guccione ανέλαβε τον έλεγχο του μοντάζ. Πρόσθεσε σκηνές πραγματικού σεξ, οι οποίες είχαν κινηματογραφηθεί χωριστά στα σκηνικά της παραγωγής, χωρίς τη συγκατάθεση του σκηνοθέτη. Οι παρεμβάσεις άλλαξαν ουσιαστικά τον χαρακτήρα της ταινίας και προκάλεσαν την αποστασιοποίηση τόσο του Brass όσο και του Vidal, οι οποίοι ζήτησαν να αφαιρεθούν τα ονόματά τους από το τελικό έργο.
Η ειρωνεία αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον αν αναλογιστεί κανείς ότι ο Brass είχε χτίσει μεγάλο μέρος της δημιουργικής του ταυτότητας πάνω στον πειραματισμό και στο ίδιο το μοντάζ. Εργαζόταν προσωπικά πάνω στη σύνθεση των ταινιών του και αντιμετώπιζε τη διαδικασία ως καθοριστικό κομμάτι της σκηνοθεσίας. Στην περίπτωση του Caligula, εκεί όπου η προσωπική του ματιά θα αποκτούσε την οριστική κινηματογραφική της μορφή, το ψαλίδι πέρασε σε άλλα χέρια.
Ο Guccione επιχείρησε να παντρέψει την εμπορική λογική του πορνογραφικού θεάματος με μια πολυδάπανη ιστορική υπερπαραγωγή. Ο συνδυασμός αποδείχθηκε εκρηκτικός, με την ταινία να αποκτά μια διαβόητη φήμη που επισκίασε σχεδόν κάθε συζήτηση για το αρχικό κινηματογραφικό της περιεχόμενο. Ένας σκηνοθέτης που κατηγορούνταν επί χρόνια ότι προκαλούσε συνειδητά το κοινό βρέθηκε να απολογείται για μια πρόκληση την οποία είχε επιβάλει κάποιος άλλος. Δύσκολα θα επινοούσε κανείς καταλληλότερη ιστορία για μια ταινία με θέμα την αυθαίρετη άσκηση εξουσίας.
Μια ταινία που χρειάστηκε δεκαετίες για να ξαναβρεί το σώμα της
Οι περιπέτειες του Caligula συνεχίστηκαν πολύ μετά την πρώτη προβολή του. Στη Βρετανία, σύμφωνα με το επίσημο ιστορικό του British Board of Film Classification, η ταινία κατασχέθηκε αρχικά από τις τελωνειακές αρχές τον Απρίλιο του 1980 και υποβλήθηκε σε περισσότερες από 50 περικοπές, συνολικής διάρκειας περίπου 11 λεπτών, προτού λάβει άδεια δημόσιας προβολής. Η πλήρης εκδοχή του Guccione εγκρίθηκε χωρίς περικοπές για διανομή σε DVD μόλις το 2008, σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά την αρχική της κυκλοφορία.
Το 2023, περισσότερο από τέσσερις δεκαετίες μετά, παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Καννών το Caligula: The Ultimate Cut, μια νέα εκδοχή υπό την επίβλεψη του Thomas Negovan. Η ανασύνθεση βασίστηκε σε πρωτότυπο κινηματογραφικό υλικό που είχε παραμείνει αχρησιμοποίητο, με διαφορετική επεξεργασία της αφήγησης και μεγαλύτερη έμφαση στις ερμηνείες. Σύμφωνα με το ίδιο το Φεστιβάλ, ούτε ένα πλάνο της αρχικής κυκλοφορημένης εκδοχής δεν χρησιμοποιήθηκε αυτούσιο στη νέα σύνθεση.
Αξίζει, ωστόσο, να γίνει μια σημαντική διάκριση. Το Ultimate Cut αποτελεί νέα δημιουργική προσέγγιση του αρχικού υλικού και δεν μπορεί να θεωρηθεί ολοκληρωμένη σκηνοθετική εκδοχή του Brass, καθώς πραγματοποιήθηκε δεκαετίες αργότερα από διαφορετική ομάδα. Το Caligula απέκτησε διαφορετικές εκδοχές, πέρασε από λογοκριτές και μοντέρ, ανασυντέθηκε και επαναξιολογήθηκε, με την αρχική δημιουργική πρόθεση του σκηνοθέτη να παραμένει αντικείμενο συζήτησης.
Η περίπτωση της ταινίας θέτει ένα ερώτημα που εξακολουθεί να απασχολεί τον κινηματογράφο, ιδιαίτερα στις μεγάλες παραγωγές όπου τα χρήματα συνοδεύονται από συγκεκριμένες απαιτήσεις. Πόσο πραγματική είναι η ελευθερία ενός δημιουργού όταν εκείνος που χρηματοδοτεί το έργο μπορεί να το ξαναγράψει, να το ξαναμοντάρει και να το κυκλοφορήσει με το όνομά του; Στην περίπτωση του Brass, η απάντηση δόθηκε με έναν τρόπο που θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί μέρος της πλοκής του Caligula.
Η Βενετία θυμήθηκε τον άλλο Tinto Brass
Την 1η Σεπτεμβρίου 2026, λίγες εβδομάδες πριν από τον θάνατό του, η 83η Μόστρα της Βενετίας τίμησε τον Brass προβάλλοντας μια αποκατεστημένη εκδοχή 4K του Col cuore in gola του 1967, στην προφεστιβαλική της βραδιά. Η αποκατάσταση πραγματοποιήθηκε από το Centro Sperimentale di Cinematografia με την υποστήριξη του Netflix, φέρνοντας ξανά στο προσκήνιο έναν δημιουργό που είχε συμβάλει στην ανανέωση της κινηματογραφικής γλώσσας της δεκαετίας του 1960.
Ο ίδιος δεν κατάφερε να παραστεί εξαιτίας προβλημάτων υγείας. Η σύζυγός του διάβασε μήνυμά του, στο οποίο αναφερόταν στη βαθιά προσωπική σχέση του με τη Βενετία και στην αδυναμία του να ταξιδέψει για την προβολή της αποκατεστημένης ταινίας. Η απουσία του από την εκδήλωση προσέδωσε έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα σε αυτή την καθυστερημένη, αλλά ουσιαστική αναγνώριση της πρώιμης κινηματογραφικής του διαδρομής.
Είναι ενδεικτικό ότι η Βενετία επέλεξε να τιμήσει τον πειραματικό Brass, εκείνον που υπήρξε σημαντικό κομμάτι του ευρωπαϊκού κινηματογραφικού μοντερνισμού, προτού η δημόσια εικόνα του περιοριστεί σχεδόν αποκλειστικά στις γυμνές σάρκες και στα σκάνδαλα. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Μόστρας, Alberto Barbera, επισήμανε άλλωστε πόσο περιοριστικό είναι να περιγράφεται αποκλειστικά ως σκηνοθέτης ερωτικών ταινιών ένας άνθρωπος που υπήρξε από τους σημαντικούς εκπροσώπους της κινηματογραφικής πρωτοπορίας της δεκαετίας του 1960.
Η επανεκτίμηση εκείνης της περιόδου φανερώνει πόσο εύκολα η φήμη ενός καλλιτέχνη μπορεί να καταπιεί την πολυπλοκότητα του έργου του, ιδιαίτερα όταν το κοινό έχει αποφασίσει ποιο κομμάτι της διαδρομής του βρίσκει περισσότερο διασκεδαστικό.
Ο Tinto Brass δεν υπήρξε αθώος προβοκάτορας, ούτε χρειάζεται να αγιοποιηθεί επειδή πέθανε. Γνώριζε καλά την εμπορική δύναμη της πρόκλησης, την αξιοποίησε με συνέπεια και υπερασπίστηκε επιλογές που εξακολουθούν να προκαλούν διαφωνίες. Το γεγονός ότι βρέθηκε και ο ίδιος αντιμέτωπος με μια τόσο επιθετική παρέμβαση στο έργο του προσθέτει στην ιστορία του μια ειρωνεία που δύσκολα θα άντεχε οποιοδήποτε σενάριο.
Στο σινεμά του Brass, το σεξ μπορούσε να γίνει τα πάντα: πολιτικό σχόλιο, εμπορικό θέαμα, αισθητική εμμονή ή αφορμή για δικαστική περιπέτεια. Στον Caligula, έγινε και το άλλοθι για να του αφαιρέσουν το δικαίωμα να αποφασίζει τι θα φέρει την υπογραφή του.
Από όλες τις απρέπειες για τις οποίες κατηγορήθηκε στη ζωή του, η πιο εξευτελιστική ήταν εκείνη που του επέβαλαν με το όνομά του στους τίτλους αρχής.

