Θέατρο: Ελένη ή ο Κανένας

Θέατρο: Ελένη ή ο Κανένας

«Το κορίτσι έσκυψε πάνω από τη χαμηλή βεράντα προς τη θάλασσα. Τ' αλμυρό νερό ποτέ δεν επιστρέφει την εικόνα ενός προσώπου. Το μπλε του ήταν των παραμυθιών, για αυτό δεν την καθρέφτιζε, αλλά μπορούσε να την παρασύρει σε ένα κόσμο διαφορετικό. Μικρότερη, την άγγιζε και τον εμπιστευόταν σαν παιχνίδι. Κορίτσι, πια, τον αντιλαμβανόταν σαν κάτι πιο μεγάλο απ τον εαυτό της. Ένα γαλάζιο ατλάζι, που απλώνονταν μαλακά και τύλιγε τα στέφανα των γεννητόρων για πολλές γενιές. Η σαν εκείνο το λεπτό λινό, που τύλιγε τους τυχερούς νεκρούς σε βαθυκύανο πένθος...»...

Αυτές είναι οι πρώτες γραμμές απ' το βιβλίο της Ρέας Γαλανάκη, «Ελένη ή ο Κανένας» και έτσι ακριβώς ξεκάνει ο θεατρικός μονόλογος, με την βαθιά, υγρή, όλο συνθήματα φωνή της Αλεξάνδρας Σακελλαροπούλου. Να πω την αμαρτία, πως ξεκίνησα να δω το έργο με μια δυσφορία γιατί η Αθήνα έχει πλημμυρίσει από θεατρικούς μονόλογους, μια μόδα επιβεβλημένη από την φτώχεια μας, διότι που να βρεθούν λεφτά για πολλούς ηθοποιούς. Όμως τα πρώτα ήδη λεπτά της παράστασης με μάγεψαν. Το έργο; Αφορά στην πολυτάραχη και σκοτεινή ζωή της πρώτης ελληνίδας ζωγράφου της Σπετσιώτισσας Ελένης Μπούκουρα, που σαν σαιξπηρική ηρωίδα, τα χρόνια του αγώνα της Ελλάδας εναντία στους Τούρκους κατακτητές, ντύθηκε άντρας και πήγε να σπουδάσει ζωγραφική στην Φλωρεντία. Εκεί, από έναν έρωτα αποκάλυψε την αλήθεια για το φύλλο της, έκανε τρία παιδιά απ τον μεγάλο ζωγράφο Σαβέριο Αλταμούρα, που την παράτησε γιατί τον κούρασε η θλίψη της, η ανατολίτικη μυστικοπάθεια της και η μανία της να ντύνεται αντρικά. Θα επιστρέψει στην Αθήνα, θα χάσει δυο παιδιά από θάνατο και ένα που θα πάρει ο πατέρας τους κατάδικό του, θα κάψει τα έργα της όλα, θα κλειστεί στο σπίτι της στις Σπέτσες και θα απομονωθεί για είκοσι χρόνια, κάνοντας τους ντόπιους να ψιθυρίζουν πως είναι τρελή και μάγισσα.

Στην παράσταση η Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου κάνει με το σώμα της και τη φωνή της δικά της μάγια. Ζωντανεύει έναν άνθρωπο, μια ζωή, μια εποχή, μια σκοτεινιά, την τρελά, την αγάπη, την απόγνωση, τον απελπισμένο έρωτα, την θλίψη, την αποχώρηση, την απέραντη εγκατάλειψη. Τα σκηνικά, οι μουσικές, το υδάτινο στοιχείο πάνω στην σκηνή –έβλεπα τα νερά στο ταβάνι του θεάτρου να αντιφεγγίζοντας και νόμιζα πως ήμουν στα αλήθεια σε ρημαγμένο θαλάσσιο τόπο- τα κοστούμια, όλα της Παναγιώτας Κόκκορου, η σκηνοθεσία του Θέμη Μουμουλίδη, οι τόσο ατμοσφαιρικοί φωτισμοί του Νίκου Σωτηρόπουλου και οι μουσικές που έχουν παραλείψει να μας πουν ποιος τις διάλεξε, έφτιαξαν μια παράσταση, φέτα ζωής, που δεν πρέπει να χάσετε. Ελένη ή ο Κανένας, λοιπόν, στο θέατρο Άνεσις – θεατρική σκηνή Ανδρέας Βουτσινάς, για λίγες παραστάσεις η άγνωστη ζωή μιας ζωγράφου, οι λέξεις – κοσμήματα μιας σπουδαίας συγγραφέως της Ρέας Γαλανάκη και η σπουδαία τέχνη μιας ηθοποιού με όλη τη σημασία της λέξης, της Αλεξάνδρας Σακελλαροπούλου.