Στη Νάξο βρήκαμε την άνοιξη & τον εαυτό μας, μετά την πρόσκληση της Moustakis Flower Company
Ένα ταξίδι στη Νάξο γεμάτο λουλούδια, ιστορίες και εκείνη τη σπάνια αίσθηση ότι, έστω και για λίγο, βρίσκεις ξανά την άνοιξη εντός και εκτός.
Υπάρχουν ταξίδια που τα θυμάσαι για τις εικόνες τους και υπάρχουν κι εκείνα που επιστρέφουν μέσα σου πολύ καιρό αφότου τελειώσουν, γιατί κατάφεραν να αγγίξουν κάτι πιο βαθύ από την επιθυμία για απόδραση, κάτι που μοιάζει περισσότερο με ανάγκη επιστροφής στον εαυτό σου.
Έτσι ήταν αυτό το ταξίδι στη Νάξο, λίγες μόλις εβδομάδες πριν το νησί γεμίσει κόσμο, ήχους και καλοκαιρινή βιασύνη, τότε που ο αέρας μύριζε ακόμη χώμα και άνοιξη και οι άνθρωποι είχαν χρόνο να σε «κοιτάξουν» στα μάτια και να σου μιλήσουν σαν να σε γνώριζαν χρόνια.
Παιδί της άνοιξης, γεννημένη στα ντουζένια του Μαΐου, δεν θυμάμαι τον εαυτό μου να μη βγαίνει για να μαζέψει τα απαραίτητα λουλούδια, να πλέξουμε στεφάνια οικογενειακώς, να γεμίσουμε τα χέρια μας με αρώματα και να γιορτάσουμε, σχεδόν τελετουργικά, τη ζωή στην πιο απλή και αυθεντική της εκδοχή.
Το μαγιάτικο στεφάνι, κρεμασμένο στην είσοδο του σπιτιού, μένει εκεί μέχρι τις 23 Ιουνίου, όταν, στο έθιμο του Κλήδονα, καίγεται στις φωτιές του Άι Γιάννη, σηματοδοτώντας το τέλος της άνοιξης και το πέρασμα στο καλοκαίρι, σε μια πράξη που συμβολίζει την κάθαρση, την απομάκρυνση του παλιού και την υποδοχή του νέου. Έναν κύκλο που ολοκληρώνεται για να ξεκινήσει ξανά.
Ίσως γι’ αυτό φέτος κυνηγάω περισσότερο από ποτέ εκείνη τη νεότερη εκδοχή του εαυτού μου, εκείνη που ήξερε να σταματά, να μυρίζει, να νιώθει χωρίς να βιάζεται και ίσως αυτή η απόδραση στη Νάξο να ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόμουν για να γειωθώ, να επιστρέψω σε μένα και να δώσω στον εαυτό μου τον χρόνο που τόσο καιρό ζητούσε σιωπηλά.
Με αφορμή μια πρόσκληση από τη Moustakis Flower Company, που φέτος γιορτάζει τα 60 χρόνια λειτουργίας της, βρεθήκαμε μια μεγάλη παρέα, ετερόκλητη, σχεδόν απρόβλεπτη: φίλοι, άγνωστοι, συνάδελφοι, δημιουργοί περιεχομένου, βρεθήκαμε να μοιραζόμαστε τον ίδιο προορισμό, να ανακαλύπτουμε τη Νάξο αλλιώς, όχι μέσα από τη γνωστή καλοκαιρινή εικόνα της, αλλά μέσα από τις ιστορίες των ανθρώπων της, τα χωριά της, τα τραπέζια που στρώνονται αργά, τα λουλούδια που ανθίζουν χωρίς να βιάζονται και τα κρασιά που κουβαλούν μέσα τους ολόκληρη τη μνήμη του τόπου.
Κι ίσως τελικά αυτό να ήταν το σημαντικότερο από όλα: πως σε αυτό το ταξίδι δεν ένιωσα επισκέπτρια, αλλά καλεσμένη.
Ας ξετυλίξουμε το νήμα για να πλέξουμε το στεφάνι του ταξιδιού στη Νάξο
Πριν από τη Νάξο, πριν από τα στεφάνια, τα αμπέλια και εκείνες τις σιωπές που σε βρίσκουν όταν επιτέλους σταματάς, υπάρχει μια ιστορία που ξεκινά δεκαετίες πίσω, σε μια άλλη Ελλάδα, πιο αργή, πιο ανθρώπινη, πιο δεμένη με τις γειτονιές και τους ανθρώπους της.
Το 1965, στον Άγιο Κωνσταντίνο, δίπλα στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, ο Ηλίας Νικ. Μουστάκης νιώθει την ανάγκη να δώσει μορφή σε κάτι που ήδη υπήρχε μέσα του: την αγάπη για τα λουλούδια, σε συνδυασμό με την οικογενειακή παράδοση στο εμπόριο· και έτσι, σε μια γειτονιά όπου τα ανθοπωλεία δεν ήταν απλώς καταστήματα αλλά σημεία συνάντησης, δημιουργείται το πρώτο κατάστημα της οικογένειας, μέσα σε ένα κλίμα σχεδόν παρεΐστικο, όπου το εμπόριο είχε πρόσωπο και οι σχέσεις διάρκεια.
Δεν ήταν απλώς μια επιχείρηση αλλά μια στάση απέναντι στην ομορφιά, μια καθημερινή πράξη φροντίδας, μια υπενθύμιση ότι τα λουλούδια, όσο εφήμερα κι αν είναι, έχουν τη δύναμη να αλλάζουν τη διάθεση, τον χώρο, τη στιγμή.
Και κάπως έτσι, αυτή η σχέση με τη φύση και την ομορφιά βρίσκει, χρόνια μετά, έναν νέο τόπο για να ανθίσει: στη Νάξο.
Περπατώντας στο Φιλώτι και στο Κάτω Σαγκρί μέσα στο κτήμα Terra Grazia
Στο κέντρο των Κυκλάδων, μέσα στο βαθύ μπλε του Αιγαίου, η Νάξος απλώνεται πράσινη, εύφορη, αντιφατική, ένα νησί που δεν εξαντλείται στην εικόνα του καλοκαιριού, αλλά αποκαλύπτεται σε εκείνους που θα του δώσουν χρόνο.
Ο μακρύς μόλος του λιμανιού μοιάζει με μια άτυπη τελετουργία εισόδου: περπατώντας προς το τέλος του, με τη βαλίτσα στο χέρι και την Πορτάρα να στέκει αγέρωχη, νιώθεις πως αφήνεις πίσω κάτι γνώριμο και μπαίνεις σε μια εμπειρία που δεν έχει ακόμη οριστεί.
Η Χώρα, λευκή και φωτεινή, απλώνεται σαν μαρμάρινη προέκταση του τοπίου, σκαρφαλωμένη ανάμεσα στο πράσινο και το φως και κάπου εκεί αρχίζει η μετάβαση.
Στο Φιλώτι, μακριά από τη Χώρα, ανακαλύψαμε μια άλλη Νάξο, πιο εσωτερική, πιο αυθεντική, πιο συνδεδεμένη με το παρελθόν της.
Στη γειτονιά του Φασολά, όπου άλλοτε χτυπούσε η καρδιά της τοπικής οικονομίας, τα μικρά μαγαζιά, μπακάλικα, εργαστήρια, καφενεία, αφηγούνται ακόμα ιστορίες μιας εποχής που η καθημερινότητα είχε διαφορετική κλίμακα και οι ανθρώπινες σχέσεις διαφορετικό βάρος.
Και κάπου εκεί, στη μικρή πλατεία, χωρίς προσδοκία και χωρίς σκηνοθεσία, ζήσαμε το δικό μας πανηγύρι: ένα γλέντι που στήθηκε όχι για να εντυπωσιάσει, αλλά για να μοιραστεί, με τους ντόπιους να μας υποδέχονται με εκείνη τη σπάνια μορφή φιλοξενίας που δεν επιδεικνύεται, προσφέρεται.
Και λίγο πριν το τέλος, ένα ακόμη δώρο: ένα μπουκέτο από αμάραντο, δια χειρός του κυρίου Θεωνά, ένα άνθος που όπως λέει και το όνομά του, δεν μαραίνεται ποτέ, που κρατά το σχήμα, το χρώμα και τη μνήμη του στον χρόνο.
Η επόμενη ημέρα μάς βρήκε στο Κάτω Σαγκρί, στο κτήμα Terra Grazia, σε ένα τοπίο που μοιάζει να ισορροπεί ανάμεσα στην ιστορία και το παρόν, με τους αμπελώνες να απλώνονται ήσυχα γύρω από τον ενετικό πύργο, δημιουργώντας ένα περιβάλλον που σε καλεί, σχεδόν αβίαστα, να επιβραδύνεις.
Εκεί, ανάμεσα στο φως και στη γη, φτιάξαμε τα δικά μας μαγιάτικα στεφάνια.
Δεν ήταν μια απλή δραστηριότητα, ήταν μια εμπειρία που λειτούργησε σαν γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν.
Με λουλούδια στα χέρια, με βλέμματα στραμμένα στη λεπτομέρεια και με εκείνες τις μικρές, πολύτιμες σιωπές που λένε περισσότερα από τις λέξεις, ο καθένας έπλεκε το δικό του στεφάνι, μοναδικό, όπως μοναδική ήταν και η διαδρομή που τον έφερε εκεί.
Τα λουλούδια, εύθραυστα και εφήμερα, μας θύμισαν ότι η ομορφιά δεν μετριέται σε διάρκεια αλλά σε ένταση· ότι υπάρχει για λίγο, αλλά ακριβώς γι’ αυτό αξίζει να τη ζεις ολοκληρωτικά, χωρίς αναβολές, χωρίς δεύτερες σκέψεις.
Φεύγοντας, κρατούσαμε τα στεφάνια μας σαν μικρά φυλαχτά, όχι για να διαρκέσουν, αλλά για να μας θυμίζουν.
Κάπως έτσι κράτησα κι εγώ αυτό το ταξίδι: με τη γλυκιά φθορά των στιγμών που έζησα και με κάτι μέσα μου που, σαν τον αμάραντο, δεν θα μαραθεί ποτέ.
Αν κάτι μένει τελικά, δεν είναι οι εικόνες. Είναι η φιλοξενία, όπως την όριζαν οι παλαιότεροι, ως πράξη, όχι ως υπηρεσία. Είναι η επιστροφή στον εαυτό. Είναι οι στιγμές που σε βρίσκουν όταν σταματάς.
Μίλησα λίγο. Άκουσα πολύ. Ένιωσα περισσότερο. Κι αν η άνοιξη δεν έρχεται πάντα από μόνη της, τότε ίσως το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να τη βρεις. Κι εγώ τη βρήκα στη Νάξο.
Μάθε ό,τι χρειάζεσαι για την Moustakis Flower Company εδώ

