Μη μετράς μόνο τις ώρες που περνά το παιδί σου μπροστά σε μια οθόνη: δες τι πραγματικά το επηρεάζει
Αν προσπαθείς να τα προλάβεις όλα και οι οθόνες γίνονται η «λύση ανάγκης», οι ειδικοί εξηγούν πότε υπάρχει λόγος ανησυχίας και πότε οι ενοχές είναι περιττές.
Αν κάτι μας λείπει από τις καλοκαιρινές διακοπές των παιδικών μας χρόνων είναι η αίσθηση ότι το καλοκαίρι ήταν ατέλειωτο, το ίδιο και η διάρκεια της μέρας.'Ο,τι και να έκανες, υπήρχε χρόνος και για κάτι ακόμα : για άλλη μία βουτιά, για λίγο ακόμα κρυφτό στη γειτονιά, για εκείνο το τελευταίο παγωτό πριν επιστρέψεις σπίτι.
Σήμερα, όμως, ως γονιός, αυτός ο ίδιος «ατέλειωτος» χρόνος των παιδιών σου μπορεί εύκολα να σε αγχώσει. Γιατί το δικό τους καλοκαίρι είναι μεν νωχελικό, αλλά μέχρι να έρθει η ώρα των οικογενειακών διακοπών περιορίζεται συχνά στους τέσσερις τοίχους ενός διαμερίσματος. Την ίδια στιγμή, εσύ προσπαθείς να ισορροπήσεις ανάμεσα στη δουλειά και τις υποχρεώσεις. Με τις αντοχές σου να έχουν ήδη χτυπήσει «κόκκινο» λόγω της ζέστης, η ενέργειά σου απλώς δεν φτάνει για να γίνεις ο προσωπικός τους ανιματέρ. Κάπως έτσι, καταφεύγεις στη λύση της τηλεόρασης, του tablet ή του κινητού για μια ολόκληρη μέρα, απλώς και μόνο για να κυλήσουν οι ώρες και να πάρεις μια ανάσα. Σου θυμίζει κάτι;
Νέα έρευνα δείχνει ότι οι επιπτώσεις των οθονών στα παιδιά μπορεί να είναι μη αναστρέψιμες
Ακόμα κι αν υπάρχουν αυστηροί κανόνες για τον χρόνο οθόνης, το καλοκαίρι συνήθως χαλαρώνουν ξεπερνώντας κατά πολύ το όριο. Και κάπου εκεί, την ώρα που το tablet έχει πάρει φωτιά από το πρωί κι εσύ προσπαθείς ακόμα να κλείσεις τις εκκρεμότητες της δουλειάς, έρχεται η γνώριμη, ενοχλητική φωνή της ενοχής. Κοιτάζεις το παιδί και αναρωτιέσαι: πόσο καταστροφική μπορεί να είναι τελικά μια ολόκληρη μέρα μπροστά σε μια οθόνη, όταν οι συνθήκες του καλοκαιριού στο διαμέρισμα δεν σου αφήνουν άλλη επιλογή;
unsplash.com/ Annie Spratt
Αναζητώντας την ισορροπία
Ο «χρόνος οθόνης» έχει γίνει μια φράση που σε κάνει να νιώθεις αμέσως ένοχος, επισημαίνει η Joanne Orlando, ερευνήτρια ψηφιακής ευεξίας στο Πανεπιστήμιο του Western Sydney. Αν νιώθεις διχασμένος ανάμεσα στην επιθυμία σου να είναι το παιδί σου εξοικειωμένο με την τεχνολογία και στο άγχος ότι έχει γίνει «κολλημένο» σε μια συσκευή, δεν είσαι ο μόνος. Οι γονείς σήμερα νιώθουν συχνά ηττημένοι από αυτό το ασταμάτητο push-and-pull.
Το ενδιαφέρον είναι ότι το πώς βλέπεις τις οθόνες εξαρτάται πολύ από το πού ζεις και τι ανάγκες έχεις. Σε μεγάλες αστικές περιοχές, η εμμονή μας είναι η «απόλυτη ισορροπία»: λίγο tablet, αλλά πολλές ώρες έξω, σπορ και δραστηριότητες. Σε πιο απομακρυσμένες ή επαρχιακές περιοχές, όμως, οι γονείς είναι συχνά πιο «υπέρ της οθόνης», βλέποντας το διαδίκτυο ως ένα ανοιχτό παράθυρο στον κόσμο, μια ευκαιρία για το παιδί τους να αποκτήσει δεξιότητες που ίσως δεν του προσφέρει το περιβάλλον του.
Όταν οι οθόνες παίρνουν μακριά τα παιδιά, πώς θα αποφύγουμε την αποξένωση μέσα στην οικογένεια;
Τι λένε οι επίσημες οδηγίες (και γιατί μπορείς να τις «αψηφήσεις» για λίγο)
Οι συστάσεις των αρμόδιων φορέων είναι αυστηρές: καθόλου οθόνες για παιδιά κάτω των δύο ετών, έως μία ώρα για τις ηλικίες 2-5, και το πολύ δύο ώρες ψυχαγωγικού χρόνου για τα μεγαλύτερα παιδιά.
Ωστόσο, η Δρ. Orlando υποστηρίζει ότι το να μετράς τις ώρες με το ρολόι στο χέρι είναι πλέον μια ξεπερασμένη προσέγγιση. Οι σκληροί και απαράβατοι κανόνες απλώς δεν λειτουργούν στην καθημερινότητα μιας οικογένειας – ειδικά το καλοκαίρι. Φυσικά, η συνέπεια έχει σημασία: αν ένα δίχρονο παιδί είναι καθημερινά, συστηματικά μπροστά από μια οθόνη, αυτό θα επηρεάσει τη γλωσσική και γνωστική του ανάπτυξη. Αλλά οι εξαιρέσεις είναι άλλη ιστορία.
Πότε πρέπει πραγματικά να ανησυχείς; Ο Michael Noetel, αναπληρωτής καθηγητής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Queensland, εξηγεί ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι αυτό που οι επιστήμονες ονομάζουν «κόστος ευκαιρίας». Με απλά λόγια: ο χρόνος που το παιδί σου ξοδεύει στην οθόνη, του στερεί χρόνο από άλλα πράγματα που ξέρουμε ότι βοηθούν την ανάπτυξή του, όπως το διάβασμα, η σωματική άσκηση ή η κοινωνικοποίηση.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα βιντεοπαιχνίδια είναι οι μεγάλοι «κλέφτες» της προσοχής. Τα πρώτα επειδή επιβάλλουν μια ψυχοφθόρα κοινωνική σύγκριση και τα δεύτερα επειδή είναι τόσο καλά σχεδιασμένα για να μας παγιδεύουν, που κάνουν οτιδήποτε άλλο στον πραγματικό κόσμο να φαίνεται βαρετό. Όμως – και εδώ είναι το σημείο που μπορείς να πάρεις μια βαθιά ανάσα– και οι δύο ειδικοί συμφωνούν σε κάτι: μια περιστασιακή παρέκκλιση από τη ρουτίνα δεν πρόκειται να βλάψει το παιδί σου. Μια μέρα που οι αντοχές σου εξαντλήθηκαν, ένα μεγάλο ταξίδι με το αυτοκίνητο ή ένα μεσημέρι με καύσωνα, είναι καταστάσεις για τις οποίες δεν πρέπει να ανησυχείς.
Είμαστε η 1η γενιά που μεγαλώνει παιδιά που γεννιούνται με οθόνες στα χέρια: τι λέει η νέα έρευνα
pexels.com/ Helena Lopes
Ποιότητα, όχι ποσότητα
Το μυστικό είναι να μετατοπίσεις την προσοχή σου από το «πόση ώρα» στο «τι ακριβώς» βλέπει το παιδί σου. Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα σε ένα πεντάχρονο που παρακολουθεί ένα διασκεδαστικό βίντεο με επιστημονικά πειράματα ή χρησιμοποιεί μια εκπαιδευτική εφαρμογή, και σε ένα παιδί που καταναλώνει παθητικά ακατάλληλο περιεχόμενο.
«Θα πρέπει να χαλαρώσουμε λίγο περισσότερο με το να αφήνουμε ένα παιδί να δει μια ταινία στο αυτοκίνητο», λέει ο Δρ. Noetel. Το κόστος ευκαιρίας εκεί είναι απλώς το να κοιτάζει τα δέντρα από το παράθυρο, όχι το να χάνει το παιχνίδι με τους φίλους του. Για να μην κάνεις, μάλιστα, συνεχώς τον «κακό» της υπόθεσης, μπορείς να επιστρατεύσεις τα εργαλεία γονικού ελέγχου ή εφαρμογές που κλειδώνουν αυτόματα μετά από ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
Το μόνο που χρειάζεται να προσέξεις, κλείνοντας την πόρτα στις ενοχές, είναι το μήνυμα που περνάς στο παιδί σου μακροπρόθεσμα. Αν η οθόνη χρησιμοποιείται ως «πυροσβεστικό» μέσο μια στο τόσο επειδή χρειάζεσαι χρόνο, είναι μια χαρά. Αν όμως μετατραπεί σε μια μόνιμη, καθημερινή μπέιμπι σίτερ με σκοπό να «κάνει ησυχία», το παιδί μπορεί να μάθει ότι ο μόνος τρόπος για να ηρεμεί τον εαυτό του είναι να κοιτάζει μια οθόνη – και έτσι μπαίνουν οι βάσεις για όχι και τόσο καλές ψηφιακές συνήθειες.
Και μην ξεχνάς το πιο σημαντικό: τα παιδιά είναι οι καλύτεροι αντιγραφείς στον κόσμο. Ακόμα κι όταν νομίζεις ότι δεν κοιτάζουν, παρατηρούν τις δικές σου ψηφιακές συνήθειες. Αν θέλεις να αφήσουν το τηλέφωνο, ίσως πρέπει πρώτα να το αφήσεις εσύ.

