Τα παιδιά που κάνουν κολύμβηση από μικρά μπορεί να αποκτούν ένα σημαντικό πλεονέκτημα στη μάθηση
Μια τετραετής έρευνα σε σχεδόν 7.000 συμμετέχοντες συνδέει τα μαθήματα κολύμβησης με καλύτερες επιδόσεις σε δεξιότητες όπως η ανάγνωση, τα μαθηματικά και η κατανόηση οδηγιών. Τα οφέλη, σύμφωνα με τους ερευνητές, δεν περιορίζονται στη σωματική ανάπτυξη και την ασφάλεια στο νερό.
Αν σκέφτεσαι τα μαθήματα κολύμβησης αποκλειστικά ως μέτρο ασφάλειας για το καλοκαίρι ή ως μια ευκαιρία για καλή φυσική κατάσταση, ήρθε η ώρα να αναθεωρήσεις. Σίγουρα, η ασφάλεια στο νερό παραμένει το νούμερο ένα κίνητρο για κάθε γονιό. Τι θα έλεγες όμως αν μάθαινες ότι η κολύμβηση λειτουργεί ταυτόχρονα ως ένα τεράστιο «γυμναστήριο» για τον εγκέφαλο του παιδιού σου;
Μια μεγάλη τετραετής έρευνα από την Αυστραλία έρχεται να αναδείξει μια λιγότερο γνωστή πλευρά της κολύμβησης. Σύμφωνα με τα ευρήματά της, τα παιδιά που ξεκινούν μαθήματα κολύμβησης σε μικρή ηλικία ενδέχεται να αναπτύσσουν νωρίτερα ορισμένες δεξιότητες που σχετίζονται με τη μάθηση, την επικοινωνία και την κοινωνική τους συμπεριφορά.
Η έρευνα περιλάμβανε σχεδόν 7.000 συμμετέχοντες σε ερωτηματολόγια, ενώ 177 παιδιά αξιολογήθηκαν ατομικά με ειδικά αναπτυξιακά τεστ. Τα αποτελέσματα παρουσιάζονται και αναλύονται στο νέο βιβλίο της Robyn Jorgensen, ομότιμης καθηγήτριας στο University of Canberra, με τίτλο Why Young Children Should Learn to Swim.
pexels.com/ Tima Miroshnichenko
Από μια «επαγγελματική διαίσθηση» σε επιστημονική απόδειξη
Το έναυσμα για την έρευνα ήταν μια παρατήρηση από τον χώρο της κολύμβησης. Ο Αυστραλός προπονητής Laurie Lawrence, ο οποίος έχει συνδέσει το όνομά του με την Ολυμπιακή κολύμβηση, είχε παρατηρήσει ότι τα παιδιά που ξεκινούσαν να κολυμπούν από μικρή ηλικία έμοιαζαν συχνά πιο έτοιμα για το σχολείο. Η παρατήρηση αυτή δεν είχε μέχρι τότε επιβεβαιωθεί επιστημονικά, γι' αυτό και η Jorgensen και οι συνεργάτες της αποφάσισαν να την εξετάσουν συστηματικά.
Για την αξιολόγηση των παιδιών χρησιμοποιήθηκαν διεθνώς αναγνωρισμένα εργαλεία που μετρούν την κινητική και γνωστική ανάπτυξη. Τα ευρήματα έδειξαν ότι τα παιδιά κάτω των πέντε ετών που συμμετείχαν σε μαθήματα κολύμβησης παρουσίαζαν καλύτερες επιδόσεις σε τομείς όπως οι γλωσσικές και αναγνωστικές δεξιότητες, η αριθμητική σκέψη και η ικανότητα να ακολουθούν οδηγίες.
Μάλιστα, σε ορισμένες από αυτές τις δεξιότητες, οι επιδόσεις τους αντιστοιχούσαν σε αναπτυξιακά ορόσημα πέντε έως και δεκαοκτώ μήνες μπροστά από εκείνα του γενικού παιδικού πληθυσμού της ίδιας ηλικίας. Σύμφωνα με την ανάλυση, η διαφορά αυτή παρατηρήθηκε ανεξάρτητα από το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο των παιδιών. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι τα παιδιά που κάνουν κολύμβηση είναι εκ φύσεως πιο έξυπνα από τα υπόλοιπα. Όπως εξηγεί η Jorgensen, τα μαθήματα ενισχύουν δεξιότητες που μπορούν να αξιοποιηθούν και σε άλλα περιβάλλοντα, όπως το σχολείο.
Για παράδειγμα, όταν ένα παιδί μετρά τις κινήσεις των ποδιών του από το ένα έως το δέκα, ακολουθώντας τις οδηγίες του εκπαιδευτή του, εξασκείται στην αλληλουχία των αριθμών και στη σύνδεση κάθε αριθμού με μια συγκεκριμένη κίνηση. Αντίστοιχα, μαθαίνει να ακούει, να συγκεντρώνεται και να ακολουθεί οδηγίες, δεξιότητες ιδιαίτερα χρήσιμες και στην καθημερινή σχολική ζωή.
pexels.com/ Andrea Piacquadio
Δεν είναι μόνο τα μαθήματα κολύμβησης, αλλά και όσα μαθαίνει το παιδί μέσα από αυτά
Πέρα από τη σωματική άσκηση, η κολύμβηση προσφέρει στα παιδιά ευκαιρίες να εξασκήσουν τη συγκέντρωση, την επικοινωνία και τη συναισθηματική τους διαχείριση. Μαθαίνουν να συνεργάζονται με τον εκπαιδευτή τους, να ακολουθούν μια σειρά από βήματα, να δοκιμάζουν κάτι καινούργιο και να αποκτούν σταδιακά μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Η ερευνήτρια εκτιμά ότι τα μαθήματα κολύμβησης μπορούν να λειτουργήσουν υποστηρικτικά στην προετοιμασία των μικρών παιδιών για τη σχολική ζωή, ιδιαίτερα κατά τα πρώτα χρόνια και στη μετάβασή τους στο σχολείο.
Παρά τα πιθανά οφέλη, η πρόσβαση στα μαθήματα κολύμβησης δεν είναι αυτονόητη για κάθε οικογένεια. Καθώς το κόστος ζωής αυξάνεται, οι δραστηριότητες που απαιτούν σταθερή οικονομική δαπάνη είναι συχνά από τις πρώτες που περιορίζονται. Και η κολύμβηση δεν αποτελεί εξαίρεση.
Σύμφωνα με την ανάλυση της Jorgensen, το οικονομικό κόστος είναι ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια, με τις οικογένειες στις ΗΠΑ και την Κίνα να αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα μεγάλες δυσκολίες στην πρόσβαση σε τακτικά μαθήματα. Αντίστοιχα προβλήματα καταγράφονται στη Σιγκαπούρη, την Αυστραλία, τη Βραζιλία και τη Νότια Αφρική. Σε ορισμένες περιοχές, μάλιστα, το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό αλλά και γεωγραφικό. Στην Αυστραλία, οικογένειες που ζουν σε απομακρυσμένες αγροτικές περιοχές μπορεί να χρειάζεται να διανύσουν εκατοντάδες χιλιόμετρα για να φτάσουν στην πλησιέστερη πισίνα. Έτσι δημιουργείται μια άνιση συνθήκη: τα παιδιά που μεγαλώνουν σε οικογένειες με περιορισμένους οικονομικούς πόρους ή σε απομακρυσμένες περιοχές είναι συχνά εκείνα που έχουν τη μικρότερη πρόσβαση σε μαθήματα κολύμβησης, παρότι μπορεί να διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο σε περίπτωση ατυχήματος στο νερό.
Γιατί οι ερευνητές ζητούν μεγαλύτερη κρατική στήριξη
Η Jorgensen υποστηρίζει ότι η πρόσβαση στην κολύμβηση δεν θα πρέπει να εξαρτάται αποκλειστικά από την οικονομική δυνατότητα κάθε οικογένειας. Όπως επισημαίνει, οι κυβερνήσεις επενδύουν ήδη σημαντικά ποσά στην προσπάθεια να περιορίσουν τις εκπαιδευτικές ανισότητες. Η υποστήριξη της κολύμβησης από τα πρώτα χρόνια της ζωής των παιδιών θα μπορούσε να αποτελέσει έναν ακόμη τρόπο ενίσχυσης της ανάπτυξής τους.
Μεταξύ των προτάσεων που θέτει είναι η επιδότηση μαθημάτων για οικογένειες που δυσκολεύονται να καλύψουν το κόστος, αλλά και η δημιουργία οργανωμένων προγραμμάτων κολύμβησης για παιδιά από ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Σύμφωνα με την ίδια, κάτι τέτοιο θα μπορούσε να αποδειχθεί μια «χρυσή» επένδυση με πολλαπλά οφέλη για την κοινωνία και την υγεία.

