Ο Δημήτρης Τάρλοου για τη «Μεγάλη Χίμαιρα» & τον αντιφατικό και χαρισματικό παππού του, Μ. Καραγάτση
Με αφορμή τη μεταφορά της «Μεγάλης Χίμαιρας» στην τηλεόραση, ο σκηνοθέτης, ηθοποιός, μεταφραστής και καλλιτεχνικός διευθυντής του Θεάτρου Πορεία μίλησε σε τηλεοπτική του συνέντευξη, και μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε στην απώλεια της μητέρας του, την καλλιτεχνική ευθύνη και τη δύσκολη πατρική φιγούρα του Μ. Καραγάτση. «Θα έλεγα ότι η σχέση της μάνας μου με τον Καραγάτση ήτανε μία τραυματική σχέση, η οποία έληξε απότομα και δεν έδωσε το περιθώριο της επανόρθωσης ή της επούλωσης. Γιατί η μάνα μου ήταν 24 χρονών όταν πέθανε ο Καραγάτσης, ήταν πολύ μικρή. Ο Καραγάτσης πέθανε 52 ετών. Το φαντάζεστε; Δηλαδή με τα σημερινά δεδομένα ένας νέος άνθρωπος».
Η «Μεγάλη Χίμαιρα» μεταφέρεται για πρώτη φορά στην οθόνη, σε παραγωγή έξι επεισοδίων, και αυτό από μόνο του αρκεί για να σηκώσει σκόνη μνήμης, λογοτεχνικής έντασης και προσδοκίας. Το εμβληματικό έργο του Μ. Καραγάτση περνά στη γλώσσα της εικόνας σε σκηνοθεσία Βαρδή Μαρινάκη και σενάριο Παναγιώτη Ιωσηφέλη, με πρωταγωνιστές τη Fotini Peluso, τον Ανδρέα Κωνσταντίνου, την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη και τον Δημήτρη Κίτσο, ενώ την πρωτότυπη μουσική υπογράφει ο Ted Regklis. Τη σειρά υπογράφει παραγωγικά η Foss Productions, σε συμπαραγωγή με την ΕΡΤ, τη γερμανική εταιρεία διεθνούς διανομής Beta Film, την ιταλική Mompracem Films και την Boo Productions.
Η Μεγάλη Χίμαιρα: Ο παράνομος και καταστροφικός έρωτας και η εγκυμοσύνη πριν την τραγωδία
Καρυοφυλλιά Καραμπέτη: «Η κοινωνία μας παραμένει βαθιά σεξιστική προς τις γυναίκες»
Το ντιμπέιτ που προκάλεσε η Μεγάλη Χίμαιρα, το ρεκόρ θέασης, οι υπερβολές και οι ερωτικές σκηνές
Ο εγγονός του Καραγάτση, Δημήτρης Τάρλοου
Ο Δημήτρης Τάρλοου, σκηνοθέτης, ηθοποιός, μεταφραστής και καλλιτεχνικός διευθυντής του Θεάτρου Πορεία, μίλησε ανοιχτά για όλα στην εκπομπή «Καλημέρα είπαμε;» και στους Ζωή Κρονάκη και Τάσο Ιορδανίδη, φωτίζοντας όχι μόνο τη δημιουργική του διαδρομή, αλλά και το προσωπικό υπόβαθρο που αναπόφευκτα συνομιλεί με το έργο του Μ. Καραγάτση, παππού του και συγγραφέα της «Μεγάλης Χίμαιρας».
«Το 2025 ήταν μία μεταβατική περίοδος για μένα. Είχε δυσκολίες αρκετές, γιατί πάντα η περίοδος μετά το πένθος -έχασα τη μάνα μου πέρσι- είναι μία δυσκολία ψυχική, μέχρι να βρεις καινούργιο ενδιαφέρον, καινούργια πατήματα, έτσι ώστε να συνεχίσεις και να εξελίξεις τη δουλειά σου», εξομολογήθηκε αρχικά.
Η απώλεια της μητέρας του δεν λειτούργησε ως παύση, αλλά ως δοκιμασία. Όχι με όρους παραγωγικότητας, αλλά με όρους εσωτερικής αντοχής.
«Το θέατρο είναι η καθημερινότητά μου, είναι η ζωή μου, δεν μπορώ να υπάρξω χωρίς το θέατρο. Απλώς δεν είναι αυτονόητο ότι μπορείς να είσαι δημιουργικός και με έμπνευση μέσα στο πένθος. Νομίζεις ότι μπορείς. Αλλά πολλές φορές απλώς χρειάζεται να σταματήσεις και να αποδεχτείς».
Η σχέση του με το θέατρο δεν υπήρξε ποτέ διακοσμητική ή επετειακή. Από την ίδρυση της Πορείας μέχρι σήμερα, ο Τάρλοου έχει διαμορφώσει έναν χώρο όπου η καλλιτεχνική αξία προηγείται της φήμης, και όπου οι ηθοποιοί κρίνονται χωρίς το βάρος του παρελθόντος τους.
Αυτή η στάση δεν είναι άσχετη με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τη βαριά κληρονομιά του ονόματος Καραγάτση. Άλλωστε, όπως ο ίδιος ξεκαθάρισε, δεν γνώρισε ποτέ τον παππού του.
«Δεν γνώρισα τον παππού μου. Ο παππούς μου πέθανε το 1960, το Σεπτέμβριο του ’60, και εγώ γεννήθηκα το ’66. Άρα απέχουμε έξι χρόνια. Ό,τι γνώρισα είναι μέσω της μάνας μου, μέσω της γιαγιάς μου, που δεν ήθελε να το πολυσυζητάει, ήταν πολύ χαμηλών τόνων και πολύ κρυφός άνθρωπος η Νίκη Καραγάτση, αλλά απ’ τη μαμά μου περισσότερο, πολύ περισσότερο».
Και εκεί ακριβώς αρχίζει το πιο δύσκολο κομμάτι της αφήγησης. Όχι το λογοτεχνικό, αλλά το ανθρώπινο.
«Θα έλεγα ότι η σχέση της μάνας μου με τον Καραγάτση ήτανε μία τραυματική σχέση, η οποία έληξε απότομα και δεν έδωσε το περιθώριο της επανόρθωσης ή της επούλωσης. Γιατί η μάνα μου ήταν 24 χρονών όταν πέθανε ο Καραγάτσης, ήταν πολύ μικρή. Ο Καραγάτσης πέθανε 52 ετών. Το φαντάζεστε; Δηλαδή με τα σημερινά δεδομένα ένας νέος άνθρωπος.
Είχε να δώσει πολλά περισσότερα. Και το "10" που άφησε ημιτελές, ήτανε ένα μυθιστόρημα ποταμός το οποίο ήταν εξαιρετικά μοντέρνο και σκληρό. Είναι τόσο σκληρό και τόσο σημαντικό κατά τη γνώμη μου και διαφορετικό. Δεν πρόλαβε λοιπόν να επουλώσει τραύματα και πάνω που πήγανε να έχουνε μία, ας το πούμε, διευθέτηση, ήρθε ο απότομος θάνατός του, που ήταν από καρδιά και δεν άφησε περιθώρια
Και έτσι το τραύμα έμεινε ανεπούλωτο και η σχέση ενεή, έμεινε στον "αέρα". Και αυτό δημιούργησε πάρα πολλές αμφιβολίες και ερωτηματικά στη μάνα μου για το τι αισθανόταν αυτός ο άνθρωπος, τι σχέση είχε μαζί της, αν την αγαπούσε, πόσο την αγαπούσε. Γιατί είχε μία πλευρά η οποία ήταν πάρα πολύ ζωντανή, πάρα πολύ εύθυμη, σε συγκεντρώσεις ο καλύτερος αφηγητής, πάρα πολύ καλός αφηγητής».
Ο Δημήτρης Τάρλοου δεν μίλησε με διάθεση αποκαθήλωσης, αλλά με ακρίβεια. Περιέγραψε έναν άνθρωπο αντιφατικό και χαρισματικό.
«Από τη μία ήταν πάρα πολύ ζωντανός, ο καλύτερος αφηγητής. Να μάθεις ιστορία από τον Καραγάτση ήταν σαν να ακούς παραμύθι. Και από την άλλη ήταν ένας άνθρωπος βαρύθυμος, με πάρα πολύ δύσκολο ύπνο, με πολλές ευαισθησίες, ας πούμε πατούσες σε ένα σανίδι που έτριζε και σηκωνότανε ας πούμε και γινότανε χαμός, σαν να τιναζόταν το σύμπαν. Και μετά κρατούσε για ώρες αυτή η δυσθυμία. Φοβόντουσαν όλοι μες στο σπίτι μην τον ξυπνήσουν, μην τον ενοχλήσουν. Γενικά μία, με σημερινά δεδομένα θα ήταν τρομοκράτης. Πατέρας - αφέντης, τρομοκράτης. Κανονικά. Τότε η κοινωνία ήταν πιο ανεκτική σε τέτοιες προσωπικότητες. Η μάνα μου πολλές φορές έμενε άναυδη σ’ αυτά που έκανε ο Καραγάτσης».
Αυτή η διπλή εικόνα δεν εξωραΐζεται. Ούτε όμως αποσιωπάται. Και ίσως γι’ αυτό η «Μεγάλη Χίμαιρα» σήμερα διαβάζεται αλλιώς. Όχι μόνο ως ιστορία έρωτα και διάψευσης, αλλά ως έργο που κουβαλά μέσα του ανεκπλήρωτα συναισθήματα, ανείπωτα ερωτήματα και σχέσεις που έμειναν μετέωρες.
Ο ίδιος ο Τάρλοου τοποθετείται με ψυχραιμία απέναντι στη λάμψη και την αποδοχή.
«Μπαίνοντας για πρώτη φορά ως σκηνοθέτης στην Επίδαυρο, αισθάνθηκα μεγάλο εκνευρισμό, γιατί έχω την αντίληψη ότι όλη αυτή η ιστορία με την Επιδαύρια χλιδή και αίγλη -είναι και τα δύο, είναι και χλιδή είναι και αίγλη. Μπαίνεις στο σπουδαιότερο θέατρο του κόσμου. Δημιουργεί μία υποχρέωση, ένα βάρος, το οποίο δεν έχει καμία σχέση με την πραγματική καλλιτεχνική έμπνευση και δημιουργία.
Το περασμένο καλοκαίρι, η Επίδαυρος υπήρξε μία ωραία, δύο μάλλον ωραίες βραδιές, και άλλη μία του Ηρωδείου πολύ ωραία, πάρα πολύς κόσμος, πολύ μεγάλη αποδοχή. Πραγματικά πολύ μεγάλη αποδοχή, εγώ δεν το είχα ξαναδεί αυτό το πράγμα, αλλά δεν μπορώ να σας πω ότι ζω για τέτοιες βραδιές. Θα μου πεις, “καλά, πώς γίνεται”; Δεν ξέρω, είναι ο χαρακτήρας μου τέτοιος. Δεν ζω για τέτοια πράγματα».
Και αυτός ο χαρακτήρας είναι που εξηγεί γιατί η Πορεία παραμένει ένας από τους πιο συνεπείς και ουσιαστικούς θεατρικούς οργανισμούς της χώρας.
