Καρυοφυλλιά Καραμπέτη: «Η κοινωνία μας παραμένει βαθιά σεξιστική προς τις γυναίκες»
Η πρωταγωνίστρια της Μεγάλης Χίμαιρας, μιλά στο Queen.gr για το μαγικό ταξίδι της σειράς, απαντά στις αυστηρές κριτικές, υπερασπίζεται με πάθος τη νέα γενιά ευχόμενη να μη συμβιβαστούν και εκφράζει για μία ακόμη φορά την αντίδρασή της στη χαμένη γυναικεία αλληλεγγύη και στα τοξικά σχόλια που οι γυναίκες, κάνουν για γυναίκες.
Ευθύνη. Είναι ίσως και η πιο αντιπροσωπευτική λέξη που περιγράφει την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη στον τρόπο που αντιμετωπίζει την τέχνη της. Τίποτε δε γίνεται διεκπαιρεωτικά, τίποτε δεν αφήνεται στην τύχη του, όχι λόγω ατομικής πειθαρχίας, αλλά λόγω της αγάπης που έχει για την υποκριτική και την υπευθύνοτητα που η ίδια αισθάνεται απέναντι στο κοινό της. Κάθε παράσταση είναι για εκείνη μία διαφορετική διεργασία, κάθε σκηνή σε μία σειρά, αποτελεί μία ιδιαίτερη σπουδή.
Για αυτό τον λόγο και υπερασπίζεται με πάθος τις επιλογές της. Για αυτό και θεωρεί ως και καθήκον της να αγκαλιάσει, να προστατέψει τη νέα γενιά των συναδέλφων της, την οποία θαυμάζει. Με αρκετούς ηθοποιούς από αυτή τη νέα γενιά, συνεργάζεται φέτος στη Μεγάλη Χίμαιρα, της ΕΡΤ, τη μεγαλύτερη τηλεοπτική παραγωγή των τελευταίων χρόνων.
Η ηθοποιός δεν απαντά μόνο στις κριτικές ή και στα σχόλια που έχουν γραφτεί και ακουστεί, αλλά στέκεται στην ουσία της σειράς, στους δύο διαφορετικούς κόσμους που αντιπροσωπεύουν οι δύο γυναίκες - βασικοί χαρακτήρες της. Εκείνη ως η Ρεΐζενα και μητέρα του Ανδρέα και του Μηνά και η Μαρίνα, η σύζυγός του πρωτότοκου γιου της.
Αυτές τις δύο γυναίκες θα τις ενώσει στο μέλλον μία τραγωδία.
Το ντιμπέιτ που προκάλεσε η Μεγάλη Χίμαιρα, το ρεκόρ θέασης, οι υπερβολές και οι ερωτικές σκηνές
«Έχουμε αρκετά ταμπού στην εξελιγμένη κοινωνία μας που είναι βαθιά σεξιστική»
Δεν είναι ποτέ εύκολη η μεταφορά ενός βιβλίου, είτε στον κινηματογράφο, είτε στην τηλεόραση. Τι μέτρησε για εσάς ως βασικό κριτήριο για να αποδεχτείτε την πρόταση για τη συμμετοχή σας στη Μεγάλη Χίμαιρα;
Από το πρώτο μου ξεκίνημα στη σειρά «Ο Κίτρινος Φάκελος» του Μ. Καραγάτση, πολλές από τις δουλειές μου, ήταν βασισμένες σε βιβλία. Ο κάθε αναγνώστης σχηματίζει μέσα του μία συγκεκριμένη άποψη, έχει τις δικές του «εικόνες» όταν διαβάζει κάποιο βιβλίο. Και όταν το βλέπει σε μία μεταφορά, κινηματογραφική ή τηλεοπτική, δεν θα βρει ακριβώς αυτό που είχε φανταστεί. Μπορεί όμως να βρει κάτι άλλο, που θα τον γοητεύσει ενδεχομένως και πολύ περισσότερο, από αυτό που αρχικά είχε αντιληφθεί.
Όταν μου έγινε η πρόταση για να παίξω στη «Μεγάλη Χίμαιρα», είπα αμέσως το «ναι» και μάλιστα με ενθουσιασμό. Είναι αφενός ένα έργο το οποίο αγαπώ πολύ, αλλά γνωρίζοντας ήδη και τη δουλειά του σκηνοθέτη Βαρδή Μαρινάκη από τις ταινίες του, αισθάνθηκα πως οι στόχοι θα είναι υψηλοί, όπως και το επίπεδο της παραγωγής.
Την αγαπώ την τηλεόραση, αλλά προτιμώ να απέχω, όταν αισθάνομαι πως δεν με καλύπτει καλλιτεχνικά και αισθητικά. Για αυτό τον λόγο και απορρίπτω συνεχώς προτάσεις για καθημερινές σειρές.
Η υποκειμενικότητα στην προσέγγιση ενός βιβλίου ή ενός κλασσικού έργου δεν είναι άλλωστε και το ζητούμενο στην τέχνη; Δεν είναι και πολύ σχετικό αυτό που συνήθως κάποιοι επικαλούνται για μη ακριβή μεταφορά;
Ακριβώς, Ένας κινηματογραφιστής, ένας ζωγράφος, ένας γλύπτης, γενικά ένας καλλιτέχνης όταν εκθέτει στο κοινό το δημιούργημά του, γνωρίζει πολύ καλά πως δεν έχει τελειώσει με αυτή του την ενέργεια, το έργο του. Γιατί στην ουσία τότε είναι η αρχή του, μέσα από τις διαφορετικές «αναγνώσεις» που θα κάνει το κοινό του για αυτό, με βάση τα προσωπικά του βιώματα ο καθένας και την δική του κοσμοθεωρία.
Μέσα από τη δική σας κοσμοθεωρία και τη δική σας αντίληψη, τι αντιπροσωπεύει η Μαρίνα, η κεντρική ηρωίδα της Μεγάλης Χίμαιρας;
Ο Μ. Καραγάτσης είχε δημοσιεύσει το 1936 την πρώτη εκδοχή του βιβλίου του ως «Χίμαιρα» και το 1953 στην επανέκδοσή του, πρόσθεσε διάφορα στο έργο του και άλλαξε τον τίτλο ως Η Μεγάλη Χίμαιρα. Το βιβλίο ήταν μέρος της τριλογίας, στην οποία ανήκουν τα άλλα δύο του μυθιστορήματα, «Ο Συνταγματάρχης Λιάπκιν» και ο «Γιούγκερμαν» με πρωταγωνιστές άντρες με ξένη καταγωγή. Ήταν μία διερεύνηση του Καραγάτση για το πώς αυτοί οι χαρακτήρες ερχόμενοι στη χώρα μας, ζουν κάτω από την επίδραση του ελληνικού φωτός και του πολιτισμού μας.
Η Μαρίνα της Χίμαιρας, είναι η μόνη γυναίκα της τριλογίας, επίσης λάτρης του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Και μετά από αυτή την ιδιαίτερη παιδική και εφηβική ηλικία την οποία έχει βιώσει, όταν τυχαία γνωρίζει και ερωτεύεται τον Καπετάνιο Ανδρέα Ραίζη, έρχεται στη Σύρο με το όνειρο ότι θα βρει το ελληνικό ιδεώδες, αυτό το οποίο θαυμάζει και έχει σπουδάσει. Και έρχεται σε μία Ελλάδα πολύ διαφορετική σε σχέση με την αρχαιότητα, σε μία κοινωνία άκρως συντηρητική.
Μέσα στο νέο της σπίτι, η μητέρα του άντρα της ενσαρκώνει αυτό τον συντηρητισμό και εκεί έχουμε μία σύγκρουση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές νοοτροπίες. Η Ρεΐζενα που υποδύομαι η οποία υπεραγαπά τους γιους της και είναι η απόλυτη Ελληνίδα μάνα περιμένοντας να τους παντρέψει με κάποια «καλά» κορίτσια της κοινωνίας που θα είχαν ανατραφεί με αυτά τα αυστηρά πατριαρχικά ήθη, έρχεται ήδη από το 1ο επεισόδιο αντιμέτωπη με τη Μαρίνα, η οποία εξαρχής τη σοκάρει.
Με την εμφάνισή της γιατί έρχεται φορώντας παντελόνια - κάτι αδιανόητο για εκείνη την εποχή – αλλά και γιατί είναι ξένη στην καταγωγή, χωρίς να γνωρίζει τη γλώσσα και χωρίς να μπορεί να συνεννοηθεί μαζί της. Ακόμη και όταν η Μαρίνα θα μάθει τα νέα ελληνικά, θα παραμείνει για εκείνη, μία ξένη. Η Μαρίνα από την άλλη πλευρά, έχει τα δικά της τραύματα με μία μητέρα ιερόδουλη και κάνει τα δικά της λάθη προσπαθώντας να ανακαλύψει τον έρωτα. Ακόμη και επί πληρωμή στην αρχή, ως μία αντίδραση για τη μητέρα της, ως ένα είδος αυτοτιμωρίας και εκδίκησης.
Αυτές οι δύο διαφορετικές γυναίκες, αυτές οι δύο διαφορετικές νοοτροπίες, θα συμβιβαστούν κάποια στιγμή στη διαφορετικότητά τους ή έστω θα έρθουν λίγο πιο κοντά για να κατανοήσει η μία την άλλη;
Η οδηγία που είχαμε από τον σκηνοθέτη μας Βαρδή Μαρινάκη ήταν να μην αντιμετωπίσουμε τον δικό μου ρόλο, τη Ρεΐζενα, μέσα από το στερεοτυπικό κλισέ της κακιάς πεθεράς, μίας στριφνής μαυροφορεμένης γυναίκας, αλλά να την κάνουμε πιο ανθρώπινη για να είναι και πιο ενδιαφέρουσα στην εξέλιξή της.
Ακόμη και τη Μαρίνα, ήθελε να την αντιμετωπίσουμε ως γυναίκα με πιο σύγχρονη ματιά και τη διερεύνηση της ερωτικής της φύσης και της σεξουαλικότητάς της, όχι μέσα από μία ηδονοβλεπτική ματιά, αλλά στο βαθύτερο υπόβαθρο της.
Γιατί αυτά τα θέματα που αφορούν στον έρωτα δυστυχώς, εξακολουθούν να είναι ταμπού ακόμη και στη σημερινή εξελιγμένη μας κοινωνία, που είναι βαθιά σεξιστική. Το βλέπουμε από τα σχόλια που γίνονται για τις γυναίκες στις εκπομπές life style στην τηλεόραση, το βλέπουμε στις αναρτήσεις που γίνονται στα social media. Ο σεξισμός δυστυχώς ζει και βασιλεύει, με σχόλια που στοχεύουν στην ερωτική ή στην επαγγελματική συμπεριφορά των γυναικών. Ακόμη και μέσα στην ελληνική Βουλή ακούσαμε το «Πήγαινε να κάνεις κανένα παιδί» προς τη Ζωή Κωνσταντοπούλου.
Στη σειρά κρατήσαμε όλες τις βασικές αρχές του βιβλίου.
Χωρίς να θέλω να κάνω spoiler, μέσα στην εξέλιξη της βαθιάς οικογενειακής τραγωδίας που θα συμβεί στο μέλλον, θα δείτε ακόμη πιο ουσιαστικά την ανθρώπινη πλευρά της ηρωίδας μου. Θα υπάρξει όμως και μία βαθιά οδύνη, βλέποντας τον αντίκτυπο αυτής της τραγωδίας στην άλλη γυναίκα, τη Μαρίνα. Θέλαμε να υπάρξει και αυτό το στοιχείο της αλληλεγγύης μεταξύ των δύο γυναικών.
Το ζήτημα της γυναικείας αλληλεγγύης παραμένει επίκαιρο, αλλά τη σημερινή εποχή δεν είναι αυτονόητο, το αντίθετο θα έλεγα πως συμβαίνει.
Λυπάμαι πραγματικά, όταν βλέπω γυναίκες να σχολιάζουν αρνητικά, άλλες γυναίκες. Υπάρχει όμως εξήγηση για αυτό. Όταν έχει γίνει τέτοια πλύση εγκεφάλου ότι ο ρόλος μας μέσα στην κοινωνία είναι συγκεκριμένος, όταν έχουν μεγαλώσει, έχουν κάνει βίωμά τους αυτές τις αρχές ορισμένες γυναίκες, βλέποντας τις άλλες γυναίκες να κάνουν κάτι διαφορετικό, αντιδρούν και γίνονται πιο σκληρές στην κριτική τους. Στην ουσία κάνουν μία φανατική και λανθασμένη υπέρασπιστη της δικής τους επιλογής.
«Με φόρτιζε, με συγκινούσε η Φωτεινή, είναι μία εξαιρετική ηθοποιός»
Αγκαλιάζετε πάντα με αγάπη τη νέα γενιά των ηθοποιών που έχει άλλες προσλαμβάνουσες, έχει οραμάτα και όρεξη να δημιουργήσει κάτι διαφορετικό. Πώς αισθανθήκατε που στη Μεγάλη Χίμαιρα συνεργαστήκατε με ένα μέρος αυτής της γενιάς; Σας είδα και στην παρουσίαση της σειράς να αρνείστε να μιλήσετε πρώτη, δίνοντάς τον πρώτο λόγο στη νεαρή πρωταγωνίστρια, Φωτεινή Πελούζο (Fotini Peluso).
Όταν και εμείς ξεκινούσαμε αυτή τη δουλειά είχαμε αυτά τα οράματα, είχαμε αυτή την ελπίδα για το καλύτερο, ως η γενιά που έζησε στην εφηβεία της τη Μεταπολίτευση. Λυπάμαι που σιγά – σιγά αποσυρόμαστε και δεν καταφέραμε να κάνουμε τον κόσμο μας καλύτερο, αλλά αντίθετα εναποθέτουμε πια τις ελπίδες μας στις νεότερες γενιές. Εύχομαι με όλη μου την ψύχη, να μην συμβιβαστούν και να δούμε πραγματικά θαύματα στην κοινωνία και στην τέχνη μας. Μου αρέσει να δουλεύω με νέους, γιατί μου αρέσει να μαθαίνω, να αιφνιδιάζομαι. Θέλω να παίρνω τα δικά τους οράματα και να τα εντάσσω στον τρόπο που ασκώ τη δική μου τέχνη, για να εξελίσσομαι. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων τους κοιτούσα με θαυμασμό για τον τρόπο που χειρίζονταν τον λόγο, για τη δική τους αλήθεια.
Η Φωτεινή είναι μία εξαιρετική ηθοποιός και εξαιρετική ως άνθρωπος. Χαίρομαι γιατί κάνει μία καταπληκτική καριέρα – την είχα δει και σε μία ταινία πριν τη συνεργασία μας - και τη θαυμάζω πολύ.Την είδα στα γυρίσματα με αυτά τα τεράστια εκφραστικά της μάτια, να "δουλεύει" την κάθε σκηνή εσωτερικά, όλα έβγαιναν μέσα από την ψυχή της. Και όσο καλύτερος είναι ο συνάδελφός σου, τόσο καλύτερος γίνεσαι και εσύ. Υπάρχει αυτή η υπέροχη ανταλλαγή της ενέργειας. Με φόρτιζε, με συγκινούσε η Φωτεινή.
Από την άλλη πλευρά ο Ανδρέας Κωνσταντίνου είναι ένας ηθοποιός που θαυμάζω για τις επιλογές του, τον έχω δει αρκετές φορές στο θέατρο. Είχα μία εξαιρετική σχέση τόσο μαζί του όσο και με τον Δημήτρη Κίτσο και οι κοινές μας σκηνές, ήταν κάτι πολύ όμορφο, ήταν μία εκπληκτική εμπειρία.
Έγιναν πολλές φορές αναφορές και σχόλια για την αλλαγή εθνικότητας της Μαρίνας. Στο βιβλίο του Καραγάτση είναι γαλλικής καταγωγής, στη σειρά είναι ιταλικής καταγωγής. Παίζει τόσο μεγάλο ρόλο αυτή η αλλαγή ή δεν πρέπει να σταθούμε σε αυτή;
Αυτή η μετατροπή έγινε καθαρά για λόγους παραγωγής. Η σειρά είναι μία συμπαραγωγή της ΕΡΤ με δύο μεγάλες ευρωπαϊκές εταιρείες, μία γερμανική και μία ιταλική εταιρεία και ήταν φυσικό εκείνοι να θελήσουν να γίνουν κάποια από τα γυρίσματα στη χώρα τους. Από την έρευνα όμως που έγινε για τη σειρά σε συνάρτηση με το βιβλίο, βρέθηκε πως εκείνη την εποχή υπήρχε απευθείας εμπορική ναυτιλιακή γραμμή από την Τεργέστη για τη Σύρο και έτσι ταίριαξε και η αλλαγή της καταγωγής του χαρακτήρα. Δεν επηρεάζει σε τίποτε όμως τη φυσιογνωμία του έργου και της σειράς.
Είναι στο σύνολό της μία κατάκτηση αυτή η σειρά ως μία μεγάλη αλλά καλαίσθητη παραγωγή; Για να προσπαθήσουμε να πάμε ένα level παραπάνω την ελληνική τηλεόραση;
Εντυπωσιάστηκα από τη συγκλονιστική δουλειά που έχουν κάνει οι συντελεστές της σειράς στην αποτύπωση της εποχής, στην ατμόσφαιρα, στα σκηνικά, στα κοστούμια, ακόμη και στο post production. Ήρθαν 3 φορτηγά από την Ιταλία με αυθεντικά κοστούμια εκείνης της εποχής της δεκαετίας του '30 και αυτό ήταν κάτι σπουδαίο. Γιατί συχνά χρησιμοποιούμε ρούχα εποχής από το βεστιάριο στο θέατρο ή στον κινηματογράφο, γίνεται μία ανακύκλωση. Μπορεί να το έχω φορέσει εγώ για κάποιον άλλο ρόλο και μία συνάδελφος να το ξαναφορέσει σε άλλη παραγωγή. Έχω μία προσωπική εμπειρία, με ένα πράσινο ταγέρ που είχε ραφτεί ειδικά για εμένα και φορούσα στον Κίτρινο Φάκελο, να το ξαναφορέσω στο Ασθενείς και Οδοιπόροι μετά από 13 χρόνια. Ευτυχώς δεν είχα πάρει κιλά από τότε (γελάει).
Το καλοκαίρι που μας πέρασε, στην παράσταση της Μήδειας στο Μεσαιωνικό χωριό Ανάβατος της Χίου, μου έκανε εντύπωση ο χρόνος που αφιερώσατε προσωπικά μετά την παράσταση σε κάθε έναν θεατή που ήθελε να σας μιλήσει. Χωρίς να είστε απρόσιτη και πάντα με την ευγένεια που σας χαρακτηρίζει. Δεν το λέω ως κοπλιμέντο, αλλά δεν είναι και χαρακτηριστικό αυτό αρκετών συναδέλφων σας.
Μα γιατί να μην είμαι ευγενική και προσιτή; Ο τρόπος που μεγάλωσα, η καταγωγή μου, η μόρφωσή μου και όλη μου η καλλιτεχνική μου πορεία με έχει διαμορφώσει με αυτόν τον τρόπο. Είμαστε από τα ίδια υλικά φτιαγμένοι όλοι οι άνθρωποι. Ζούμε τους ίδιους φόβους, τις ίδιες αγωνίες, τις ίδιες χαρές, είμαστε το ίδιο φθαρτοί και ευάλωτοι. Είμαστε όλοι αδέλφια, όχι με τη χριστιανική, αλλά με την ουμανιστική έννοια. Αυτό είναι και το ζητούμενό μου ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης, η ενσυναίσθηση, η αλληλεγγύη.
