1 εκατομμύριο, 101 χιλιάδες, εκατόν μία και δέκα: 105 χρόνια και «Μια ζωή την έχουμε» Δημήτρης Χορν
Το 1958, όταν υποδύεται τον Κλέωνα στο Μια ζωή την έχουμε του Τζαβέλλα, ο Δημήτρης Χορν υποδύεται έναν άνθρωπο εγκλωβισμένο σε μια ηθική μικρότητας, που πιστεύει ότι η ζωή μετριέται με χρήμα, αποδοχή και τάξη, μέχρι τη στιγμή που ένα λάθος τον εκτοξεύει στην υπερβολή και, αναπόφευκτα, στην πτώση.Το ένα εκατομμύριο, οι εκατόν μία χιλιάδες και τα δέκα είναι η ψευδαίσθηση ότι υπάρχει χρόνος, ότι υπάρχει δεύτερη ευκαιρία, ότι μπορείς να ζήσεις συμπυκνωμένα όσα ανέβαλλες. Και όμως, στο τέλος, ο Κλέων μένει με άδεια χέρια επειδή συνειδητοποιεί ότι όσα άξιζαν δεν αγοράζονταν εξαρχής. Ο Χορν πέθανε σαν σήμερα, στις 16 Ιανουαρίου 1998. Η τελευταία συνέντευξη που θα έπρεπε να διδάσκεται και το «Μη φοβάσαι το τρακ. Πηγαίνει πάντα εκεί όπου υπάρχει ταλέντο».
Τι να πει κανείς για τον Δημήτρη Χορν που δεν έχει ήδη ειπωθεί; Τι να προσθέσει σε έναν άνθρωπο για τον οποίο γράφτηκαν αφιερώματα, ειπώθηκαν μύθοι, χτίστηκαν εικόνες, αναπαράχθηκαν ατάκες, εξιδανικεύτηκε μια εποχή και μαζί της ένας τρόπος ύπαρξης που σήμερα μοιάζει απρόσιτος. Ο Χορν δεν είναι έλλειψη πληροφορίας αλλά υπερπροσφορά ερμηνειών και ίσως εκεί ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα. Ότι μιλήσαμε τόσο πολύ για το πρόσωπο, ώστε χάσαμε το ερώτημα. Και το ερώτημα, αν πάρει κανείς στα σοβαρά τον άνθρωπο που ταύτισε το όνομά του με την τέχνη, είναι πάντα το ίδιο. Τι αξίζει τελικά τον κόπο σε αυτή τη ζωή που φεύγει χωρίς διαπραγμάτευση;
«Μη φοβάσαι το τρακ. Πηγαίνει πάντα εκεί όπου υπάρχει ταλέντο», Δημήτρης Χορν
Ο Χορν δεν αντιμετώπισε ποτέ τη σκηνή ως χώρο άνεσης, ούτε το κοινό ως δεδομένο. Το τρακ δεν τον εγκατέλειψε, γιατί δεν ήθελε να το διώξει. Το είχε ανάγκη, ως ένδειξη ότι κάτι παίζεται κάθε φορά από την αρχή. Αυτός ο φόβος, που άλλους τους παραλύει, στον Χορν λειτουργούσε ως απόδειξη ότι η πράξη παραμένει ζωντανή. Ότι τίποτα δεν γίνεται μηχανικά. Ότι το ταλέντο δεν κατοικεί στην ευκολία, αλλά στην έκθεση.
Γεννημένος στις 9 Μαρτίου 1921, γιος του Παντελή Χορν, θεατρικού συγγραφέα και στρατιωτικού, βαφτισιμιός της Κυβέλης, μπήκε στο θέατρο πριν καν το επιλέξει. Εμφανίστηκε παιδί ακόμη, αγκαλιά με τη νονά του, μεγάλωσε μέσα σε λόγια, πρόβες, πρόσωπα, ρόλους. Και όμως, τίποτα σε αυτή τη διαδρομή δεν τον προστάτευσε από την αμφιβολία. Το αντίθετο. Τον φόρτωσε με μεγαλύτερη ευθύνη. Το γεγονός ότι προερχόταν από θεατρική γενιά δεν του έδινε δικαίωμα, του αφαιρούσε άλλοθι.
«Δεν είναι κακό να βασανίζεσαι. Κακό είναι να βαριέσαι»
Η συνολική στάση της ζωής του, δείχνει ότι ο Χορν δεν φοβήθηκε τον εσωτερικό κόπο, την αναμέτρηση με τα όριά του, την αίσθηση ότι ποτέ δεν φτάνεις εκεί που θα ήθελες. Φοβήθηκε τη ρουτίνα, τη φθορά της επανάληψης, τη στιγμή που το επάγγελμα γίνεται συνήθεια και η συνήθεια γίνεται αδειοσύνη. Γι’ αυτό και η σχέση του με την υποκριτική υπήρξε πάντα αμφίθυμη. Γι’ αυτό και τόλμησε να πει κάποτε, χωρίς ωραιοποίηση, ότι ποτέ δεν έπαψε να πιστεύει πως ίσως ήταν λάθος του να γίνει ηθοποιός.
«Ποτέ δεν έπαψα να πιστεύω ότι ήταν λάθος μου να γίνω ηθοποιός»
Το 1958, όταν υποδύεται τον Κλέωνα στο Μια ζωή την έχουμε του Τζαβέλλα, ο Χορν συναντά έναν ρόλο που αποτελεί σχεδόν σχόλιο πάνω στη δική του φιλοσοφία. Έναν άνθρωπο εγκλωβισμένο σε μια ηθική μικρότητας, που πιστεύει ότι η ζωή μετριέται με ασφάλεια, χρήμα και αποδοχή, μέχρι τη στιγμή που ένα λάθος τον εκτοξεύει στην υπερβολή και στη συνέχεια στην πτώση. Το ένα εκατομμύριο, οι εκατόν μία χιλιάδες και τα δέκα δεν είναι ένα απλό ποσό αλλά η ψευδαίσθηση ότι υπάρχει χρόνος, ότι υπάρχει δεύτερη ευκαιρία, ότι μπορείς να ζήσεις συμπυκνωμένα όσα ανέβαλλες. Και όμως, στο τέλος, ο Κλέων καταλήγει με άδεια χέρια, όχι επειδή έχασε τα χρήματα, αλλά επειδή συνειδητοποιεί ότι όσα άξιζαν δεν αγοράζονταν εξαρχής.
«Η επιτυχία είναι εξίσου δύσκολη να τη χειριστείς με την αποτυχία»
Ο Χορν το έμαθε αυτό νωρίς. Υπήρξε γοητευτικό, ταλαντούχος, σύμβολο μιας κομψότητας που δεν ήταν μόνο εξωτερική. Κέρδισε βραβεία, θαυμασμό, φήμη. Κι όμως, ποτέ δεν φέρθηκε στην επιτυχία ως καταφύγιο. Τη διαχειρίστηκε με την ίδια αυστηρότητα που αντιμετώπιζε τις αποτυχίες του. Ίσως γιατί καταλάβαινε ότι και οι δύο μπορούν να σε απομακρύνουν από τον πυρήνα σου, αν δεν τις κρατήσεις σε απόσταση.
Η σχέση του με την Έλλη Λαμπέτη δεν ήταν ένας ακόμσ θυελλώδης έρωτας του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου αλλά μια συνάντηση δύο ευάλωτων ανθρώπων που αναγνώρισαν ο ένας στον άλλον το ίδιο ρίσκο. Μαζί δημιούργησαν, συγκρούστηκαν, εκτέθηκαν, έζησαν επτά χρόνια έντασης που άφησαν ανεξίτηλο αποτύπωμα τόσο στην τέχνη τους όσο και στη μνήμη του κοινού. Το Κυριακάτικο ξύπνημα, η Κάλπικη λίρα, Το κορίτσι με τα μαύρα αποτελούν ίχνη μιας εποχής όπου η υποκριτική δεν διαχώριζε την τεχνική από την προσωπική αλήθεια.
Όταν ο Δημήτρης Χορν τραγουδούσε το «ηθοποιός σημαίνει φως» σίγουρα την Έλλη Λαμπέτη κοιτούσε
«Δεν αρκεί να θέλεις κάτι. Πρέπει να είσαι και έτοιμος να παλέψεις γι’ αυτό»
Ο Χορν πάλεψε, όχι μόνο για ρόλους, αλλά για το δικαίωμα να επιλέγει. Να φεύγει. Να σιωπά. Να επιστρέφει όταν είχε λόγο. Μετά το τέλος της σχέσης του με τη Λαμπέτη, ακολούθησε μια πορεία πιο μοναχική, πιο εσωτερική. Στη συνέχεια παντρεύτηκε τη γυναίκα της ζωής του, την Άννα Γουλανδρή και μαζί ίδρυσαν το Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν, ως πράξη πολιτιστικής συνέχειας. Η φιλία του με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή δεν τον μετέτρεψε ποτέ σε διακοσμητική φιγούρα της εξουσίας. Διατήρησε την απόσταση του ανθρώπου που γνωρίζει ότι η τέχνη οφείλει να συνομιλεί με την κοινωνία, όχι να της χαρίζεται.
Η Edith Piaf τον ερωτεύτηκε, λέγεται. Ίσως γιατί αναγνώρισε σε αυτόν κάτι γνώριμο. Την αλήθεια που δεν φοβάται να ραγίσει. Την ένταση που δεν χρειάζεται επίδειξη. Ο Χορν δεν υπήρξε ποτέ ηθοποιός του εύκολου εντυπωσιασμού αλλά ηθοποιός του φωτός, με την έννοια που έδωσε ο ίδιος στη φράση Ηθοποιός σημαίνει φως. Όχι λάμψη, όχι προβολή, όχι επιβεβαίωση. Φως ως ευθύνη. Ως παρουσία. Ως καθαρότητα απέναντι στον ρόλο, στο κοινό, στον εαυτό σου.
Όταν μια γυναίκα αγαπάει έναν Χορν: Σαν σήμερα πεθαίνει η Edith Piaf- Η ερωτική επιστολή στον «Τάκη»
«Ό,τι δεν λέγεται, βαραίνει»
Ο Χορν έλεγε όσα άντεχε και σιωπούσε όταν δεν είχε τίποτα ουσιαστικό να προσθέσει. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, σημαδεμένα από τη νόσο Αλτσχάιμερ, υπήρξαν σκληρά, αλλά δεν ακύρωσαν τίποτα από όσα προηγήθηκαν. Πέθανε σαν σήμερα, στις 16 Ιανουαρίου 1998, αφήνοντας πίσω του έναν μύθο που δεν συνοψίζεται σε ρόλους, ημερομηνίες και διακρίσεις. Συνοψίζεται σε μια στάση. Στην επιμονή ότι η ζωή, όσο σύντομη κι αν είναι, δεν συγχωρεί τη μικρότητα.
Μια ζωή την έχουμε. Όχι για να τη σπαταλήσουμε σε φόβους, σε αναβολές, σε ψευδαισθήσεις μεγέθους. Μια ζωή την έχουμε για να αποφασίσουμε τι αξίζει πραγματικά. Και αυτό, αν πάρει κανείς στα σοβαρά τον Δημήτρη Χορν, παραμένει το μόνο ερώτημα που δεν παλιώνει ποτέ.
